Further tags

Δημοσιογραφική αργκό για την διακοπή της ραδιοφωνικής ή τηλεοπτικής ροής προκείμενου να μεταδοθεί μια (συνήθως δυσάρεστη) έκτακτη είδηση.

(Στο στούντιο)
- Κοντρόλ: Σπάμε αμέσως πρόγραμμα! Το Reuters μεταδίδει ότι μελαψοί εξωγήινοι από τον πλανήτη Πουστρώνιουμ εισέβαλαν στην Αθήνα και πυροβολούν τα αγόρια με ροζ ακτίνες λάμδα…
- Δημοσιοκάφρος: Τι γυρεύει πάλι ο μαλάκας ο Πέρι στο κοντρόλ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση έλκει την καταγωγή της από τη μοδιστρική και το πλέξιμο. Είναι γνωστό ότι μια μπλούζα έχει ως κύρια συστατικά τμήματα το εμπρός τμήμα («μπροστινή»), το πίσω τμήμα («πισινή») και τα μανίκια. Υπάρχουν βέβαια και άλλα σημαντικά τμήματα όπως ο λαιμός, τα λάστιχα κλπ, ο κορμός όμως είναι «μπροστινές, πισινές και μανίκια».

Στα σλάγκικα η έκφραση χρησιμοποιείται χλευαστικά για έργα που παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένα, αλλά επί της ουσίας λείπουν σημαντικά κομμάτια που καθιστούν το προϊόν άχρηστο και ατελέσφορο. Η κατάσταση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη κυρίως στα δημόσια έργα, π.χ. συμφοράι, κτηματολόγιο, TAXIS κλπ.

  1. - Τέλειωσα, αλλά θέλει σύνδεση με GUI, serial interface και δυο τρία μερεμέτια.
    - Κατάλαβα, θέλει μπροστινές, πισινές και μανίκια...

  2. Μας παρέδωσαν το νέο πρόγραμμα, αλλά, από το λίγο που το είδα, λείπουν μπροστινές πισινές και μανίκια.

  3. Ρε συ αυτό δεν τρέχει τίποτα, όλο «Λυπούμαστε, αλλά αυτή η λειτουργία δεν υποστηρίζεται ακόμη» μου βγάζει. Θέλει μπροστινές, πισινές και μανίκια!

μπροστινές, πισινές, μανίκια (από panos1962, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο όρος έρχεται από την αθλητική ορολογία (συναντάται σε μπάσκετ, ποδόσφαιρο, κλπ). Που αναφερόμαστε;

Μιλάμε για έναν προπονητή που ξέρει πως έχει καβάτζα από άξια και αρκετά άτομα στον πάγκο των αναπληρωματικών, για όλους τους απαιτούμενους ρόλους (π.χ. επιθετικούς, αμυντικούς, κλπ) και συνεπώς έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις προκύπτουσες συγκυρίες κατά τη διάρκεια ενός ματς (π.χ. ένας παίκτης χτύπησε, ή δεν αποδίδει όπως θα αναμενόταν, κουράστηκε, κλπ. Θα μπορούσε ακόμη ο προπονητής να θέλει να αλλάξει μορφή στο παιχνίδι, ή να θέλει να ανταποκριθεί επιτυχώς στην αλλαγή της μορφής του παιχνιδιού που επέφερε ο αντίπαλος, κλπ). Στόχος του είναι να διατηρεί συνεχώς σε υψηλά στάνταρ την απόδοση της ομάδας του κατά τη διάρκεια ενός ματς ώστε να μπορέσει η ομάδα του να αναδειχθεί νικήτρια (βλ. παρ. 1).

Διευρύνοντας την παραπάνω έννοια, μιλάμε για την αξιοποίηση του στελεχιακού δυναμικού του κατάλληλου πάγκου (επάρκεια καταρτισμένων και έμπειρων στελεχών) για όλους τους τομείς δράσης ενός οργανωμένου συνόλου (π.χ. κράτους, εκκλησίας, εργοστασίου, τράπεζας, κλπ) από κάποιον που έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του συνόλου αυτού.

Αυτός θα πρέπει στο κατάλληλο timing να μπορεί να χειριστεί επάξια τις προκύπτουσες αντιξοότητες και τις προκύπτουσες ευκαιρίες ώστε το αναφερόμενο οργανωμένο σύνολο να καταφέρει να επιτύχει τους στόχους του κατά τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο.

Αν βέβαια ο τύπος αποδειχτεί κατώτερος των περιστάσεων (κακός σχεδιασμός δράσης, κακή οργάνωση, πυροσβεστική ή ανεπίκαιρη προσπάθεια για αντιμετώπιση μιας δυσμενούς κατάστασης, κλπ.) τότε ότι πάγκο κι αν έχει το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο βλ. παρ.2).

  1. Μα κυρίως φταίει κι ο τρομερός πάγκος! Δεν είναι δυνατόν να βγάζεις με την ίδια ενδεκάδα όλο το πρωτάθλημα... Κι αυτό γιατί δεν έχεις πάγκο! Δες

  2. Ψηφίστε μας είμαστε άχρηστοι. Ποιος το λέει; Οι νεοδημοκράτες βεβαίως. Δηλαδή δεν το λένε ακριβώς έτσι αλλά όποιον νεοδημοκράτη ρωτήσεις γιατί τα σκάτωσε ο Καραμανλής θα σου απαντήσει, ότι ο ίδιος είναι καλός, αλλά δεν είχε πάγκο. Δεν έχω πάγκο σημαίνει δεν βρίσκω άξιους να ρίξω στο παιγνίδι. Είναι δηλαδή όλοι άχρηστοι στον πάγκο. Και αυτό το δηλώνουν υπερήφανα οι ψηφοφόροι του κουρασμένου. Δες

(από GATZMAN, 04/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που σημαίνει: Εξ υπαρχής, χωρίς περιθώριο αντίδρασης, ακαριαία, πρωθύστερα, κατ’ ευθείαν, αιφνιδιαστικά.

Συνώνυμο του γκολ απ' τα αποδυτήρια, αφού προέρχεται απο την ποδοσφαιρική αργκό, δηλαδή στην πλήρη μορφή της, η έκφραση έχει ως γκόλ απ’ τα μπετά, το’ βαλε απ’ τα μπετά κλπ, δηλαδή αιφνίδια επίθεση απο τις τσιμεντένιες βάσεις-κολώνες-κερκίδες του σταδίου, πριν καν αρχίσει το ματς.

Σημείωση: Μπετά=εξελληνισμένος πληθυντικός του γαλλικού μπετόν (όπως το μαγιώ-τα μαγιά, το ζαμπόν-τα ζαμπά, το καρμπόν-τα καρμπά, το ταμπόν-τα ταμπά, το ταμπλώ-τα ταμπλά, το βιτρώ-τα βιτρά κ.ο.κ.). Αντίστροφα δεν πολυσυνηθίζεται εκτός ολίγων περιπτώσεων π.χ. τα μπανιερά-το μπανιερό, τα μήντια/μύδια-το μήντι/μύδι, ενώ τα κρασιά Καμπά παραμένουν ως έχουν στον ενικό.

Αφιερωμένο στον (παροδικώς ελπίζω) αποχωρούντα Μπούμπη και στον Μπετατζή λόγω συναφείας...

- Πότε δίνεις για δίπλωμα οδήγησης;
- Λέω σε κανα-δυο μήνες.
- Έχεις ταΐσει τους εξεταστές;
- Μπααα... Αφού οδηγώ απ’ τα δεκάξι μου, τί τώρα;
- Καλά αγόρι μου, αν δε λαδώσεις σε κόβουνε απ’ τα μπετά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Επιδίδομαι σε ταπεινωτική εργασία, χαμαλοδουλειά, χαμαλίκι, αγγαρεία, κοπιαστική δουλειά μικρής σημασίας.

Απαντάται στην υποτιμητική έκφραση: άντε να ξύνεις πατσές, (βλ. παράδειγμα 1).

  1. Τεμπελιάζω (βλ. παράδειγμα 2).

1α. Πατσές είναι οι κοιλιές. Για να μαγειρευτούν οι κοιλιές, πρέπει πρώτα να καθαριστούν από τα σκατά, που τα ξύνουν με μαχαίρι, μία κοπιαστική και όχι και τόσο ευχάριστη διαδικασία, η αλήθεια είναι.

Το άτομο στο οποίο αναφερόμαστε δεν είναι άξιο για τίποτα καλύτερο να κάνει στην ζωή του.

Αυτή είναι η αρχική και ορθή χρήση της φράσης.

2α. Η δεύτερη καθιερωμένη πλέον σημασία της (τεμπελιάζω), προέκυψε από την χρήση της φράσης χωρίς την γνώση της πρωταρχικής μαγειρικής προέλευσής της. Στην περίπτωση αυτή αναφερόμαστε σε άτομο το οποίο ξύνει τις ίδιες τις δικές του πατσές, δηλαδή κάτι ανάλογο με το ξύνω τ΄αρχίδια μου.

Απαντάται στην φράση «ξύνει τις πατσές του μέχρι να λειώσουνε τα ξύγκια», με την έννοια ότι ο εν λόγω κωλοβαράει ασύστολα.

  1. «Αν το θέλω με πίτα ζητάω πίτα με σουβλάκι. Αν αυτός που το πουλάει δεν ξέρει ότι σουβλάκι=μικρή σούβλα, άρα σουβλάκι=το κρέας περασμένο σε «καλαμάκι» ας αλλάξει επάγγελμα, ας ξύνει πατσές πχ :p» .

(καλά το καταλάβατε, είναι από φόρουμ για την αιώνια διαμάχη, σουβλάκι, μπουγάτσα, λεμονίτα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, να ζει κανείς ή να μη ζει κτλ).

  1. «Το μοναδικό νταραβέρι που έχει η Super League είναι με τον ΟΠΑΠ. Αν δεν υπήρχαν τα κρατικά λεφτά, το μαγαζί θα είχε χρεοκοπήσει. Από την ελεύθερη αγορά δεν παίρνουν ούτε σέντζι. Και με πουλημένα τα τηλεοπτικά δικαιώματα για τα επόμενα τρία χρόνια τι έχει να κάνει η Super League για τα επόμενα τρία χρόνια μέχρι το 2012; Για τέτοιες περιπτώσεις λέγεται ότι «ξύνουν πατσές». (σχόλιο αθλητικογράφου)

(από spydel, 09/11/09)Patsa (από allivegp, 09/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση που προέρχεται από τον λαμπερό κόσμο της μόδας (για την πατρότητά της ερίζουν ο Ζαν Πωλ Γκωτιέ και ο Υβ Σαιν Λωράν).

Σημαίνει ακριβώς ότι δεν γίνεται να έχεις και την πίτα ολόκληρη, και τον σκύλο χορτάτο ή μονά ζυγά δικά σου, όπως λέμε εμείς οι υπόλοιποι, κατώτεροι άνθρωποι.

Για τους αδαείς, ποιμένες και χοιροβοσκούς, μανικοκόλληση γίνεται όταν το μανίκι ενώνεται με το υπόλοιπο ρούχο από τον ώμο και προς τα κάτω, καθέτως.

Ρεγκλάν (από τον Άγγλο στρατηγό, τον 1ο βαρόνο Ρεγκλάν, πέμπτο γιο του δούκα του Μποφώρ) είναι το μανίκι που ενώνεται από το λαιμό προς τη μασχάλη, διαγώνια, εν είδει «σφήνας».

- Θα τρελαθώ! Ο Τάσος έμαθε για μένα και τον Σπύρο και με παράτησε!
- Σ’ τά ’λεγα εγώ χρυσό μου! Και μανικοκόλληση και ρεγκλάν δε γίνεται!
- Αλί μου η βαριόμοιρη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός των γνωστών ερμηνειών, η λέξη έχει τις επιπλέον χρήσεις:

  1. Τεμάχιο δόσης ηρωίνης, λόγω περιτυλίγματος (βλ. «πίνω ένα χαρτί») αν και σήμερα συνήθως το «τζί» (=gram.) πουλιέται σε ασημόχαρτο, αλλά και αυτούσιο ποτισμένο χαρτί σε ψυχωσιομιμητικά φάρμακα (βλ. «έφαγα ένα χαρτί»=LSD, goof balls, βενζοδιαζεπίνες κλπ).

  2. Επίσημο έγγραφο (βλ. γραφειοκρατική απειλητική έκφραση «θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί», δηλ. θα σε εμπλέξω στα γρανάζια της δημόσιας διοίκησης-δικαιοσύνης κι άντε μετά να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας, «έχω χαρτιά με βουλοκέρια», δηλ. είμαι νόμιμος τιτλούχος, «κάνε τα χαρτιά σου», δηλ. κάνε επίσημα μια αίτηση, καθώς και την εύστοχη κρητική παροιμία «τα ζώα τα δένουν με σχοινιά-τους ανθρώπους με χαρτιά» που δηλώνει την δεσμευτικότητα των νομικών εγγράφων).

  3. Τραπουλόχαρτο και μετωνυμικώς η χαρτοπαιξία. Προ αιώνος, η τράπουλα (ιταλ. Trappola = παγίδα, σήμερα carte da gioco / ναπολιτάνικα: piacentine) λέγονταν «χαρτάκια». Βλ. έκφραση «έχω καλό χαρτί», «δώσ' μου χαρτί», «θα παίξω το τελευταίο μου χαρτί» (δηλ. τελική κι αποφασιστική ενέργεια για την έκβαση ενός αγώνα) κ.α.

  4. Κωλόχαρτο. Συγκεκριμένα, όταν κάποιος παράτολμος (όχι τολμηρός) καθ’ έξιν κλανιάρης το παραξηλώσει, οι παριστάμενοι φωνάζουν: «Χαρτί! Δώστε του χαρτί!» (δηλαδή θα χεστείς!) Ανάλογη σημασία, έχει και η ιαχή αγανακτήσεως «σκίσου πούστη!» (= ξεκωλιάστηκες πια)...

  1. - Ψψψτ φιλαράκι! Θες γυναίκα;
    - Όχι!
    - Γουστάρεις να ποιείς κανα χαρτί; -Άσε με ήσυχο ρε φίλε...
    - Κοίτα ’δω, έχω ένα ρολόι χρυσό, ένα πενηντάρικο, το θες;
    - Μη μου γίνεσαι παλτό ρε φίλε! Ξεκουβάλα τ’ άκουσες;
    - Καλά ρε φίλε, πώς κάνεις έτσι; Το ψωμάκι μας πα’ να βγάλουμε...

  2. - Θα σου δείξε εγώ! Θα πάω σε δικηγόρο! Έχω χαρτιά εγώ!
    - Θα μου κλάσεις μια μάντρα λιμουζίνες...

  3. - Μπα-μπα; Τί βλέπω; Χαρτάκι-χαρτάκι; Το στρώσαμε βλέπω...
    - Ουστ από δω βρε κατσικοπόδαρε κι έχω φύλλο σήμερα!

  4. - Ωχ! Μεγάλε, μας την πέσανε... Πού είναι η τουαλέτα;
    - Από κει, αλλά νομίζω δεν έχει χαρτί.
    - Και τώρα;
    - Έχει κονφετί στο πάνω ντουλάπι, αν δε βαριέσαι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ιατρική έκφραση που δηλώνει την επιτυχή έκβαση πολύ δύσκολης χειρουργικής επέμβασης, ή την ανάνηψη ασθενούς μετά από μακρά παραμονή σε ΜΕΘ (μονάδα εντατικής θεραπείας).

Κάποιες φορές, συμβαίνει οι χειρουργοί, ή το νοσηλευτικό προσωπικό των ΜΕΘ, να «το γλεντάνε» μετά από μια μεγάλη επιτυχία. Και επειδή δεν υπάρχει τίποτα σοβαρότερο από μια τέτοιου είδους επιτυχία, συνήθως το τραπέζι περιλαμβάνει τα καλύτερα εδέσματα και κατά προτίμηση τα ακριβότερα ψάρια (συναγρίδες, τσιπούρες κλπ). Εκεί οφείλει την ετυμολογία της η έκφραση «θα φάμε ψάρι» που λέγεται, όμως, πολλές φορές και ως ερώτηση, ή και αρνητικά, π.χ. «Θα φάμε ψάρι, λες;», ή «δεν βλέπω να τρώμε ψάρι, δύσκολη περίπτωση».

  1. - Πώς πάει το χειρουργείο, θα φάμε ψάρι;
    - Μάλλον. Ο Τσακιρίδης είναι στις καλές του απόψε. Τα χέρια του έχουν πάρει φωτιά.

  2. - Δεν βλέπω να τρώμε ψάρι με τον Κότζακ. Είναι έτοιμος για απογείωση· τι να κάνεις, είναι και 86 χρονών.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος τρελάθηκε και θέλει ζουρλομανδύα. Ή όταν ένα μηχάνημα χαλάσει.

1 ) - Ααααα τον είδα ρε τον είδα σου λέω!
- Καλά, καλά, ηρέμησε, τι είδες;
- Τον Γκουζγκούνη να φοράει σκάφανδρο!
- Α καλααα ... αδελφή φέρε το σακάκι να φορέσουμε στον φίλο, τα έπαιξε εντελώς!

2) - Μάστρο-Πανοδύε, το μηχανάκι δεν δουλεύει καλά για άκου...
- Αχ παλουκαράκι μου τα έπαιξε το εργαλείο σου, πάει, πας για καινούργιο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι ο «πνευστός» που δεν έχει κουρδίσει σωστά το όργανό του· ο τόνος του είναι είτε λίγο χαμηλότερα, είτε λίγο ψηλότερα από το σωστό. Κατά άλλη εκδοχή γράφεται με γιώτα, ψιλοχάμηλος, και σημαίνει ότι το κούρδισμα είναι κατά τι χαμηλότερο από αυτό που πρέπει, κοινώς ψιλοχαμηλότερα.

Η έκφραση χρησιμοποιείται κυρίως για τα πνευστά, καθώς είναι γνωστό ότι είναι δυσκολότερο το κούρδισμα των πνευστών οργάνων, παρά των εγχόρδων· ο «έγχορδος» που δεν έχει κουρδίσει σωστά είναι απλώς φάλτσος ή παράτονος.

Αν και έχω παίξει κλαρινέτο αρκετές φορές με τη μπάντα του Δήμου Θεσσαλονίκης (1980-1982), την έκφραση την άκουσα πρώτη φορά από τον Δημήτρη Βάμβα, πρώτο όμποε της Κ.Ο.Α. στην κυριακάτικη εκπομπή της ΕΤ1 «Μικρά Πορτραίτα» της 6ης Δεκεμβρίου 2009.

Υπενθυμίζω ότι το «κούρδισμα» των πνευστών γίνεται συνήθως με αυξομείωση του μήκους του ηχητικού σωλήνα μετακινώντας κατάλληλα μέρος του σωλήνα. Το όμποε είναι αρκετά «ιδιότροπο» και λόγω της δυσκολίας που παρουσιάζει στο κούρδισμα, χρησιμοποιείται για να δίνει τον τόνο της ορχήστρας (συνήθως 443 Hz για το μεσαίο λα).

Ρε συ, κάτι δεν μου πάει καλά με το δεύτερο φλάουτο.
— Αυτός ο Ευαγγελόπουλος είναι μόνιμα ψηλοχάμηλος!

Δημήτρης Βάμβας (από panos1962, 06/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified