Επί το σλανγκικότερον μπρίζας. Ενίοτε και μπριζάκιας.

1.
Ο υπερβολικά ευέξαπτος, ο ευερέθιστος, ο οξύθυμος, ο θυμώδης, ο νευρικός, ο οργίλος, ο αψύς. Γνωστός και ως σπίρτο.

Ο παρεξηγιάρης, ο καυγατζής, ο εριστικός, ο φίλερις.

Αυτός που πιάνει φωτιά / αρπάζεται / πιάνεται / του ανάβουν τα λαμπάκια χωρίς ουσιαστικό λόγο.

Ο τζόρας, που 'χει πάντα το ζωνάρι του λυμένο για καυγά.

Αυτός που τα παίρνει μαζικά στο κρανίο για ψύλλου πήδημα, για πλάκα.

Ο μανουριάρης, αυτός που μανουριάζει δι' ασήμαντον αφορμή.

Ο τσαμπουκαλής, το τσαμπούκι.

Αυτός που γίνεται τούρκος / γίνεται τρελός / βρικολακιάζει / φρικάρει / του γυρίζει το μάτι ανάποδα με το παραμικρό.

Ο μονίμως τσιτωμένος, ο τσιτάκιας, αυτός που τσιτώνει εύκολα (για κακό).

Αυτός που μπριζώνει. Αναφερόμαστε φυσικά στην 3η περίπτωση μπριζώματος από τον απαράμιλλο αυτό ορισμό της Mes: το μπρίζωμα ως αμετάβατη πράξη, που δεν μεταβιβάζει την ενέργειά της σε κάποιο αντικείμενο, αλλά αφορά μια κατάσταση που βιώνει το ίδιο το υποκείμενο.

2.
Ο υπερκινητικός, ο υπερενεργητικός, ο αεικίνητος.

Ο ακαταπόνητος, ο ακάματος, ο ακούραστος, ο ντούρασελ.

Ο ανήσυχος, αυτός που έχει καρφιά στον κώλο του και δεν μπορεί να κάτσει λεπτό.

Ο μονίμως τσιτωμένος, ο τσιτάκιας, αυτός που τσιτώνει εύκολα (όχι απαραίτητα για κακό).

Αυτός που δουλεύει συνέχεια στα κόκκινα / βαράει κόφτες / είναι μονίμως γκαζωμένος.

Γενικές παρατηρήσεις και για τις δύο κατηγορίες.

- Σε ακραίες περιπτώσεις, ο μπρίζας καταντάει ένα είδος ψυχάκια.

- Ο μπρίζας δεν είναι απαραίτητα και μάχιμος. Το μπρίζωμα δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και μαχιμότητα, ιδιότητα απερίφραστα θετική. Ο μάχιμος είναι συνήθως μια ήρεμη δύναμη, καίριος, αποτελεσματικός και αθόρυβος. Αντιθέτως ο μπρίζας τείνει προς την επίδειξη, την άσκοπη σπατάλη δυνάμεων. Αρέσκεται στο σαματά για το σαματά.

- Ενίοτε δίνει την εντύπωση πως κάνει χρήση ναρκωτικών. Μπορεί όμως και όντως να κάνει. Να τρώει τριπάκια, να πίνει κόκες, να κουμπώνει XTC και άλλες αμφεταμίνες.

1α.
- Πω ρε φίλε, τι μπρίζας είν' αυτός ο Μάκης; Ένα γεια τόλμησα να πω στη γκόμενά του κι αμέσως πιάστηκε να με αγριοκοιτάει...

1β.
- Μ' έφερνε χτες ο Μάκης σπίτι μου με τ' αυτοκίνητο, και σε κάποια δόση τον κλείνει ένας μαλάκας χωρίς να έχει προτεραιότητα. Ε ρε γλέντια... Τον αρχίζει ο Μάκης σε κάτι καντήλια, του 'πε του τύπου να έχει και του χρόνου. Δεν τον ήξερα για τόσο μπρίζα...

  1. (σε νταπαντουπάδικο)
    - Μαλάκα πάμε να φύγουμε, δεν την παλεύω άλλο.
    - Καλά, κάτσε να πούμε και του Λουκά.
    - Χέστον αυτόν, δεν τον βλέπεις που χοροπηδάει σαν το κατσίκι; Τέτοιος μπριζάκιας που είναι, δεν τον βλέπω να την κάνει πριν τις 9 το πρωί...

μην τσακώνεστε σας περικαλώ (από johnblack, 19/09/09)

Βλ. και μπριζώνω, με μπρίζωσαν

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ορισμός, στα βασικά του στοιχεία, υπάρχει εδώ. Ένα updating ωστόσο δεν θα έβλαπτε, που θα εμπλούτιζε τις περί του θέματος γνώσεις μας και θα το έθετε σε μια ευρύτερη ιστορική προοπτική.

Σιδεράδικο είναι το παλαιού τύπου γυμναστήριο, το λεγόμενο και σφιχτάδικο. Στην κλασική του μορφή, μεσουρανεί κατά την ένδοξη δεκαετία του 1980, η οποία εχει εύστοχα χαρακτηριστεί - πάντα όσον αφορά τη χώρα μας - ως η «μητέρα» μας, η πολιτισμική γενέτειρα της εντελώς σύγχρονής μας εποχής.

Οι πιτσιρικάδες είναι τρελαμένοι με Arnold Schwarzenegger (Κόναν ο Βάρβαρος, Εξολοθρευτής) και Sylvester Stallone (Rocky, Rambo, Cobra). Το ίδιο το bodybuilding τότε ουσιαστικά καταξιώνεται, με το μεγάλο boost να έχει δοθεί από το Pumping Iron, το θρυλικό φιλμ-ντοκιμαντέρ του Άρνολντ, που σκάει στα 1977. Τα γυμναστήρια-σιδεράδικα, η νέα μαζική παράκρουση, ξεφυτρώνουν παντού, στεγαζόμενα κατά κανόνα σε υπόγες, λόγω των πενιχρών οικονομικών μέσων. Θρυλικό είναι π.χ. το σιδεράδικο του Σπύρου Μπουρνάζου, living legend του ελληνικού μπίλντινγκ, που ακόμα και σήμερα λειτουργεί στο ιστορικό υπόγειο, στη συμβολή των οδών Τροίας και Πατησίων στην Κυψέλη.

Τα όργανα γυμναστικής είναι, με τα σημερινά κριτήρια, πρωτόγονα. Απουσιάζουν τα εξειδικευμένα και πανάκριβα φιρμάτα μηχανήματα. Κυλιόμενοι διάδρομοι δεν υπάρχουν, τα στατικά ποδήλατα είναι ελάχιστα και συνήθως χαλασμένα. Κυριαρχούν τα λεγόμενα ελεύθερα βάρη: αλτήρες και μπάρες σε τεράστια μεγέθη. Τα όργανα είναι πολλές φορές hand made, χειροποίητα, π.χ. ο μύθος θέλει τον Μπουρνάζο να κατασκεύασε μονάχος του, με τα χεράκια του, τις τροχαλίες και τα άλλα σιδερικά του γυμναστηρίου του, αυτά τα οποία ο γάλλος φιλόσοφας Pascal Bruckner έχει χαρακτηρίσει ως τα «σύγχρονα όργανα των βασανιστηρίων».

Οι χώροι των σιδεράδικων μοιάζουν να χλευάζουν τον υγειινισμό και τον αποστειρωτισμό της εποχής μας. Ζέχνουν από ιδρωτίλα, βαριές αρσενικές οσμές που επιδεινώνονται από τη χρήση αναβολικών. Οι μουσικές επιλογές, μια φορά κι έναν καιρό, ξεκινούσαν και τέλειωναν στο soundtrack από τις ταινίες του Rocky (Eye of the Tiger, Burning Heart, Gonna Fly Now κλπ).

Ο μποντιμπιλντεράδικος χώρος και ο χώρος της νύχτας υπήρξαν εξ αρχής συγκοινωνούντα δοχεία. Πολλοί σφίχτες δραστηριοποιούνται ακόμη και σήμερα σε τομείς όπως το νταβατζιλίκι, η προστασία, τα ντράγκς, οι λαθραίες μεταφορές με νταλίκες κλπ. Τα σιδεράδικα κατηγορήθηκαν και στιγματίστηκαν ως φυτώρια παραβατικότητας. Πολλά απ' αυτά ανατινάχθηκαν κατά καιρούς, από βόμβες που έβαζαν αντίπαλες «ομάδες», στα πλαίσια του κλασικού «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών». Ακριβώς όπως εξακολουθεί συχνά να συμβαίνει με καφετέριες και έτερα νυχτομάγαζα.

Αφού έπαιξαν χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο για δυο σχεδόν δεκαετίες, αυτά τα γυμναστήρια-δεινόσαυροι, άρχισαν να εκτοπίζονται, στα τέλη των 90's, από τα νέα φρούτα των fitness clubs. Η μετάβαση σηματοδοτεί και μια ποιοτική μεταβολή στην όλη στάση του κόσμου απέναντι στην άθληση γενικότερα, θέμα πολύπτυχο επί του οποίου δεν θα επεκταθούμε. Το βέβαιο είναι πως τα σιδεράδικα παρήκμασαν κι άρχισαν να βάζουν λουκέτο το ένα μετά το άλλο. Διαμορφώθηκε μια νέα κοινωνική γεωγραφία του χώρου. Τα λίγα και καλά σιδεράδικα που επιβίωσαν, αναζήτησαν το ζωτικό τους χώρο στις λιγότερο ή περισσότερο υποβαθμισμένες περιοχές στα πέριξ του κέντρου της Αθήνας: Κυψέλη, Κολωνός, Πλατεία Βάθης, Άγιος Παύλος. Οι θαμώνες τους είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αλλοδαποί: ρώσοι, αλβανοί, ρουμάνοι, γεωργιανοί, πακιστανοί, άραβες. Οι όποιοι έλληνες παραμένουν, ανήκουν συνήθως σε χαμηλές εισοδηματικές τάξεις.

Εκτός, βέβαια, κι αν πρόκειται για τους κλασικούς πωρωμένους, hardcore μπιλντεράδες, που θεωρούν τα νέας κοπής πολυτελή γυμναστήρια, φλώρικα και χώρους συνεύρεσης ομοφυλοφίλων (σ' αυτό δεν έχουν και πολύ άδικο). Προτιμούν λοιπόν να συναγελάζονται με τους ομοίους τους, σε περιβάλλοντα όπου ο ανταγωνισμός παραμένει υψηλός και όπου μπορούν να βρουν την κατάλληλη υποστήριξη / καθοδήγηση (προπονητικές συμβουλές, φάρμακα). Πολλοί τέτοιοι κάβουρες είναι διπλογραμμένοι, συχνάζουν δλδ και στο σιδεράδικο, αλλά και στο κυριλέησον fitness club της γειτονιάς τους, όπου πουλάνε μούρη, μοστράρουν το σώμα τους, την πέφτουν σε καμιά γκόμενα κλπ.

Οι τελευταίες εξελίξεις, χοντρικά από το 2004 και μετά, θέλουν και τα καινούργια κυριλογυμναστήρια να μην αντέχουν στον εξοντωτικό μεταξύ τους ανταγωνισμό και να συρρικνώνονται. Η ελληνική αγορά δεν σήκωσε τόση άθληση, μπούχτισε. Η νέα τάση ευνοεί μια ενδιάμεση μορφή γυμναστηρίου, κάτι ανάμεσα στο σιδεράδικο και το χλιδάτο φιτνετζίδικο. Είναι το συνοικιακό γυμναστήριο, που ενίοτε σηκώνει να το πεις και ημι-σιδεράδικο: φτωχομπινεδιάρικο στην ουσία και ψιλοπαρατημένο (άλλωστε λέγεται πως τα περισσότερα gym είναι βιτρίνες και πλυντήρια), τηρεί εντούτοις κάποια standards για τα μάτια του κόσμου.

  1. (από εδώ)
    ....Απο τα λιγοστά σιδεράδικα που έχουν απομείνει πλεόν.....Μουγκρίζουμε ελεύθερα,βρίζουμε ελεύθερα,κάνουμε προπόνηση χωρίς φανέλα ελεύθερα,πετάμε τα κιλά κάτω(το πάτωμα είναι τσιμέντο+μοκέτα...)ΚΑΙ η μουσική πάντα είναι 80s Rock+Disco......Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κανει προπ σε κάποιο σύγχρονο gym,θα ήμουν σαν τη μύγα μεςτο γάλα

  2. (από εδώ)
    Η διαφορά είναι πως στα μεν παλιά καλά σιδεράδικα γυμναζόμασταν σε καθαρά μηχανικά όργανα με τροχαλίες που απέπνεαν μια βαρβατίλα και έδιναν μια ατμόσφαιρα μεταξύ Blade Runner και Mad Max, ενώ στα περισσότερα γυμναστήρια πλέον τα όργανα είναι «υδραυλικά» και φλώρικα.

Got a better definition? Add it!

Published

Η κατά βάση λόγια αυτή έκφραση χρησιμοποιείται στην καθημερινή ομιλία για να περιγράψει ένα χώρο - ή σπανιότερα μια γενικότερη κατάσταση - όπου κόσμος μπαίνει και βγαίνει, έρχεται και φεύγει, σε άσχετες και άκυρες ώρες, χωρίς κανείς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Μια φάση ψιλοαλαλούμ δηλαδής, φάση οτινανισμού, όπου ο όποιος έλεγχος έχει (ή τείνει να) χαθεί...

Κι όταν μιλάμε για κόσμο, εννοούμε πολύς κόσμος, λαός κι έτσι - χωρίς βεβαίως να λησμονούμε οτι το «πολύ» είναι άκρως σχετικό, άλλο μέτρο ισχύει π.χ. για ένα ιδιωτικό σπίτι και άλλο για τα γραφεία, ας πούμε, ενός πολιτικού κόμματος.

Το σλανγκ στοιχείο έγκειται ασφάλουσλυ στην ειρωνεία που η έκφραση υποκρύπτει. Με έναν λίαν εύσχημο, ευφημιστικό τρόπο, δηλώνεις πως οι συνθήκες που επικρατούν σε έναν χώρο / μια κατάσταση, προσιδιάζουν σε αυτές ενός μπουρδέλου, ενός κερχανείου (κκελχανείου εις την κυπριακήν). Το οποίον μπουρδέλο νοείται, φυσικάουα, τόσο κυριολεκτικώς όσο και μεταφορικώς.

Πρόκειται φυσικά για μπαμπαδίστικη έκφραση, μπαμπαδισμό. Σπάνια έως ποτέ θα ακούσεις π.χ. έναν κάγκουρα με τα μαλλιά φράχτη και με κωλοπειραγμένο παπί να την μεταχειρίζεται.

Αντιθέτως, βγαίνει πολύ συχνά απ' τα χείλη απηυδισμένων μαμάδων και μπαμπάδων, φρικαρισμένων με τα καμώματα του κανακάρη (ή κανακάρισσας) τους, που πλέον χρησιμοποιεί την πανίερη οικιακή εστία ως ένα είδος ξενοδοχείου: μπαινοβγαίνει χωρίς να αλλάζει κουβέντα με κανέναν, αποφεύγει μετά βδελυγμίας να συνεστιαστεί στο παραδοσιακό τραπέζωμα, δεν σκουπίζει τα παπούτσια του στο χαλάκι της εισόδου, πετάει τα ρούχα του όπου βρει, και άλλα ανατριχιαστικά παρόμοια. Το χειρότερο και σημαντικότερο όμως, είναι που κουβαλάει μαζί του διάφορα άγνωστα στους γονείς πρόσωπα, υπόπτου ηθικής υποστάσεως. Η τυπολογία αυτών των εισβολέων της οικιακής ειρήνης, ανεξάντλητη: από μαλλιάδες και αρβυλοφόρους χεβιμεταλλάδες μέχρι ρεϊβούδες γκόμενες με ροζ μαλλιά και 600 σκουλαρίκια σε κάθε αυτί...

Παραδόξως, αυτές οι μπαμπαδίστικες εκφράσεις, το σφάξιμο με το γάντι ένα πράμα, πιάνουν καμιά φορά τόπο εκεί όπου τα κατά ριπάς μπινελικώματα και οι τσιρίδες αποτροπιασμού, το μόνο που καταφέρνουν είναι να μουλαρώσει ο νουθετούμενος και να συνεχίσει ακάθεκτος το ίδιο βιολί... Αυτή είναι η μαγεία της γλώσσας: το τιμημένος π.χ. μπορεί ενίοτε να ακουστεί πιο βαρύ, πιο δηκτικό, πιο φαρμακερό από το γαμημένος...

Ακολουθεί κοινωνιολογικό σχόλιο. Διαβάζετε με δική σας ευθύνη.

Η μετατροπή της παραδοσιακής οικιακής εστίας σε απλό υπνώνα (τον οποίο οι ένοικοι επισκέπτονται μόνο το βράδυ για να ξεραθούν στον ύπνο) ή ξενοδοχείο (όπου καθένας μπαινοβγαίνει χωρίς την υποχρέωση του - έστω στοιχειωδώς - λόγον διδόναι), αποτελεί σύμπτωμα μιας γενικότερης αποδιάρθρωσης των παραδοσιακών θεσμών. Η οικογένεια, προνομιακό αντικείμενο της κοινωνιολογικής έρευνας, βάλλεται πανταχόθεν. Ο χαρακτήρας της δεν παραμένει σταθερός, μετασχηματίζεται. Από το αρχαίο πατριαρχικό πρότυπο και την διευρυμένη οικογένεια, περάσαμε σιγά-σιγά στην πυρηνική ή συζυγική οικογένεια, ενώ τώρα πλέον τείνουμε σταθερά προς την μη-οικογένεια. Σε ένα συνέδριο στο οποίο πρόσφατα παρέστην, μια από τις εισηγήσεις είχε τον εύγλωττο τίτλο «Σπιτικά χωρίς κουζίνα»....

  1. - Πώς την έχει δει αγόρι μου; Τι θα γίνει πια με την περίπτωσή σου; Πας κι έρχεσαι κι ούτε μια κουβέντα δε μας λες.. Κέντρο διερχομένων γίναμε...
    - Καλά ρε πατέρα, άσε το κήρυγμα για καμιά άλλη ώρα, τώρα δεν είμαι σε φάση...

  2. - Μωρή, ποιος είναι πάλι αυτός που κουβάλησες χτες ξημερώματα; Σας άκουσα, αμ τι, νόμιζες ότι κοιμόμουνα; - Ο Σάκης ρε μαμά απ' τη σχολή, τι ζόρι τραβάς τώρα;
    - Χτες ο Σάκης, προχτές ο Αντρέας, παραπροχτές εκείνος ο μαλλιάς, τις προάλλες ο ξυρισμένος με το χαλκά στη μύτη... Κέντρο διερχομένων, για να μην πω καμιά πιο βαριά κουβέντα και κολαστώ η γυναίκα...

3 Κέντρο Διερχομένων το Υπουργείο Άμυνας. Από το «Βήμα».

  1. Δεν θα το επιτρέψουμε ποτέ να γίνει. Δεν θα επιτρέψουμε να διαλυθεί το σχολείο και να γίνει κέντρο διερχομένων. (Από αγριοχρίστιανους θεολόγους, εδώ)

(από Δημήτρης Ντούρτας, 21/09/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το όνομα του πουλιού με τα τεράστια μάτια, το επίπεδο-πλακουτσωτό πρόσωπο και τον ανύπαρκτο λαιμό, χρησιμοποιείται ως χλευαστικός-περιπαικτικός χαρακτηρισμός προσώπου.

Συνήθως αναφέρεται σε θηλυκά άτομα, οπότε το γραμματικό γένος του ονόματος και του προσδιορισμού, συμπίπτουν.

- Μπα, τι βλέπουν τα όμορφα ματάκια μας; Έσκασε μύτη στο πάρτι κι η Μαρία η κουκουβάγια; Αχαχαχα...

Δεν αποκλείεται ωστόσο και αρσενικά να τύχουν αυτού του ευγενούς χαρακτηρισμού, αν πληρούν βεβαίως τις προϋποθέσεις.

Κουκουβάγια λοιπόν (ή βαγιακούκου κατά έναν σχολικό ποδανισμό της εποχής του γράφοντος) είναι:

  1. Αυτός που φοράει γυαλιά με υπερμεγέθη, αντιαισθητικό, εντελώς ντεμοντέ κοκάλινο σκελετό. Πρόκειται για τις λεγόμενες γυαλούμπες, σύμβολο απόλυτης και αμετανότητης φλωροσύνης. Eίναι τα γυαλιά που φοράει π.χ. και η συντηράκλα θεία μας, όταν απολαμβάνει το καθημερινό απογευματιάτικο σήριαλ της. Σχετικό και το χουντικό γυαλί.

Παρένθεση. Το κοκάλινο γυαλί (στη μοδάτη βεβαίως εκδοχή του) έκανε τη θριαμβευτική του επανεμφάνιση στα 00's, μαζί με το κουλτουρέ, νεο-φλώρικο στιλάκι.

Καταχρηστικά, ο όρος θα χρησιμοποιηθεί με κακία για οποιονδήποτε διοπτροφόρο (από κοινού με τα εξίσου φαρμακερά γυαλαμπούκας ή γυαλάκιας), ακόμη κι αν αυτός έχει επιλέξει τα πλέον μίνιμαλ και καλαίσθητα γυαλιά, π.χ. εκείνα που δεν έχουν καθόλου σκελετό.

  1. Εξαιρετικά άσχημη γκόμενα (αλλά και αγοράκι όπως είπαμε) ιδίως αν έχει πολύ χοντρό λαιμό που ενώνεται με το σώμα (το άκρως αντίθετο του λαιμού-κύκνου δλδ) ή πλακουτσωτό κουκουβαγίστικο πρόσωπο. Αν φοράει και γυαλούμπες, τόσο το καλύτερο. Αν δε, είναι και φυτούκλα / σπάσμα (βλ. και εδώ) τόσο το καλυτερότερο. Η νοηματική ακρίβεια προσεγγίζει το τέλειο....

Συγκεφαλαιώνοντας, η ιδεώδης κουκουβάγια διαθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • τεράστια παλιομοδίτικα γυαλιά
  • παχυσαρκία
  • πλακουτσωτό στρογγυλό πρόσωπο με σχεδόν ανύπαρκτη μύτη
  • χοντρό λαιμό που ενώνεται με το σώμα (μονομπλόκ), ήτοι μη-λαιμός.
  • φοβερή ακαμψία στο σβέρκο. Για να γυρίσει να δει πλάγια, πρέπει να γυρίσει ολόκληρο το κορμί. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει στις πραγματικές κουκουβάγιες, οι οποίες δίνουν μόνο μια έντονη εντύπωση ακαμψίας.
  • σπασικλοσύνη
  1. Κλασική κουκουβάγια ήταν η Μαρία η Άσχημη του γνωστού σήριαλ. Η έκφραση είχε ακουστεί πολλές φορές. Φορούσε πατομπούκαλα, ήταν σαύρα, ήταν και σοφή.

  2. Κουκουβάγια είναι κι ο -συμπαθέστατος κατά τα άλλα- Μίμης Ανδρουλάκης: γυαλούμπες, ξερόλας, άσχημος (λέμε τώρα, περί ορέξεως ζαμπονοτυρόπιτα) καθώς κι αυτή η χαρακτηριστική ακαμψία στο σβέρκο, και καλούα από χτυπήματα μπάτσων επί Δικτακτορίας (sic).

  3. - Nα σου πω ρε μαλάκα, ψήνεις κατάσταση με την Αναστασία; Γιατί κάτι έχει πάρει ο μάτης μου τελευταίως...
    - Ε... να μωρέ... δεν ξέρω, θα δείξει.
    - Έλεορ ρε αδερφάκι μου, σε ήξερα για μουνοείλωτα, αλλά αυτό παραπάει. Με το που σου κούνησε λίγο την ουρά της η κουκουβάγια, έλιωσες σαν καταΐφι από το Κοσμικόν!!

Οταν το ΚΚΕ θα αναλάβει τη διακυβέρνηση θα αλλάξει την υπάρχουσα κουκουβαγια με άλλη (από GATZMAN, 27/09/09)360-degree field of view (από tryager, 27/09/09)Βαγια Βοιωτίας. Λαλεί ο κούκος στα Βάγια; (Κούκου+Βαγια) (από GATZMAN, 27/09/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φορτώνω κάποιον με αγγαρεία, ήτοι εργασία άνευ πληρωμής. Στο Στρατό και όχι μόνο.

Συνώνυμα: χώνω, μπριζώνω / βάζω στη μπρίζα, καβατζώνω, ρίχνω μπαλάκι, χαντακώνω, μπιφτεκώνω, πήζω κάποιον, τρέχω κάποιον. Τα δύο τελευταία με την ενεργητική σημασία.

Εξ ου και «βυσμάτωμα» = χώσιμο, καβάτζωμα, τρέξιμο (π.χ. τον έχω στο τρέξιμο), πήξιμο (π.χ. τον έχω στο πήξιμο), μπιφτέκωμα, μπρίζωμα (κατά την 3η σημασία του Μέσιου ορισμού).

Το ρήμα απαντάται συνήθως ως παθητικό, με τον ίδιο τον βυσματωμένο να εκφράζει την ξενέρα και την αγανάκτησή του, πνέοντας μένεα κατά του βυσματοδότη.

[I]- Τον παλιόπουστα, με βυσμάτωσε να μεταφέρω αυτά τα κωλοβιβλία από το γραφείο του στην αποθήκη, γαμώ το Χριστό του!
- Έμ, κολλητηλίκια με τον καθηγητή μου 'θελες μωρή λουμπίνα...[/I]

Είναι εν προκειμένω ενδιαφέρουσα η αμφισημία του όρου βύσμα. Το να έχεις βύσμα (άκρη, δόντι, γωνία) είναι ευλογία, πολλώ μάλλον στις αντίξοες συνθήκες του Στρατού. Το να σε βυσματώνουν είναι, αντιθέτως, κατάρα. Το ίδιο παρατηρείται και με ορισμένα συνώνυμα, όπως το καβάτζωμα: καβατζωμένος νοείται συνήθως ο βολεμένος, είναι όμως και ο χωμένος, αυτός δλδ του οποίου ο πολύτιμος ελεύθερος χρόνος καβατζώθηκε, σφετερίστηκε από κάποιον άλλο.

Trivia - διαβάζετε με ευθύνη σας. Iστορικά, η αγγαρεία ως εργασία άνευ ανταλλάγματος, είναι μια εκ των υποχρεώσεων των δουλοπαροίκων (serfs), σε φεουδαλικά - δουλοπαροικιακά καθεστώτα. Oι serfs, όντας δεμένοι με τη γη που τους παραχωρήθηκε από τον άρχοντα - χωροδεσπότη, έχουν την επιπρόσθετη υποχρέωση να προσφέρουν άνευ αμοιβής εργασία, στο ιδιόκτητο κτήμα του αφέντη (reserve), για ορισμένες μέρες το χρόνο (συνήθως 21).

  1. - ...το γνωστό «βυσμάτωμα» των γιατρών-επιμελητών των Κ.Υ και Π.Ι., των αγροτικών γιατρών και των ειδικευόμενων. [...] Καλούνται να εφημερεύουν 15-18 ημέρες το μήνα και να εκπαιδεύονται στου «κασίδη το κεφάλι» χωρίς την παρουσία τις περισσότερες φορές των εκπαιδευτών τους - επιμελητών.
    (από εδώ)

  2. Αυτο βεβαια, σημαινει πως πλεον υπαρχουν δυο ειδων praetoriani, με εντελως διαφορετικους ρολους και βυσματωμα. Απο τη μια, ειναι οι αστυνομικοι που φυλανε τους πατρικιους, τους οποιους καποιοι ρατσισται και σεξισται τους ονομαζουν κοροιδευτικα φιλιπινεζες. Απο την αλλη, ειναι οι αστυνομικοι που ξυλοφορτωνουν τους αναιδεις πληβειους, τους οποιους καποια κωλοπαιδα τους ονομαζουν μπατσους-γουρουνια-δολοφονους, παρατσουκλι τελειως αδικο αφου τα γουρουνια ειναι γλυκουλικα ζωακια, και οποιος δεν με πιστευει να δει την ταινια Babe.
    (Από εδώ)

  3. Υγειονομικό, παρουσιάστηκα Μεσολόγγι, Τεχνικός Αποθηκάριος. :o
    Πραγματικές ειδικότητες:
    Ελαιοχρωματιστής πυροσβεστικών φωλεών (τις επισκεύασα - έβαψα όλες, σε δύο στρατόπεδα)
    Τηλεφωνητής (βυσμάτωμα από τους παλιούς επί ένα μήνα) (από εδώ)

wanted: καταζητούμενος ή επιθυμητός; (από BuBis, 28/09/09)μη με βυσματώνεις ρε γαμώτο... (από BuBis, 28/09/09)χωριανοί! αδικήθηκε ο μπλακτζόνης! (από BuBis, 28/09/09)Είναι ατομο ο έλεκτρον; Η μήπως έιναι συγγραφική ομάδα, όπως αναφέρει στο τρίτο του σχόλιο;  (από GATZMAN, 28/09/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τιραμισουρεαλιστική έκφραση.

Απαντάται συνήθως υπό μορφήν ερώτησης, ρητορικού τύπου: Μα καλά ρε μαλάκα, εσύ τη μαρμελάδα στ' αυτιά τη βάζεις; Ή ως νουθεσία: Σου 'χω πει τόσες φορές, τη μαρμελάδα την τρώμε, δεν τη βάζουμε στ' αυτιά μας... Εναλλακτικά, χρησιμοποιείται αντί μαρμελάδας η πολυαγαπημένη μερέντα: Το ξέρουμε ότι σ' αρέσει η μερέντα, αλλά μπορείς τουλάχιστον να μην τη βάζεις στ' αυτιά σου;

Η αιτία της επίπληξης προφανής. Κάτι είπαμε στον άλλο, κι αυτός δεν το άκουσε, είτε επειδή ήταν αφηρημένος είτε επειδή όντως έχει κάποιο ψιλοπροβληματάκι με την ακοή του, που πιθανόν ακόμη να μη γνωρίζει. Και αντί λοιπόν να μας απαντήσει επί της ουσίας, βγάζει ένα μακρόσυρτο όσο και σπαστικό «Τίιιιιιι;;» που μας κάνει να τα πάρουμε στο κρανίο και να του τα χώσουμε δεόντως.

Συναφείς εκφράσεις

  1. Κουφάλογο. Κομματάκι βαρύ και ενδεχομένως προσβλητικό.
  2. Βγάλε τα γράσα απ' τα αυτιά. Κι αυτή η έκφραση είναι δηλητηριώδης, καθώς τα λιπαρά γράσα παραπέμπουν στο κερί που σχηματίζεται μέσα στην κοιλότητα του αυτιού και δυσχεραίνει την ακοή. Είναι σαν να λες στον άλλο ότι είναι βρωμύλος και δεν πλένει τ' αυτιά του.
  3. Περήφανος στ' αυτιά. Ήπια σχετικά έκφραση, μάλλον μπαμπαδίστικη.
  4. Τα αυτιά σου τα πέτσινα.

Σημειωτέον ότι ποτέ δεν χρησιμοποιούμε τα ανωτέρω όταν προσπαθούμε να συνεννοηθούμε με έναν πραγματικά κουφό, άτομο δλδ με αποδεδειγμένα προβλήματα ακοής. Εκτός αν είμαστε τελείως κάφροι, ασεβείς και κανίβαλοι.

Τέλος, παραμένει άλυτο μυστήριο το γιατί κανείς να επιλέξει να τοποθετήσει τη μαρμελάδα στ' αυτιά του αντί να τη φάει. Μήπως για να μην παχύνει; Και γιατί δεν λέγεται κάτι αντίστοιχο και για τα μάτια, όταν δλδ κάποιος αδυνατεί να διακρίνει κάτι που του δείχνουμε;

— Πήδηξα που λες εκείνο το γκομενάκι που είχαμε γνωρίσει τις προάλλες...
— Τιιιιιί; Ξαναπές το μία, δεν σ' έπιασα, έχει και πολλή βαβούρα εδώ...
— Ε ρε μαρμελάδα στ' αυτιά που 'χει πέσει...
— Τι είπες πάλι; Μίλα πιο δυνατά ρε...
— Ρε δε μας γαμάς λέω γω βραδιάτικα, βαρηκοΐα και πάσης Ελλάδος...

Δοχείο συλλογής μαρμελάδας στην υποσαχαρική Αφρική (από Vrastaman, 02/10/09)

Αυτιά και λοιπές πάστες: μαρμελάδα, γράσο, παστελάδα, τίκρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το περίφημο μοντέλο DS της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας Citroën. Από τα δημοφιλέστερα τετράτροχα όλων των εποχών, πούλησε 1,5 εκατομμύρια τεμάχια κατά τη διάρκεια των 20 ετών παραγωγής του (1955-1975).

Το προσωνύμιο βάτραχος, ως εναλλακτική ονομασία του όλου αυτοκινήτου, είναι καθαρά ελληνική πατέντα, καρπός του ελληνικού ονοματοδοτικού δαιμονίου. Προφάνουσλυ, η έμπνευση δόθηκε πιο πολύ από τα μεγάλα και τουρλωτά μπροστινά φανάρια του DS, που μοιάζουν με τα μάτια του συμπαθούς πρασινωπού αμφιβίου. Γνωστά στην αλλοδαπή ως frog-eyes. Στη χώρα παρασκευής του, το μοντέλο είναι επίσης γνωστό ως Déesse (θεά), όρος που γνώρισε κάποια διάδοση και εκτός γαλλικών συνόρων. Πάντως, θεωρείται γενικά πως ο σχεδιαστής F. Bertoni εμπνεύσθηκε το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου από τα σαγόνια του καρχαρία.

Ο Βάτραχος ήταν ένα χλιδάτο και γαμιστερό για την εποχή του αμάξι, που προκάλεσε αίσθηση. Φουτουριστικός και αεροδυναμικός σχεδιασμός του αμαξώματος, και βέβαια η περίφημη υδροπνευματική ανάρτηση, η μεγάλη πατεντιά της Citroën. «Σαν να έπεσε απ' τον ουρανό» όπως σχολίασε ο στρουκτουραλιστής θεωρητικός της λογοτεχνίας Roland Barthes. Συμβόλιζε την αναγεννώμενη ισχύ της βαριά τραυματισμένης από τον πόλεμο Γαλλίας. Σήμερα, θα το κατατάσσαμε στην κατηγορία μαούνα, βάρκα ή νεκροφόρα.

Ο Βάτραχος είναι όμως και απόλυτα καλτ, αναγνωρίσιμο σύμβολο της αδηφάγου Pop Κουλτούρας. Αγαπήθηκε με πάθος, όπως και το Κατσαριδάκι, από αντικομφορμιστές κουλτουριάρηδες και λοιπές αλτερνατίβες. Το 1999, στο διαγωνισμό για το Αυτοκίνητο του Αιώνα, το βατράχι κατέκτησε την τρίτη θέση. Για την ιστορία, πρώτο ήταν το Ford T, δεύτερο το Mini, τέταρτος ο Σκαραβαίος και πέμπτο το Πορσικό το 911.

  1. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση και ο προχωρημένος για την εποχή του σχεδιασμός, αυτά που τράβηξαν την προσοχή του κοινού. Οι τεχνολογικές καινοτομίες που εισήγαγε ο «βάτραχος» ήταν και πολλές και σημαντικές: Στο DS εφαρμόστηκε για πρώτη φορά πλήρως η θρυλική υδροπνευματική ανάρτηση, μεταβαλλόμενου ύψους.
    Από εδώ.

  2. Στα τέλη του 2005, ακριβώς πενήντα χρόνια μετά, η Citroen παρουσίασε τη C6, τον «εγγονό του βατράχου», που το φθινόπωρο έρχεται πια και στην Ελλάδα.

Ο «βάτραχος» δεν έγινε θρύλος τυχαία, ούτε με τα όπλα του μάρκετινγκ. Ήταν ένα αυτοκίνητο πολύ μπροστά από την εποχή του. Και, φυσικά, για να φτάσει να γίνει σύμβολο μιας χώρας και, κυρίως, ενός τρόπου ζωής, μιας τάσης που συνδύασε μοναδικά την αισθητική με την τεχνολογία. Από εδώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα λεπτά τριχοειδή εξογκώματα - απολήξεις, που βρίσκονται πάνω στα καινούρια λάστιχα, αυτά που μόλις βγήκαν απ' το εργοστάσιο και δεν έχουν ακόμα πατήσει χώμα ή άσφαλτο (απάτητα).

Τα ακροφύσια του ελαστικού, στο πιο επιστημονικό. Τα ελαστικά χύνονται σε καλούπια, και οι τρίχες αντιστοιχούν στις οπές από όπου πέρασε (χύθηκε) το ρευστό καουτσούκ που κατόπιν στερεοποιήθηκε μέσα στο καλούπι.

Δεν έχουν καμιά πρακτική χρησιμότητα. Μετά από ελάχιστο διάστημα πατήματος του ελαστικού, αποκόπτονται.

Ο μόνος λόγος που ασχολούμαστε εδώ με τρίχες: η ύπαρξη των εν λόγω απολήξεων αποδεικνύει πως το πατούμενο είναι φρέσκο και απάτητο, προσφέροντας προφ άριστη πρόσφυση. Το αντίθετο ενός φρέσκου και δροσερού πατούμενου είναι το ξερό ή ξεραμένο (πολυκαιρισμένο) ή το φαγωμένο (για τους καυλοτίμονους που αρέσκονται σε σπινιαρίσματα, κοκαλώματα, πατικωλίδια και λοιπά ινδιάνικα κόλπα).

Κι αν το λαστιχάκι είναι καινούριο, τότε μάλλον και όλο το εργαλείο είναι όπως βγήκε από τη μαμά του, της κούτας.

- Καινούριο είναι φίλε το μηχανάκι, όπως το πήρα απ' την αντιπροσωπεία, με τις τρίχες, δε βλέπεις;

Ισοδύναμες εκφράσεις:

  • [i]Mε τις ζελατίνες,
  • Δεν έχω προλάβει ούτε να κλάσω στο κάθισμά του,
  • Παρθένα.[/i]
  1. Το να φερμάρεις αμάξι ή μηχανάκι με τις τρίχες, δλδ καινούριο, θεωρείται ύψιστη επιτυχία για τα κυκλώματα που κλέβουν οχήματα και εν συνεχεία τα εμπορεύονται, συνήθως υπό μορφή ανταλλακτικών.

  2. - Τα έμαθες για το Νικολάκη; Μόλις έχασε καινούριο Fazer, μια βδομάδα σκάρτη να το κράτησε. Του το βούτηξαν μέσα απ' το γκαράζ του σπιτιού του, έτσι, με τις τρίχες απ' τα λάστιχα απάνω...

(από johnblack, 06/10/09)(από Vrastaman, 06/10/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οι Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού. Σολωμού 3 Κορυδαλλός, Τ.Κ 18110, τηλ. Διεύθυνσης 4957136, τηλ. Γραμματείας 4950339, fax 4964503. Για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται.

Το εξωτικό προάστιο του Δήμου Κορυδαλλού, έχει ονομαστεί προφανώς έτσι εκ του ομωνύμου πτηνού, είναι όμως γνωστό ανά την υφήλιο για τις Φυλακές του: Δικαστική Φυλακή για τους άνδρες + Κλειστή Φυλακή Γυναικών.

Όταν ακούσεις κάποιον να λέει «Κορυδαλλός», στάνταρ 7 στις 10 φορές αναφέρεται στη γνωστή Φυλάκα, κατά σχήμα συνεκδοχής. Αν θεωρήσουμε αυτό το σχήμα λόγου ως ένα πρώτο σλανγκικό επίπεδο, τότε με τη χρήση της λέξης «πουλί» περνάμε σε ένα δεύτερο επίπεδο, που προϋποθέτει την εξοικείωση με το πρώτο. Δεν στέκει δλδ να αρχίσεις με τη μία να λες τις Φυλακές «πουλί», χωρίς πρώτα να έχεις χρησιμοποιήσει ουκ ολίγες φορές την έκφραση «στον Κορυδαλλό», «στον εξωτικό Κορυδαλλό», «στην εξοχή του Κορυδαλλού», «στο φρέσκο του Κορυδαλλού» κ.ο.κ.

Κανονικά θα έπρεπε να γράφεται και με κεφαλαίο: το Πουλί. Είναι όμως φρέσκια η σλανγκιά και ωσεκτουτού άγνωστη προς το παρόν στον γραπτό λόγο. Οπότε παραμένει το αρχικό μικρό μέχρι νεωτέρας διαταγής. Φιλάκια.

  1. — Που χάθηκε ο Μπαμπίνος;
    — Δεν τα 'μαθες; Μπούκαρε σ' ένα βενζινάδικο, τον τσάκωσαν και τώρα κάνει διακοπές διαρκείας στο πουλί.

  2. Τον είχαν στην Κέρκυρα κι έβαλε λυτούς και δεμένους να τον φέρουν εδώ Αθήνα, στο πουλί, να 'ρχεται η γυναίκα να τονε βλέπει καμιά φορά.

  3. Με τις μαλακίες που κάνεις σε βλέπω με εισιτηριάκι πρώτη θέση για το πουλί. Στ' αρχίδια σου, συνέχισε, κι εγώ θα 'ρχομαι να σου φέρνω τσιγάρα. Μαλάκα, ε μαλάκα.

Για την απόλυτη εκτέλεση βλ. το Pink Flamingos του John Waters (από Vrastaman, 29/10/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γαμάω. Τόσο απλά.

Κι αν θέλουμε να το κάνουμε και φραγκοδίφραγκο, να πούμε πως ο γαμιάς «φορτώνει» τη ψωλή του στο «θύμα», της τον ακουμπάει. Για να «φορτώνει» όμως την ψωλή, πρέπει κι η ψωλή να είναι «φορτίο», να έχει δλδ κάποιο υπολογίσιμο βάρος. Η χρήση λοιπόν του ρήματος υποδηλώνει slightly το μεγάλο μέγεθος της πούτσας αυτού που γαμεί.

Κι επειδή επανάληψη μήτηρ μαθήσεως κλπ, ας κάνουμε μια λιστούλα - ενδεικτική, not εξαντλητική - συνωνύμων, έτσι για την καύλα μας.

Σπρώχνω - σπρώξιμο.

Σφίγγω - σφίξιμο.

Πνίγω

Κομματιάζω

Σφυρίζω (ένα πούτσο to sbd)

Τον ακουμπάω (τον πούτσο to sbd)

Aλλάζω τα υδραυλικά

Πετάω τα μάτια όξω (to sbd)

Kάνω παρέλαση

Παίζω καράτε

Χρακάρω (από τον ήχο «χρακ» / «κρακ» που κάνουν οι εισαγωγές-εξαγωγές)

Φιστικώνω

Πατάω (συνηθ. στη φράση «της πάταγες ένα πούτσο;»)

Μανικώνω / ρίχνω ένα μανίκι

Ταΐζω κρέας (sbd)

Σερβίρω ένα πούτσο (π.χ. της τον σέρβιρα άνετα)

Κερνάω (π.χ. το κέρναγες το μωρό που περνάει;)

Σφάζω (π.χ. το έσφαζες; - στο γόνατο...)

Σπάω στον πούτσο sbd - Σπάσιμο (π.χ. κορμάκι λεπτεπίλεπτο για σπάσιμο)

Ξηγάω τ' όνειρο

Πετσώνω - πέτσωμα.

Τεντώνω - τέντωμα.

Τον βρέχω (κάπου ζεστά και υγρά)

  1. - Βγήκατε τελικά με το μωρό απ' το FB;
    - Ναι, την Παρασκευή. Κάτι φιλάκια πέσανε στην καφετέρια και λίγο μπαλαμούτι μέσα στ' αμάξι όταν τη γύριζα.
    - Άρα το φόρτωμα αναβλήθηκε να υποθέσω..
    - Όχι για πολύ φίλος, όχι για πολύ...

  2. - Μαλάκα δε στα είπα, ξαναβρεθήκαμε με το μωρό απ' το Face...
    - Ένα μόνο θα σου πω. Φόρτωσες;
    - Όχι ρε γμτ, μου είπε πως είχε τα ρούχα της.
    - Κι εσύ το 'χαψες το μυθιστόρημα που σου σέρβιρε. Α ρε θύμα! Μια ζωή αγκαλίτσας θα μείνεις και καληνυχτάκιας περιωπής...

Θέλω να με φορτώσω, αλλά το ρουμλετάδικο είναι κατηλειμμένο. Που σου να μην κάνω κράτηση! (από GATZMAN, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified