Λιγούρι, ο λιμασμένος, ο γύφτος.
- Ήρθε σπίτι μου χτες και μου άδειασε το ψυγείο το λιμάρι!
Λιγούρι, ο λιμασμένος, ο γύφτος.
- Ήρθε σπίτι μου χτες και μου άδειασε το ψυγείο το λιμάρι!
Got a better definition? Add it!
Επιβεβαίωση ανδρισμού σε ποικίλες καταστάσεις: στο κρεβάτι, σε κάποιο παιχνίδι, όταν επιτυγχάνεται κάτι πολύ δύσκολο, κλπ.
(σε φίλο)
- Πάρ' τα μωρή άρρωστη σ' έχω ξεκωλιάσει στο μπιλιάρδο σήμερα!
(στο κρεβάτι χυδαία)
-Πάρ' τα μωρή άρρωστη, τα φλόκια όλα για πάρτη σου μωρό μου!...
Got a better definition? Add it!
Λέξη που χρησιμοποιείται κυρίως στην επαρχία οταν κάποιος κάνει χαζομάρες ή είναι άβουλος, και παραπέμπει στα οικόσιτα κτήνη.
Ρε το ζωντανό, πήγε και κόλλησε το αγροτικό μέσα στο χωράφι.
ή
Περιμένεις να ψηφίσουν κάτι διαφορετικό απ' αυτό που τους είπε ο μπαμπάς τους, αυτά τα ζωντανά;
Got a better definition? Add it!
Συνθηματικό για τα υπνωτικά χάπια hypnostedon, χρησιμοποιούμενο από λάτρεις του σπορ.
Τεμπελχανάς, πολύ αργός τύπος.
- Πήγα Ομόνοια και πήρα 5 ύπνους.
- Ωραίοος.
- Άντε ρε ύπνε φέρε αυτές τις κούτες να τελειώνουμε, μια ώρα κάθεσαι και τις κοιτάς.
Got a better definition? Add it!
Ο νταής, ο βαρύμαγκας (ειρωνικά συνήθως). Παρμένο απ' τους μάγκες του Ψυρρή τη δεκαετία του '20, που ρίχναν τα ζωνάρια τους στον δρόμο για να τα πατήσει κάποιος περαστικός και να αρχίσουν καβγά.
Πολύ κουτσαβάκι την έχει δει ο Νταήδης και θα τον τσακίσω στο ξύλο καμιά ώρα.
Βλ. και κουτσαβάκης
Got a better definition? Add it!
Λαϊκιστί: το λάχανο.
Το πρόσωπο, ειρωνικά κυρίως.
Η σφουγγαρίστρα στον στρατό.
Οτιδήποτε κατώτερο ποιοτικά.
Θέλει και πιπινάκια το χούφταλο. Δεν πα' να κοιτάξει τη μάπα του στον καθρέφτη;
Νέος, πάρε μάπα-σκούπα και πήγαινε να καθαρίσεις τον θάλαμό σου.
Μην αγοράσεις ηλεκτρικά από κει, βγαίνουν όλα μάπα.
Got a better definition? Add it!
Φαγητό, ποτό ή οτιδήποτε αναλώσιμο, νοθευμένο ή σάπιο, γενικώς αυτό που προκαλεί απλά αηδία ή χειρότερα δηλητηρίαση.
Χρησιμοποιείται ευρέως στην Ικαρία.
- Πω πω, έφαγα 1 σάντουιτς το πρωί και ψακώθηκα.
- Και γω είμαι χάλια απο χτες. Ήπια μια τεκίλα και ήταν ψακί.
Got a better definition? Add it!
Στη στρατιωτική γλώσσα τα παλιά Ρέο (στρατιωτικά φορτηγά) λόγω του ότι η χρονολογία κατασκευής (γύρω στο '60-'65) και η προέλευση (Αμερική) παραπέμπουν στον πόλεμο του Βιετνάμ (ίσως και να περάσαν όντως απο Βιετνάμ, διόλου απίθανο!).
-Ρε σειρά με τι κατέβασες τα παιδιά στο πεδίο βολής;
-Με τη Βιετναμέζα, ευτυχώς που ζούμε ακόμα!
Got a better definition? Add it!
«Καρντάσης» και «καρντασάκι»:αδελφός, αδελφάκι απ' το τούρκικο kardash.
Χρησιμοποιείται στη Μακεδονία μεταξύ φίλων.
Δες και θεσσαλονικιώτικα.
Got a better definition? Add it!
Στρίγγλα και κακιασμένη γυναίκα, της οποίας οι παραξενιές οφείλονται σε άγαρμπες παλιές σχέσεις.
- Μας έχει τρελάνει στο καψόνι αυτή η Καριολίδου στη δουλειά.
- Κακογαμημένη είναι και ξεσπάει στ' αγοράκια η μαλάκω, αγνόησέ την.
βλ. και στραβογαμημένη
Got a better definition? Add it!