Further tags

Νιώθω έντονη αποστροφή και αηδία, φρικάρω.

Τι λένε ότι έχει καλή φωνή, εγώ τον ακούω και κριντζάρω κανονικά!

Got a better definition? Add it!

Published

Ημισεξουαλικός. Νέας κοπής λέξη. Δεν το πολυθέλω το γαμήσι, καλό είναι μεν, αλλά υπάρχουν κ πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή. Ο λοιπός ορισμός, εντός του παραδείγματος.

"Ένας νέος όρος για τον σεξουαλικό προσαναταλοσμό των ανθρώπων απαντάται ολοένα και πιο συχνά, κυρίως μέσω του Διαδικτύου: “Demisexual”. “Είναι οι άνθρωποι που αισθάνονται σεξουαλική έλξη πιο σπάνια σε σύγκριση με την πλειονότητα, ενώ ορισμένοι έχουν από μικρό έως και καθόλου σεξουαλικό ενδιαφέρον”. Αυτός είναι ο σύντομος ορισμός, σύμφωνα με την ιστοσελίδα demisexuality.org."
Από εδώ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύντμηση της φράσης: "δεν ξέρω εγώ τι". Αποτελεί συνένωση των ανωτέρω λέξεων και απαντάται συχνά σε αναρτήσεις σελίδων/μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Φαίνεται έντονα η ανάγκη συμπύκνωσης του, όχι απαραίτητα, βαθυστόχαστου νοήματος του συγγραφέα της έκφρασης.

Εύκολα μπορεί να διατυπωθεί εδώ ότι προέρχεται από την αγγλική πρόταση: "Don't know what" η οποία στερείται προσωπικής αντωνυμίας και παρουσιάζεται ελλειπτική όπως πολλές άλλες της καθομιλουμένης. Ο Ηλίας Πετρόπουλος θα την ενέτασε στα φλωράδικα, δηλαδή στη γλώσσα των νέων. Η σημερινή καταχώρησή της μάλλον εμπίπτει στην αργκώ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Συντακτικά απαντάται στο τέλος μιας, σπάνια ορθογραφημένης, ανάρτησης την οποία ένας δείνα φιλόλογος παρατηρεί. Συχνά αποτελεί τον κολοφώνα μιας παράταξης εννοιών, των οποίων η σημασία βρίσκεται υπό αμφισβήτηση από τον εκάστοτε χρήστη του διαδικτύου. Οι εραστές της Νέας Ελληνικής μένουν άφωνοι από την κατάργηση των κανόνων συντακτικού/γραμματικής, αλλά τελικά υποκύπτουν στο μαζικό κύμα ανορθογραφίας και τη λαίλαπα συλλογιστικής ακατανοησίας.

(το κείμενο έχει βελτιωθεί ορθογραφικά προς εξυπηρέτηση του νοήματος διότι απαντάται συνήθως με όλα κεφαλαία και πλήρως ανορθόγραφο) "προχτες το βραδυ μου την επεσαν κατι τσιελεκσακηδες με γιαμαχες και εψαχναν να μαζεψουν ξυλο για κατι κοτρες στο ΣΕΦ κι εγω δε μπηρα χαμπαρι λογω κοκας, 5 ΡεντΜπουλ, γλουταμινης, φαρμακακι, τρεις φραπεδες ΚΑΙΔΕΓΖΕΡΩΓΩΤΙ"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

βαρουfuckίζω, βαρουfuckάω, βαρουfuckώ

Νεολογισμός που εμφανίστηκε ως τίτλος: "ΤΟΥΣ ΒΑΡΟΥFUCKΗΣΕ" στο φύλλο της 1ης Μαρτίου 2015 της εφημερίδας "Το Χωνί".

Γίνεται λογοπαίγνιο με το όνομα του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και του γνωστού (σε όλους πλην Αυτιά) αγγλικού ρήματος fuck.

Η γηπεδικού ύφους έκφραση (του τύπου έτσι γαμάει η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη κ.τ.τ.) περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τον θρίαμβο που κατήγαγε ο εν λόγω υπουργός έναντι των βελανιδοφάγων. Τώρα, άν ο θρίαμβος εξελίχθη εν συνεχεία σε πανωλεθρίαμβο, είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Χαρακτηριστική επίσης είναι και η ανάγνωση του όρου από τον (γλωσσομαθέστατον) γκουρού των συνταξιούχων Γιώργο Αυτιά:

τους βαρουφούσκησε

(Παράφραση παλιού ανεκδότου με τον Μπόμπο)

Στελέχη του Οικονομικού Επιτελείου της Κυβερνήσης, όταν ρωτήθηκαν από οικονομικούς συντάκτες, πότε θα ξαναβαρουfuckήσουμε τους βελανιδοφάγους, απάντησαν : "Μόλις ξεπονέσει ο πισινός μας".

Το λογοπαίγνιο κυκλοφορούσε ήδη απ' τις εκλογές του Γενάρη και δεν το δημιούργησε το Χωνί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πτυσσόμενο ματσούκι, ενίοτε και με κυανόδοντα, στο άκρο του οποίου μπορεί να προσαρτηθεί σμαρτόφωνο –ως επί το πλείστον- ή και φωτογραφική μηχανή. Ερεθισμένο εξασφαλίζει την απαραίτητη εκείνη απόσταση από την αφεντομουτσουνάρα του κατόχου του, που θα επιτρέψει την εκτέλεση μιας ακόμη σελφιάς.

Αγνώστου πατρός, με αρχικό στόχο τον εκάστοτε γκατζετάκια και κατοπινό την πλέμπα που δεν διαθέτει ακόμη δικό της ντρον, κατάφερε μέσω της αναντάμ παπαντάμ αλάνθαστης επιχειρηματικής μεθόδου «η φθήνια τρώει τον παρά» και της νεοφιλελέ τοιαύτης «βάλε τριτοκοσμικούς να την φτιάχνουν και μετανάστες να την πουλάνε» να αναδειχθεί από το κυριλέ Time σαν η 18η καλύτερη εφεύρεση του 2014.

Μπαναρισμένο από όλο και περισσότερες πινακοθήκες, μουσεία, αθλητικούς αγώνες και συναυλίες κι όχι ασφαλώς εξαιτίας τού ό,τι η χρήση του σπα τ’ αρχίδια των πέριξ, αλλά από φόβο καταστροφής καλλιτεχνημάτων από ατζαμήδες και ζημιών από παράνομα ανεβάσματα στο νέτι.

Ταμάμ για αντικοινωνικούς και σόλο τουρίστες που τους ξεράθηκε το χέρι να κουβαλούν τρίποδες ή τους είναι αδιανόητο να εμπιστευτούν έστω και μισό την κάμερα στον πασαέναν που επιπλέον μπορεί να στερείται της αίσθησης του κάδρου, σπανίως η χρήση του οδηγεί σε σουπερουάου από καλλιτεχνικής ή ΜΜέδικης άποψης μήδια.

Έχει δημιουργήσει όμως τη δική του αισθητική που αργά ή γρήγορα κάποιος προχώ επιστήμων εκ του Puchester College of Fine Arts θα αποδείξει πως οι μονόχειρες κεφάλες με το χαζοχαρούμενο χαμόγελο σε πρώτο πλάνο υπό γωνία, έπαιξαν καίρια επιδραστικό ρόλο στην Τέχνη οδηγώντας την στο επέκεινα και μέσω της εξαΰλωσης τού Δημιουργήματος, που βεβαίως – βεβαίως συχνότατα ταυτίζεται με τον Δημιουργό σε ιδιωτικές του στιγμές, δια των μέσων παραγωγής που ανήκουν –επιτέλους- σ’ αυτόν, αλλά και των καναλιών δημοσίευσης που ανήκουν στην Κενωνία ολάκερη.

Συνώνυμα τα ήδη καταχωρημένα σελομπάστουνο και σελφιέρα αλλά και το σελφόστικο.

Ακόμα και σεις, που όποτε βγαίνετε έχετε μαζί σας φωτογραφική μηχανή, κινητό με κάμερα 29 mega-pixel και μια GoPro με σελφοκόνταρο, γιατί όπως και να το κάνεις είναι μαλακία να φαίνεται το χέρι και ταυτόχρονα δύσκολο με το χέρι σηκωμένο να συγκεντρωθείς, για να δείχνεις φυσιολογικός, με εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο. Γιατί αν πας να προσποιηθείς με κανονικό γέλιο φαίνεσαι σα μαλάκας και βγαίνεις και χάλια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

γουαναμπεί, γουαναβγεί

Λογοπαίγνιο με το αγγλικό wanna be -που έχει ελληνοποιηθεί προ πολλού και κάνει καριέρα ως γουαναμπή(ς)- και το ομόηχο στο "be" απαρέμφατο (του ρ. μπαίνω), "μπει".
Μετά, ήταν ένα τσιγάρο δρόμος για να εφευρεθεί το γουαναβγεί, αλλά και το ευφυές let it μπει.
Χρησιμοποιείται κυρίως για πιο σοφτ αναπαράσταση της σεκσουαλικής πράκσης.

Σλανγκασίστ, έμπνευση και έναυσμα τα εξής σφυρίΒραστα σχόλjα:

Αναπόφευκτη ερώτηση: τι θα μπορούσε να είναι ο *γουαναβγής; Ίσως το άτομο που συχνά προαναγγέλλει με δραματικές τυμπανοκρουσίες την αποχώρησή του από κάποιο φλώρουμ αλλά τελικά παραμένει. Μη πάει ο νους σας στο κακό, δεν φωτογραφίζω κάποιον κι ετς, χρόνια τώρα προσπαθούσα να σκαρφιστώ λεξιπλασία το σύνηθες φαινόμενο αυτούνο!*

Vrasta, στον γουαναμπή
Ως γουαναβγεί καπνιστές που είναι, κλέβουν θεριακλήδικες λέξεις τ. ντουμάνι (...)

Σφυ, στο ατμίζω

wannabee, wannabi, wannaγκρί

  • Όσο μπάζα είναι οι κλασσικές αριστερές, στην πλειοψηφία τους πολιτικά-ιδεολογικά ημιμαθείς, με επαναστατική σκέψη που σταματάει στο αν θα τις πάρει τελικά ο Μπάμπης, με κουμπάρο και δήμαρχο (ή παπά), άλλο τόσο
    μπάζα είναι και το σχετικά νέο είδος της Γουοναμπεί (πότε θα μπει;) Αντιγόνης, εθνικίστριας, νιμπελούγκεν, κνόμπλαουχ μιτ πίνκελβύρτσχεν, και ξαφνικά εξιδανικεύσαμε τα πάντα, ζούμε με μεγαλόστομες μαλακίες, και για ναξεκαρφωθούμε στη συνείδησή μας (βαρειά η καλογερική να έχεις τη ρετσινιά του ναζιστή), βάζουμε και λίγο Ρίτσο, λίγο αριστερίζουσα συναισθηματική βιτρίνα και έχει ο Θεός. Συμπέρασμα: Οι γυναίκες που πορώνονται με την πολιτική είναι μπάζα, εκτός και αν είναι λαμόγια που πάνε για εξουσία, οπότε είναι γαμώ τις τσιμπούκες και καυλέ. (από δω)

Απ' το τουίτερ

  • γουαναμπί γουαναβγεί, γουαναμπί γουαναβγεί, γουαναμπεί γουαναβγει.. μη με διακόπτεις ρε παιδάκι μου πάνω στο καλύτερο, τελειώνω σε λίγο.. (εδώ)

  • Εξ ορισμου οι αντρες ειναι wanna μπει βγει & φυγει-φυγει!

  • Αν δε σας κάθεται η γκόμενα να κάνετε σεξ τραγουδήστε της το λετ ιτ μπει λετ ιτ μπει!

  • Μια κατουρλίτσα εδώ δίπλα τραγουδάει με μπρίο i wanna scream n shout n let it out. Στο ποτ πουρί ακολουθεί το let it μπει.

  • Nαι οκ ολοι wannaμπει ειστε αλλα ναστε και λιγο wannaβγει, μη γινετε wannadie σε οκτω μηνες.

  • Η άλλη είναι wannabe μοντέλο, ο άλλος wanna μπει σ αυτήν.. Να πως χτίζονται οι καριέρες

  • Μην είστε πολύ wanna be. Wanna μπει είναι κι ο πουτσος μου.

  • -Ο Κώστας τη θέλει τη Μαρία? Είναι wannabe γκόμενός της?
    -Βασικά σκέτο wanna-μπει είναι, δεν την βλέπει σοβαρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πέραν από την προφανή ρίζα και την κυρίαρχη χρήση της σλανγκοπεριγραφής του ανδρικού ενδύματος, το παρόν λήμμα προέρχεται από τον αγγλικό όρο «customization», ήτοι επί το ελληνικότερον κι επικουρικότερον την «προσαρμογή» και χρησιμοποιείται εν προκειμένω για να περιγράψει την μετατροπή που υπέστη κάτι.

Ειδικότερα, αφορά σε κατά παραγγελία κατασκευή/προσθήκη η οποία υπέστη τροποποίηση ως προς το σχήμα και το μέγεθος προκειμένου να εξατομικευθεί, συνιστώσα σαφώς ενοχή είδους κι ουχί γένους, που βγάζει μάτι ότι μετρήθηκε, σχεδιάστηκε, τοποθετήθηκε και εντέλει κούμπωσε με ακρίβεια και μεράκι (και συνήθως ένα σκασμό λεφτά) πάνω στις ιδιόμορφες ανάγκες του όποιου την παρήγγειλε και η οποία επουδενί θα μπορούσε να συγκριθεί προς το αγοραστό τυπικών γιουνιβέρσαλ διαστάσεων πράγμα.

  1. Γιώργος: Πλάτωνα έβαλα το γαμιστερό "Χ" ηχοσύστημα στο πέρσοναλ για να κάνουμε την κάθε διαδρομή πανηγύρι. Καλό;
    Πλάτων: Πλάκα κάνεις!; Αυτό έχει μεγαλύτερα ηχεία από τη μπάκα μου, που τα χώρεσες;
    Γιώργος: Μην ξεχνάς σαμπγούφερ, πυκνωτές και ενισχυτές. Κουστουμιά στο πορμπαγάζ. Πλέον θα παίρνεις τις βαλίτσες στα πόδια σου.
    Πλάτων: βάλε και χαντρολαίμι, θα στο ματιάσει κάνας κάγκουρας.

  2. Πλάτων: #!@^@@ το τάμπλετ μου μέσα.. μα δεν πουλάει κανείς #$!!%^ μια @^$&* θήκη για οθόνη 12,1";
    Γιώργος: Εμ πήγες και πήρες ό,τι πιο γκουμούτσα κυκλοφορούσε. Μόνο κουστουμιά σε βιοτεχνία αδερφέ.
    Πλάτων: Μήπως να πουλήσω και το τάμπλετ για να ράψω τη θήκη;
    Γιώργος: Εγώ φταίω.

Βλ. και καστομιά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το προσφιλές strap-on, το ζωνάτο δηλαδή ντίλντο που φέρουν όσες / όσοι επιθυμούν να συνουσιάσουν ενεργητικά αλλά αδυνατούν ελλείψει (λειτουργικού) πέοντος.

Βλ. επίσης: στραπούτσα, στραπονάρι, στραπονιάζω, αστραπόνγιαννος, γαμπρός, κ.ά συμπληρώματα διαστροφής.

1. κουφάλα Μαρκογιαννάκη το γλίτωσες το στραπόνι απ την Κωνσταντοπούλου

2.
Μαρία αν το δεις τράβα να ισιώσεις με κανα στραπόνι την γκεοπαρέα σου... φιλιλα πολλά μωρή μπαλότσα και στον Νικολάκι που έχει περίοδο αυτό τον καιρό !

2.
όταν τελειώσει το μπυρόνι
έλα περσεφόνη
λιώσε με με το στραπόνι
αλλά μάλλον θα με καψουρευτεί σαν χαζόνι
και τελικά θα φάω χυλοπιτόνι
και θα μείνει το στραπόνι
ξεχασμένο πάνω στο κουτί με το πριόνι
να θυμίζει όμορφες στιγμές στο χιόνι

2.
…Κορίτσι μου πολύτιμο
κατακτητή μεγάλε
το πέος σου είναι σκληρό
και δε νομίζω να μπορώ
τέτοια υπέρμετρο δοκό
ξωπίσω μου να βάλω…
(από το ποήμα «Το στραπόνι»)

(από σφυρίζων, 03/04/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γούτσικη εκδοχή του σέλφι, της σελφιάς.

Το μικρό σλανγκαρχίδι μέσα μου ίσταται και ξεσκίσταται:

- Ρε μαλάκα το τερμάτισες! Αν είναι να ανεβάζεις το υποκοριστικό κάθε σλανγκιάς στο σάη, πάει, το γαμήσαμε και ψόφησε.

Ο αμετανόητος όμως καβουροσλανγκόσαυρος συγκάτοικός του τον τάπωσε, ποιούμενος τον ναζί τση γραμματικής:

- Η αγγλικάνικη λέξη selfie είναι από μόνη της υποκοριστικό, πράγμα που δεν αντικατοπτρίζεται στην μορφή «σέλφι». Το σελφάκι είναι πιο slangically correct καθώς αποκαθιστά το γλωσσολογικό και μεταφραστικό αυτό ὄνειδος.

1. #sweet το πρωτοχρονιατικο σελφάκι μας ♡♡

2. Χαχαχα σελφάκι στο σχολείο κι έτσι;

4. Καλημερούδια.....με ενα σελφακι......!

5. Θέλω σελφακι μαζι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ράβδος ή κοντάρι με χειρολαβή στην άκρη της οποίας εφαρμόζονται κινητά ή ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές για αποτύπωση σέλφικων φωτογραφιών.

Η σελφιέρα, λειτουργώντας σαν προέκταση του χεριού του χρήστη και απομακρύνοντας περαιτέρω την συσκευή απ' αυτόν, μεγεθύνει το οπτικό πεδίο και επιτρέπει να χωρέσουν στην φωτογραφία περισσότερα πρόσωπα και ευρύτερο βάθος.

Τα μουσεία και οι γκαλερί του κόσμου απαγορεύουν τις σελφιέρες διότι θέτουν κίνδυνο για την ασφάλεια των εκθεμάτων.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified