Λιγούρι, ο λιμασμένος, ο γύφτος.

- Ήρθε σπίτι μου χτες και μου άδειασε το ψυγείο το λιμάρι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιβεβαίωση ανδρισμού σε ποικίλες καταστάσεις: στο κρεβάτι, σε κάποιο παιχνίδι, όταν επιτυγχάνεται κάτι πολύ δύσκολο, κλπ.

  1. (σε φίλο)
    - Πάρ' τα μωρή άρρωστη σ' έχω ξεκωλιάσει στο μπιλιάρδο σήμερα!

  2. (στο κρεβάτι χυδαία)
    -Πάρ' τα μωρή άρρωστη, τα φλόκια όλα για πάρτη σου μωρό μου!...

Σχετική διαβόητη αφίσα της ΔΑΠ. (από Khan, 28/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως στην επαρχία οταν κάποιος κάνει χαζομάρες ή είναι άβουλος, και παραπέμπει στα οικόσιτα κτήνη.

Ρε το ζωντανό, πήγε και κόλλησε το αγροτικό μέσα στο χωράφι.

ή

Περιμένεις να ψηφίσουν κάτι διαφορετικό απ' αυτό που τους είπε ο μπαμπάς τους, αυτά τα ζωντανά;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Συνθηματικό για τα υπνωτικά χάπια hypnostedon, χρησιμοποιούμενο από λάτρεις του σπορ.

  2. Τεμπελχανάς, πολύ αργός τύπος.

  1. - Πήγα Ομόνοια και πήρα 5 ύπνους.
    - Ωραίοος.

  2. - Άντε ρε ύπνε φέρε αυτές τις κούτες να τελειώνουμε, μια ώρα κάθεσαι και τις κοιτάς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο νταής, ο βαρύμαγκας (ειρωνικά συνήθως). Παρμένο απ' τους μάγκες του Ψυρρή τη δεκαετία του '20, που ρίχναν τα ζωνάρια τους στον δρόμο για να τα πατήσει κάποιος περαστικός και να αρχίσουν καβγά.

Πολύ κουτσαβάκι την έχει δει ο Νταήδης και θα τον τσακίσω στο ξύλο καμιά ώρα.

(από suxumuxu, 26/10/10)

Βλ. και κουτσαβάκης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Λαϊκιστί: το λάχανο.

  2. Το πρόσωπο, ειρωνικά κυρίως.

  3. Η σφουγγαρίστρα στον στρατό.

  4. Οτιδήποτε κατώτερο ποιοτικά.

  1. Μάπα το καρπούζι.

  2. Θέλει και πιπινάκια το χούφταλο. Δεν πα' να κοιτάξει τη μάπα του στον καθρέφτη;

  3. Νέος, πάρε μάπα-σκούπα και πήγαινε να καθαρίσεις τον θάλαμό σου.

  4. Μην αγοράσεις ηλεκτρικά από κει, βγαίνουν όλα μάπα.

(από xalikoutis, 05/10/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φαγητό, ποτό ή οτιδήποτε αναλώσιμο, νοθευμένο ή σάπιο, γενικώς αυτό που προκαλεί απλά αηδία ή χειρότερα δηλητηρίαση.

Χρησιμοποιείται ευρέως στην Ικαρία.

- Πω πω, έφαγα 1 σάντουιτς το πρωί και ψακώθηκα.
- Και γω είμαι χάλια απο χτες. Ήπια μια τεκίλα και ήταν ψακί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στη στρατιωτική γλώσσα τα παλιά Ρέο (στρατιωτικά φορτηγά) λόγω του ότι η χρονολογία κατασκευής (γύρω στο '60-'65) και η προέλευση (Αμερική) παραπέμπουν στον πόλεμο του Βιετνάμ (ίσως και να περάσαν όντως απο Βιετνάμ, διόλου απίθανο!).

-Ρε σειρά με τι κατέβασες τα παιδιά στο πεδίο βολής;

-Με τη Βιετναμέζα, ευτυχώς που ζούμε ακόμα!

Δείγμα στρατιωτικού οχήματος Ρέο (M35). (από patsis, 08/12/09)

Got a better definition? Add it!

Published

«Καρντάσης» και «καρντασάκι»:αδελφός, αδελφάκι απ' το τούρκικο kardash.

Χρησιμοποιείται στη Μακεδονία μεταξύ φίλων.

- Ρε καρντασάκι, πότε θα βρεθούμε για κάνα καφέ;
- Χαλαρά δικέ μου, όποτε θες μέσα.

Δες και θεσσαλονικιώτικα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στρίγγλα και κακιασμένη γυναίκα, της οποίας οι παραξενιές οφείλονται σε άγαρμπες παλιές σχέσεις.

- Μας έχει τρελάνει στο καψόνι αυτή η Καριολίδου στη δουλειά.
- Κακογαμημένη είναι και ξεσπάει στ' αγοράκια η μαλάκω, αγνόησέ την.

βλ. και στραβογαμημένη

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified