Further tags

Αυτή την υπηρεσία επικαλούνται, αγανακτισμένοι - ή, επιζητούν την ίδρυση και λειτουργία της - στα σινάφια των μουσικών και τραγουδιστών, προκειμένου να τους απαλλάξει από τους ατάλαντους, άσχετους, φάλτσους, αριβίστες, καλαμπόρτζηδες, κακοφωνίξ συναδέλφους τους.

Πολύ καλαμπόρτσος ο κιθαρίστας. Όλο πράσινες παίζει. Αν υπήρχε μουσική αστυνομία θα τον είχε συλλάβει.

(από GATZMAN, 15/11/10)(από GATZMAN, 15/11/10)(από GATZMAN, 15/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση στα σινάφια των μουσικών και τραγουδιστών.

Σημαίνει έχω μελετημένο, προβαρισμένο λεπτομερειακά ένα συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι ή τραγούδι, και γνωρίζω επαρκώς να το εκτελέσω, να το ερμηνεύσω, ή και να το διδάξω, κατά κανόνα (όχι υποχρεωτικά) από μνήμης. Συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να εκτελεστεί δημοσίως.

Η έκφραση αφορά κυρίως πολύ πρόσφατα μουσικά κομμάτια, πρόσφατες μουσικές επιτυχίες (σουξέ), ενώ για τα παλαιότερα χρησιμοποιούνται οι απλούστερες εκφράσεις, τό 'χω ή «δεν τό 'χω».

Πρόβα σε σκυλάδικο Τρικάλων.
Ο μπουζουξής στην αοιδό:
- Μαρίτσα, τό 'χεις περασμένο το καινούργιο σουξεδάκι της Βανδή, να το πούμε απόψε;
Η αοιδός:
- Τό 'χω ψιλοπερασμένο. Θα μου το περάσεις στον τόνο μου;
Ο μπουζουξής:
- Να σου το περάσω. Πάμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται (όχι πλέον τόσο συχνά όσο πριν τη χρήση τον καινούργιων τεχνολογικά μέσων προβολής) σε κινηματογραφικές αίθουσες όταν η ταινία είναι μάπα / φέσι / μούφα / για τον πούτσο.

Αναφέρεται στη δυνατή λάμπα που χειριζόταν ο τεχνικός προβολής. Αν τον είχες γνωστό, στό 'λεγε χαμηλόφωνα στο διάλειμμα ανάμεσα στις προβολές.

Ακουγόταν ιδιαίτερα σε μεταμεσονύχτιες προβολές και στο φεστιβάλ κινηματογράφου όπου το κοινό κι ο εξώστης αντίστοιχα δεν χάριζαν κάστανα σε δηθενιές. Επίσης, ακουγόταν όταν η αίθουσα προβολής ήταν σχεδόν άδεια από κοινό - καναδυό αδιάφοροι νοματαίοι.

- Μάγκες τζάμπα καίει η λάμπα.
- Αμερικλανιά του θανατά.
- Άουσβιτς.
- Τιγκανά για πατσά;
- Μέσα.

(από GATZMAN, 10/11/10)αντίπαλο δέος (από anchelito, 11/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Στην έκφραση: δουλεύει πακέτο: πουλάει το προϊόν του μαγαζιού του σε πακέτο - προφανώς με ντιλιβεράδες.

  2. Στην έκφραση το 'χει όλο το πακέτο: έχει όλα τ' απαραίτητα προσόντα για τη δουλειά (είναι σούπερ προσοντούχος, -α).

  3. Στην έκφραση: έχω και το πακέτο: δεν παίζω σόλο, έχω και υποχρεώσεις (π.χ. γυναίκα, παιδιά, σκυλιά, άρρωστους γονείς κλπ) εκφέρεται με παράπονο και έκκληση προς κατανόηση.

  4. Στην έκφραση: τον έστειλα πακέτο: Τον ξαπέστειλα χωρίς πολλά λόγια και χωρίς αυτός να το θέλει, εκεί που δεν το περίμενε μ' αποτέλεσμα να του 'ρθει ο ουρανός σφοντύλι.

  5. Στην έκφραση: πάω πακέτο με κάποιον/ους: Είμαστε κολλητοί, αυτοκόλλητοι.

  1. - Πώς τα πάει ο Μπάμπης με το καραμελάδικο;
    - Τζάμι!! Τώρα πουλάει και πακέτο!!

  2. - Και φωνάρα και μουνάρα και κουνιέται και λυγιέται!!
    - Αφού στο 'πα: το 'χει όλο το πακέτο!! Μ' ένα Ψιψινάκι από πίσω χτυπάει Δημαρχία.

  3. - Να του πω για ΠάνταΒρέχει;
    - Κόψ' τις μαλακίες κι άστον στον πόνο του. Πού να πάει ρε μαλάκα μ' εκείνο το πακέτο τη μάνα του;

  4. - Και τι μου πετάει, ρε μαλάκα, μετά το αχαλίνωτο;
    - Τι;
    - Βρε τζουτζούκο μου, να πάρουμε μια γυναίκα για τις δουλειές;
    - Και τι έκανες, ρε ήρωα;
    - Την έστειλα πακέτο στη μάνα της για σεμινάρια σκούπα-μάπα.

  5. Από παλιό σαχλοτράγουδο: «Εμείς οι δυο πάμε πακέτο, δε θα χωρίσουμε ποτέ!!»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έκφραση είναι λογοπαίγνιο και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ερμηνεία.

Σερβίρεται σε διάφορες περιστάσεις.

- Πάρε κόσμε, έχω πράμα καλό και δεν παρακαλώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το αγγλικό loop που σημαίνει βρόχος, θηλιά.

  1. Όρος που χρησιμοποιούν οι προγραμματιστές Η/Υ. Είναι μια επαναλαμβανόμενη σειρά από εντολές (ένας βρόχος επανάληψης) που εκτελείται όσο ισχύει μια λογική συνθήκη. Μόλις η συνθήκη πάψει να ισχύει, το πρόγραμμα συνεχίζει παρακάτω στις επόμενες εντολές. Αν ο κουμπιουτεράκιας έχει κάνει κάποιο λάθος στον κώδικα, τότε το πρόγραμμα δεν μπορεί να βγει από τον βρόχο επανάληψης εκτελώντας τις ίδιες εντολές ξανά και ξανά (κάνοντας δλδ συνέχεια τα ίδια και τα ίδια)ν μ΄αποτέλεσμα κάποια στιγμή να κολλήσει.

  2. Η κατάσταση λειτουργίας μιας οποιασδήποτε συσκευής που παίζει μουσική ή κάποια ταινία ή κάποια βίντεο όπου μόλις τελειώσει η σειρά π.χ. των τραγουδιών ξαναξεκινά αυτόματα να τα παίζει πάλι με την ίδια σειρά.

  3. Ανάποδη λούπα. Δύσκολος ελιγμός μαχητικών αεροπλάνων όπου διαγράφεται στον αέρα μια θηλιά. Το αεροπλάνο μοιάζει να κάνει ανάποδη τούμπα.

  4. Έπεσα σε λούπα. Σκατοκατάσταση από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω με τίποτα.

Ρίξτε και ένα βλέφαρο στην καλούτσικη ταινία Λούπα αυτοκτονίας.

  1. Γαμώ τα κοντρολομπρέκια μου γαμώ, ούτε μια λούπα δε μπορώ να στήσω σήμερα. Μήπως να με ξεματιάξεις;

  2. Ρε παίδες!! Ποιος έβαλε σε λούπα το κωλοσιντί; Τρίτη φορά ακούω τα άπαντα της Θώδη. Έλεος!! Υπάρχουν και πράγματα που πρήζονται εδώ χάμω.

  3. - Πωωω ρε πούστη μου πρήξιμο ο νέος. Αμάν μ' αυτήν την ανάποδη λούπα!! Ούτε ο Κρουζ στο Τοπ Γκαν να ήτανε.
    - Δε θυμάσαι τα δικά σου; Σαν νά 'χες πρωτογαμήσει έκανες.

  4. - Ψυχοσάββατο έχει ο Λάκης ή μου φαίνεται; - Σκάσε και κέρνα αβέρτα. Κάτι με τη δικιά του. Δε ξέρω λεπτομέρειες, αλλά μεγάλη λούπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οι νταλίκες είναι μεγάλα και μακριά τροχοφόρα οχήματα που, κατά τις νυκτερινές ώρες σε εθνικές και επαρχιακές οδούς, χωρίς οδικό φωτισμό, και ειδικά στις διασταυρώσεις, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γίνουν ορατές και άρα αντιληπτές σε όλο τους το μήκος και πλάτος. Ιδιαίτερα δε, εάν σύρουν και ρυμουλκούμενο όχημα.

Με σκοπό λοιπόν την αποφυγή των τροχαίων δυστυχημάτων, ο ιδιοκτήτης προβαίνει σε κάλυψη ολοκλήρου του οχήματος και του ρυμουλκούμενου με πλήθος εγχρώμων μικρών φωτεινών λαμπτήρων, προκειμένου το όχημά του να γίνεται έγκαιρα και από μακρινή απόσταση αντιληπτό από τους διερχόμενους και διασταυρούμενους οδηγούς των υπολοίπων Ι.Χ. η Δ.Χ. οχημάτων καθώς και από τους πεζούς.

Ο τρόπος αυτός της καθολικής φωτεινής επισήμανσης-κάλυψης του οχήματος, ονομάζεται “χριστουγεννιάτικο δέντρο”.

Το 'κανα χριστουγεννιάτικο δέντρο και τώρα ξεκινάω για Γερμανία.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι λέγεται στο ποδόσφαιρο το σύστημα 4-3-2-1, επειδή πάνω στο σχεδιάγραμμα του γηπέδου οι σημαδούρες-παίχτες δίνουν την εικόνα χριστουγεννιάτικου δένδρου.

Πρόκειται για διεθνή ιδιωματισμό: Christmas tree formation

- Πω πω, πάλι με χριστουγεννιάτικο δέντρο θα παίξουμε. Νύχτα το πήρε το δίπλωμα ο κόουτς;

(από allivegp, 20/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

φάκα (η): ουσιαστικό. Μηχανισμός που χρησιμοποιείται για την παγίδευση ζώων. Πιο συχνά συναντάται στο κυνήγι ποντικών (βλ. παράδειγμα 0). Ενίοτε και στο κυνήγι μαγισσών (βλ. παρακάτω).

Μεταφορικά α: (τα βάζω εγώ -δεν πάμε μακριά έτσι κι αλλιώς)

Χρησιμοποιείται σωρηδόν σε αστυνομικά ρεπορτάζ (βλ. Σόμπολο και λοιπούς ρουφ) για να υποδηλώσει τη σύλληψη του «κακού» απ' τους «καλούς». Η σύλληψη συνήθως γίνεται κατά λάθος ή σκηνοθετείται για τα μάτια του κόσμου, αλλά η λέξη «φάκα» (καταλυτικός ο ρόλος της στο ρεπορτάζ -συνήθως δεύτερη λέξη τίτλου) υπεισέρχεται για να εδραιώσει το κύρος της ελληνικής αστυνομίας, προσδίδοντας τη χάρη μιας καλοστημένης ενέδρας, με έρευνα, σχέδιο δράσης και εμφανή αποτελέσματα, διαποτισμένη ταυτόχρονα από τις αρετές της σοφίας και της εγκαρτέρησης. Η συγκεκριμένη φάκα δεν είναι συνήθως μεγάλη, με αποτέλεσμα να πιάνονται κυρίως χαμστεράκια και να διαφεύγουν οι αρουραίοι (βλ. παραδείγματα 1, 2 και 3).

Μεταφορικά β: (βάλτε ένα χεράκι κι εσείς)

Αόρατος μηχανισμός που χρησιμοποιείται από ένα σύστημα (επίσης αόρατο) για να εγκλωβίσει / παγιδεύσει ένα άτομο το οποίο, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν ανένταχτο στο σύστημα αυτό (βλ. παράδειγμα 4). Το αποτέλεσμα, παρά το αόρατο τόσο του μηχανισμού όσο και του συστήματος, είναι καθ' όλα ορατό.

Μεταφορικά γ: (του συ(νει)ρμού)

Το τελευταίο γεύμα. Συνοδεύεται απαραίτητα με κασέρι.


Περαιτέρω χρήσεις της λέξης:

α. για τον ηχητικό προσδιορισμό του γράμματος «φι»: «βήτα, φι... όπως φάκα, φυσαλίδα...» (ρήση γνωστού φ-φαρσέρ)

β. για την περιγραφή μιας μορφής του οιδιπόδειου συμπλέγματος (όχι απαραίτητα γενετήσιας φύσεως): με πρώτο συνθετικό τη λέξη «μητέρα» αγγλιστί (μάδα), υποδηλώνει τον μηχανισμό που δημιουργούν οι μητέρες ώστε να δυσκολέψουν την απαγκίστρωση των τέκνων τους από τους κόλπους (όχι απαραίτητα γενετήσιας φύσεως) της οικογένειας (παραδείγματα μαδαφάκας είναι οι φράσεις: «θα με πεθάνεις μ' αυτά που κάνεις!», «δε σκέφτεσαι καθόλου την έρμη τη μανούλα σου», «εμείς για σένα τα κάνουμε όλα», κλπ)

και τέλος, γ. εννοείται, η χρυσή φάκα: φάκα d' oro, στο μηχανισμό της οποίας πέφτουν συχνά θηλυκά που γυαλίζει το μάτι τους όταν τη βλέπουν σε βιτρίνες, και αρσενικά όταν βλέπουν τα θηλυκά να γυαλίζει το μάτι τους.


φακός (ο): ουσιαστικό, ομόρριζο -και το αντίστοιχο αρσενικό- της προαναφερθείσας «φάκας». Πρόκειται για το εργαλείο που μοιάζει με φωτόσπαθο, κι όχι το άλλο που είναι ομόρριζο (ίδιο δέντρο, άλλος πατέρας) με τις φακές. Χρησιμοποιείται και αυτό για την παγίδευση ζώων. Συναντάται κυρίως στο κυνήγι του λαγού (βλ. παράδειγμα 5).

  1. ποντίκι vs φάκα

  2. «Στη φάκα αστυνομικός για ναρκωτικά»

  3. «Στη φάκα διεφθαρμένος αδιάφθορος»

  4. «Στη φάκα της αστυνομίας κακοποιός»

  5. «...τώρα κάνεις μαύρη πλάκα κι όλο τρως απ' την κουτάλα / τώρα μάγκωσε η φάκα και σε κλείσανε στη γυάλα» (Κ. Τριπολίτης, Δ. Μούτσης, Σ. Μπέλλου, «νταλίκα»)

  6. ...το γνωστό και κατακριτέο λαθραίο και απαγορευμένο κυνήγι του λαγού με τα φανάρια και φακούς! λινκ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο όρος αναφέρεται στον καφέ, και στην επιθυμητή ποσότητα της ζάχαρης.

Όταν δίνετε παραγγελία έχετε τις εξής οψιόν, όσον αφορά τη ζάχαρη:

  • σκέτος
  • με ολίγη
  • μέτριος
  • μέτριος προς γλυκό (μάλλον)
  • γλυκός
  • πολύ γλυκός (πούστικος).

    Αυτό το μάλλον επικράτησε αντί του «μέτριος προς γλυκό», γιατί πιάνει πιο λίγο χώρο στο χαρτάκι της παραγγελίας. Τώρα το μάλλον πάει στο «μάλλον γλυκός».

Πιο εμπεριστατωμένα, για παράδειγμα, έχουμε μια παραγγελία δύο μέτριους με γάλα, έναν σκέτο χωρίς γάλα και έναν μέτριο προς γλυκό (φραπεδιές). Το γκαρσόνι σημειώνει τα εξής (τα μπολντ - τα άλλα τα έχω εγώ για επεξήγηση):

  • 2 ΦΜ(έτριους) Γ(άλα)
  • 1 ΦΣκέτο Χωρίς
  • 1 ΦΜΑΛ Χωρίς

    Η καφενειακή αυτή στενογραφία όπου να' ναι μάλλον θα εκλείψει, αφού τα όργανα του διαβόλου (pocket pc) έχουν εισέλθει και σε αυτούς τους χώρους...

- Καλησπέρα, τι θα πάρετε;
- Εγώ ένα Καπουτσίνο φρέντο μέτριο.
- Ένα φραπέ πολύ γλυκό με γάλα.
- Για μένα ένα φραπέ μέτριο προς γλυκό.
- Έγινε... (το γκαρσόνι φεύγει μονολογώντας ). Οπότε έχουμε και λέμε, έναν μέτριο φρέντο καπουτσίνο, έναν πούστικο με γάλα, και έναν μάλλον χωρίς... Γυρνάει ο ένας από την παρέα στον διπλανό του και λέει:
- Ρε, αυτός νομίζω ότι κατάλαβε ότι είσαι πούστης, και εμένα μάλλον παίζεται αν θα μου φέρει τον καφέ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified