Αυτός που χώνεται παντού απρόσκλητος και αναπάντεχα, σαν την πορδή.

-Μη πετιέσαι ρε φίτσουλα εκεί που δε σε σπέρνουν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κουνιέμαι υπερβολικά περπατώντας στον δρόμο.

Η τύπισσα κουνιόταν σα να είχε καταπιεί τον Εγκέλαδο. Όλοι την σχολίαζαν, αλλά αυτή καμάρωνε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εφαψίας.

- Είχε μεγάλο στριμωξίδι στο μετρό το πρωί και βρήκε ευκαιρία ένας ψυχάκιας χούφτερμαν να χουφτώσει μια γυναίκα. Έφαγε όμως με τη σειρά του μια τσιμπιά στα παπάρια κι ακόμα σκούζει ο ανώμαλος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κουνιέμαι υπερβολικά περπατώντας δημοσίως.

Σιγά ρε παιδί μου, μην κουνιέσαι τόσο, θα χυθεί ο αφρός του φραπέ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κως. Επαιδή στην Κω το μπουκάλι το προφέρουν «μποχάλι».

Το καλοκαίρι θα παω διακοπές στην Μποχαλία.

Η Μπόχαλη της Ζάκυθος (από HODJAS, 16/02/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανωτάτη Τιναχτική Eλαιοδένδρων.

Ο πονηρός είσαι εσύ ρε φίλε, εμείς δεν ξέρουμε την τύφλα μας. Έχουμε τελειώσει, βλέπεις, την Α.Τ.Ε. ενώ εσύ είσαι πανεπιστήμονας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπούρδα, βλακεία, απορία.

Γιατί δεν σκέφτεσαι πριν μιλήσεις ρε μαλάκα, μας τρέλανες στις αρχιδιές.

Βλ. και παπαρδέλες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μελαχρινή.

Δεν είναι γνήσια ξανθή. Είναι μαυρομούνα βαμμένη.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παππάς κουνιστός.

Πήγα να εξομολογηθώ και με ζαχάρωνε. Ουστ ρε πρωκτόπαππα!

(από xalikoutis, 17/10/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνεχής απασχόληση με το σεξ.

Όλη μέρα ο νους του είναι στο καυλομαχητό. Κολλημένη πυξίδα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified