Κάνω κάποιον σκουπίδι. Τον ξεφτιλίζω.

- Τον έστειλα Ψυττάλεια. Άκου κει... που θα μου την πει κιόλας, το αρχίδι.

να μας γράφει από Ψυττάλεια... (από Τσακ εις την μέσην, 23/01/11)ιδού... (από Τσακ εις την μέσην, 23/01/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πόστα είναι παράφραση του post / post it, και εκφράζει προφορική προειδοποίηση και όχι ανακοίνωση (note) όπως στην αγγλική.

Και του έβαλα μια πόστα μπας και στρώσει αλά δεν το βλέπω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αποπατώ, βεβαίως, αλλά δεν είναι αυτή η έννοια που θα μας απασχολήσει απόψε.

Η λέξη - που, αντίθετα από το αποπατώ, είναι μεταβατική: χέζω κάποιον - σημαίνει ενίοτε και «κατσαδιάζω, κατακεραυνώνω». Παραδόξως, σ' αυτή τη σημασία είναι ταυτόσημη με το ξεχέζω, ενώ θα ανέμενε κανείς το αντίθετο.

Γενικά, το ξεχέζω λέγεται συχνότερα από το χέζω. Tο χέσιμο, όμως, και το ξέχεσμα - αμφότερα εδώδιμα: έφαγα ένα ξέχεσμα αλλά και έφαγα ένα χέσιμο - χρησιμοποιούνται περίπου εξίσου συχνά με τη σημασία της κατσάδας, της ρομπατσίνας.

Τι ώρα πήγε πάλι ρε πούστη! Πάω σπίτι, θα με χέσει η μάνα μου.

Βλ. και χεσίδι, κωλόχερο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified