Χαώδης κατάσταση, με αλλοπρόσαλλα στοιχεία και ανομοιογενές πλήθος, κυρίως θηλυκού χαρακτήρα (σχ. αρσ.: πουτσοπανήγυρος).

- Τι μου πε ο Μήτσος ρε; Κόλαση στο μαγαζί το Σάββατο;; Γκόμενες γυμνές, βυζί χύμα και τέτοια; - Άστα ψηλέ! Του μουνιού το πανηγύρι!! Οι γκόμενες έχουν ξεφύγει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κοινώς, μουνοθύελλα (βλ. ελλ. ορσ). Καμία σχέση με καταιγίδα φεγγαριών ή βροχή από κομήτες κτλ.

-Ρε μαλάκα, είδες τί γινόταν στο party;; Πνίγηκα στο string!!!
-Πώς να μη δω ρε μεγάλε! Σκέτη moon storm...

Moon Unit Zappa στο "hit" Valley Girl (από dryhammer, 05/07/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η σάπια, η κατεστραμμένη γκόμενα. Συνήθως συνοδεύεται με τον επιθετικό προσδιορισμό μωρή για έμφαση.

  1. Πού πας μωρή σακαφιόρα;!

  2. - Αχ φιλενάδα πολύ κουράστηκα το Σ/Κ που πήγα Ρώμη με τον Μάκη...
    - Ουστ μωρή σακαφιόρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που γαμάει γυναίκες, οι οποίες ειναι τόσο άσχημες όσο ένας δράκος.

- Πωω πω! Κοίτα το μαλάκα με τι κυκλοφορεί!
- Ρε το δρακογάμη !!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπερβολικά μεθυσμένος.

Ήπια χτες ενάμισι μπουκάλι κι έγινα κροκόδειλος.

(από Galadriel, 26/03/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τουρμπάτο μωρό με κώλο που τραγουδάει και κουνιέται σε σκυλάδικο επαγγελματικά. Θα την πετύχεις να μαλώνει στο τηλέφωνο για το ποια θα βγεί πρώτη να κουνηθεί ή και να κοιμάται μεσημεριάτικα.

- Πω πω, νταλικέρης είναι η γειτόνισσά σου; Γιατί μιλάει σαν μαλάκας;
- Είναι τραγουδιάρα ρε...
- Α, να δεις που θα τραγουδήσει και το 'Umbrella' στα ελληνικά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γνωστός σε όλους μας ρουφιάνος (βλ. Αρτέμης Μάτσας). Μας θυμίζει τον Βασιλάκη, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να συνοδεύσει όλα τα μικρά ονόματα.

- Ρε συ ποιος είπε στο αφεντικό για την κοπάνα μου;
- Ο δωσούλας ο Βασίλης... Είναι φίλοι μας οι Γερμανοί σου λέω.......

Got a better definition? Add it!

Published

Άντρας, 45, με καράφλα και ως επί το πλείστον με κοιλίτσα. Θα τον δεις να χαλβαδιάζει τρελοπίπινα και αν το αντέχει το πορτοφόλι του θα κυκλοφορεί με Mercedes, BMW κ.λ.π, κατά προτίμηση cabrio (βλ. γκομενοπαγίδα).

- Ρε συ, η Μαίρη δεν μοιάζει και πολύ με τον μπαμπά της...
- Το καινούργιο γκομενάκι της είναι. Μου θέλει και τρελοπίπινα ο μπιφτέκας...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναζωογονητικός Κύκλος Τετραγώνου: τον εφαρμόζεις όταν οι τρόμπες στη δουλειά σου έχουν σπάσει τ'αρχίδια και λίίίίγο πριν τους δαγκώσεις το μάτι.

Βγαίνεις εκτός, δήθεν για τσιγάρα, τσίχλες κ.λ.π (ή δηλώνεις κόψιμο βρε αδερφέ), φέρνεις μια γύρα το τετράγωνο και γυρνάς πίσω κάπως καλύτερα.

Got a better definition? Add it!

Published

Γκόμενα, που αν την έχεις δίπλα σου, κερδίζεις, Ο,ΤΙ γκόμενα και να βγάλει ο άλλος.

- Πήγα με την Καλλιόπη τη μουνάρα εχθές στο πάρτυ, αλλά ο Αλέξης έφερε ένα υπερατού, και έχασα παταγωδώς.
- Μαλένγχξ...

Got a better definition? Add it!

Published