Κυριολεκτικά: Ο τύπος που επιδίδεται στην τέχνη του στοματικού έρωτος, κοινώς της πίπας. Ένα ακόμη από τα πολλά συνώνυμα του τσιμπουκιού, του πουτσογλείφτη, του σακομπόλη, του τσιμπουκλή κ.α.

Η κατάληξη -δόρος προσδίδει θα λέγαμε έναν ιταλικό αέρα και νότες από την Αιώνια Πόλη, Fontana di Trevi κτλ. Η κατάληξη -δόρος όπως και οι περισσότερες αν όχι όλες άλλωστε οι λέξεις με την ίδια κατάληξη μας έμειναν μεταπολεμικά (αβανταδόρος, τορναδόρος, πιτσαδόρος κ.α).

Mεταφορικά: Late ενενήνταζ λέξη που πολλοί συνσλαγκιστές γεννημένοι την δεκαετία του '80 ίσως την θυμούνται με νοσταλγία από τα σχολικά τους χρόνια.
Χρησιμοποιούνταν συνήθως μειωτικά για τον γκέι ή τον και καλά γκέι της τάξης.

- Ρε μαλάκα μ'όλους τους γκέι της τάξης κάνεις παρέα;
- Ποιούς ρε μαλάκα; Με τον Στέφανο ήμουν στο γηπεδάκι.
- Ποιόν Στέφανο ρε μαλάκα; Τον μεγαλύτερο πιπαδόρο του ΤΕΕ; Ντροπή σου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη από τις λέξεις καριόλης και πούστης. Υποείδος της συνομοταξίας των στη-πού. Ο καριολόπουστας συνδυάζει τις ποταπές ιδιότητες:

1) Ενός στη-πού κατά κύριο λόγο μεταφορικά (μπαμπέσης, καθίκι, ύπουλος κτλ) και σε σπανιότερες περιπτώσεις κυριολεκτικά (πισωγλέντης, αδερφή νοσοκόμα κτλ.).

2) Ενός καριόλη (ξανά μπαμπέση, ανήθικου τύπου κτλ).

Συνηθίζεται να αποκαλούν κάποιον καριολόπουστα όταν είναι ιδιαίτερα μισητός και τις περισσότερες φορές θα το ακούσει κάποιος να ακούγεται όταν ψιλοανεβαίνουν οι τόνοι σε μια συζήτηση για πολιτικά, αθλητικά κ.α. Είναι μια καθαρά καφενοβιακής κοπής λέξη. Το ατού της είναι ότι είναι πιο «χορταστική», πιο «γεμάτη», πιο ικανοποιητική (για τον πομπό) όταν ειπωθεί από ένα καριόλη ή ένα στη-πού σκέτο ακριβώς γιατί εξαπολύει περισσότερη αρνητική ενέργεια στην γύρω ατμόσφαιρα αλλά και μεγαλύτερο πλήγμα στον δέκτη (αν είναι κάποιος εκ των παρευρισκομένων και όχι κάποιο πρόσωπο στην τηλεόραση ή που δεν είναι παρών φυσικά).

Υποκοριστικό του καριολόπουστα είναι το «καριολοπούστρικο» (σπανιότατη λέξη για νεαρό ή ενοχλητικό μούλικο). Η αντίστοιχη εκδοχή του καριολόπουστα όταν πρόκειται για κάποιο θήλυ είναι το «καριολόμουνο», το «καριολομούνικο» (υποκοριστικό για πολύ νεαρό θήλυ), το «καριολοπούτανο» κ.ά.

  1. -Ρε συ τα ίδια και τα ίδια γαμημένα γερόντια παίζουν στην Εθνική Ελλάδος. Τα ίδια και τα ίδια με αυτόν τον καριολόπουστα τον ... .(κάποτε λέμε τώρα).

  2. -Πω ρε φίλε χθες βράδυ ήρθαν επίσκεψη μια συνάδελφος της δικιάς μου και έφερε κι ένα καριολοπούστρικο μούλικο μαζί της. Δεν έκατσε λεπτό. Μας έπρηξε όλο το βράδυ τ' αρχίδια πάνω κάτω.

  3. -Τι κοιτάς ρε φίλε; Χάζεψες με τις γκόμενες.
    - Κοιτάω πόσο μα πόσο καριολοπούτανα είναι. Κοντή φούστα το καταχείμωνο ρε αν είναι δυναμόν που λέει κι ο Γεωργίου.

(από Mpiliardakias, 05/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η κραγμένη στον υπερθετικό βαθμό. Η τελείως κραγμένη. Η αποτελειωμένη και ξεφτιλισμένη λούγκρα. Ο απόπατος του gay οικοσυστήματος. Η απόλυτη αδέρφω. Η πουστάρα του κερατά. O σερ Λάνσελοτ του Αδερφάτου των Ιπποτών. Ο τιτανοτεραστίου βεληνεκούς στης-πού κ.ά.

Συνήθως η κοινωνική θέση της κεκραγμένης βρίσκεται πιο κάτω από τον μέσο όρο. Οι κεκραγμένες που κατέχουν ανώτερη κοινωνική θέση είναι πολύ σπάνιες γιατί η ανατροφή, η παιδεία, το lifestyle και το κύρος τους σπάνια τους επιτρέπει να εξελιχθούν σε «αρχοντοκεκραγμένες»(κάτι αντίστοιχο με τις αρχοντοπουτάνες αλλά σε στη-πού), την κρεμ ντε λα κρεμ, την αφρόκρεμα της πουτσίλας της gay αριστοκρατίας. Εν ολίγοις δύσκολα θα δει κάποιος ξεφτιλισμένη αρχοντοκεκραγμένη να γαμιέται σαν καρνάβαλος σε κάνα πάρκο με περίεργους τύπους χαμηλής κοινωνικής θέσης όπως η «ξαδέρφη» της η απλή κεκραγμένη.

Επίσης, η κεκραγμένη και συγκεκριμένα η «αρχή της κεκραγμένης» θα μπορούσε σε ένα παράλληλο gay σύμπαν να είναι κάτι σαν την «αρχή της δεδηλωμένης», τον όρο δηλαδή του Συνταγματικού Δικαίου που ορίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών κτλ. με την διαφορά ότι θα μπορούσε (με μια εντελώς εικαστική προσέγγιση) να εκφράζει αντίστοιχα τον όρο του Συνταγματικού Δικαίου των στη-πού κτλ.

- Έβλεπα πάλι στο youtube εκείνα τα παλιά μεσημεράδικα μ' εκείνη την κραγμένη τον Σ**********λο την θυμάσαι;
- Πως να μην την θυμάμαι ρε τέτοια κεκραγμένη; Καλά πώς μπορείς και βλέπεις αυτές τις μαλακίες;

(από Mpiliardakias, 04/02/15)(από Mpiliardakias, 04/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θεωρητικά: Η ομορφιά προσωποποιημένη, το με απέραντο κάλλος νεαρό μπουμπούκι, κάτι σαν adagio που μόνο ένα εξασκημένο αφτί μπορεί να διακρίνει το πασίγνωστο βασικό θέμα από την Ενάτη του Μπετόβεν, από τον Ύμνο στη Χαρά του Σίλερ:

« [...]ω Κόρη των Ηλυσίων Πεδίων,
ω Κόρη του Θεού, ω Κόρη του Ανθρώπου,
ω Κόρη του Υπέρτατου Όντος[...] »

Όλες οι ομορφιές του κόσμου, όλες οι αρετές που μπορούν να βρίσκονται σε μία κοπέλα μονάχα με μια δωρική, λιτή και απέριττη λέξη με τέσσερα γράμματα... (η) κόρη.

Πρακτικά/σλανγκικά: Η αδερφή προϊσταμένη. Ο στης-πού. Η τελειωμένη. H φτερού. Η κεκραγμένη. Ο παρενδυτικός ανώμαλος που έχει κάνει δεύτερο σπίτι του το Αβέρωφ ή το Σινέ Κοσμοπολίτ κ.α., ντύνεται σαν καρνάβαλος και έχει χόμπι του να τσιμπουκώνει πέντε πέντε τα γερόντια/κωλομπαράδες χωρίς να του καίγεται καρφί αν έχουν καταρρεύσει από το γέλιο οι υπόλοιποι θαμώνες του τσοντοσινεμά. Ο κλασικός λούγκρας που έχει γεμίσει τις τουαλέτες των Goody's, των Mc Donalds, των ΚΤΕΛ και του κάθε μπαρ με αγγελίες τύπου «Λόλα πάντα διαθέσιμη», «Έλενα μόνο για φορτηγατζήδες» κ.α. με σκοπό να εξαπατήσει το θύμα/υποψήφιο γαμιά με το δέλεαρ ότι πρόκειται για γυναίκα. Έχει συμβεί λίγο πολύ σε όλους μας (καθότι λιγούρια) να παίρνει κάποιος αυτήν την Λόλα ή την Έλενα τηλέφωνο και να απαντάει ο Μπάμπης ο Σουγιάς με αποτυχημένη γυναικεία φωνή.

- Ρε συ, άντρας είναι αυτό εκεί απέναντι; Χαβανέζικο πουκάμισο, μαλλί αλά Εθνικός Πουστάρ και βαμμένη μάπα. Τι κόρη είναι αυτή;
-Τι κόρη ρε φίλε. Αυτή δεν είναι κόρη, είναι τρίκορη!

(από Mpiliardakias, 02/02/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αρσενικό. 'Η και εμπειριάκιας. Η μάστιγα κάθε παρέας. Πριν αναλυθεί το φαινόμενο εμπειρίας θα πρέπει να τονισθεί ότι η ύπαρξή του σίγουρα προϋπήρχε προ Νεοελληνικών μετά-ογδόνταζ χρόνων αλλά η έξαρση του φαινομένου λαμβάνει χώρα τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο εμπειρίας είναι ένα πιο θρασύ είδος ξερόλα, με διαφορετικά ωστόσο κίνητρα, αλλά με παρόμοια απωθητικά χαρακτηριστικά για την παρέα που θα 'χει την ατυχία να τον υποστεί. Διαφέρει με τον ξερόλα στο ότι ο μεν ξερόλας θα προσπαθήσει να πείσει τα μέλη της παρέας του ότι έχει την γνώση των πραγμάτων, καταστάσεων κτλ., ο δε εμπειρίας ότι τα έχει ζήσει. Πρόκειται για το επόμενο, πιο χαρντκόρ και πιο επικίνδυνο στάδιο του ξερόλα.

Μπορεί να δημιουργήσει ακόμα και εντάσεις στην παρέα αν αμφισβητηθεί το μέγεθος ή η ποιότητα των εμπειριών που έχει παραθέσει οι οποίες κατά 99% είναι ασύστολα ψεύδη.

Ο εμπειρίας θα προσπαθήσει να σε πείσει να μην παίξεις στο ΠΡΟ-ΠΟ το Ολυμπιακός~Καλλονή άσσο, γιατί πριν χρόνια του συνέβη κάτι παρόμοιο και παρά τρίχα έχασε το 13άρι. Επίσης να μην ταξιδέψεις Βόλο το σαβ/κο γιατί πριν χρόνια (πάλι) του επιτέθηκε ένα σμήνος ανθρωποφάγων ακρίδων και στο τσακ γλίτωσε όταν έβγαλε το tactical μαχαίρι του και άρχισε να τις ακρωτηριάζει μία προς μία. Το ότι έχει γαμήσει όλες τις γκόμενες της Αθήνας, έχει πάει σε όλα τα κλαμπ από 100 φορές στο καθένα, γυμναστήριο παίζει πάγκο τα 150 για προθέρμανση (κι ας είναι σαν τσίρος), είναι το ψωμοτύρι αυτού του κρετίνου.

Στην πραγματικότητα είναι μόνος χωρίς φίλους και αγκόμενος επί μονίμου βάσεως. Αν τύχει στον δρόμο ή στην παρέα σας αυτός ο αρχικαραγκιόζης έχετε μονάχα 2 επιλογές. Ή να τον αποφύγετε αφού υποστείτε κανά δυο ψεύδη του με διακριτικό τρόπο ή να τον αρχίσετε επιτόπου στα κλωτσομπουνίδια...

- Kαλά τι μας είπε ρε ο άνθρωπας. Ότι πήγε στο Envy, έκανε λογαριασμό 500 και γάμησε 2 γκόμενες μαζί στις τουαλέτες;
- Γάμησε τον μωρέ τον εμπειριάκια. Μαλάκας ψεύτης είναι από τότε που τον ξέρω.

(από Mpiliardakias, 30/09/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός φυσικά από το προσφιλές και γνωστό σε όλους τους Έλληνες εκ Θήρας έδεσμα, στον μικρόκοσμο του συνοικιακού μπιλιαρδάδικου μεταφορικώς δηλώνει την τυχαία καραμπόλα ή τρίσποντη στο Γαλλικό μπιλιάρδο ή οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατον να επιτευχθεί είτε για λόγους δυσκολίας, είτε για λόγους μη επαρκούς εμπειρίας/επιπέδου του παίκτη που την εξετέλεσε κτλ.
Η φάβα στο μπιλιάρδο άλλοτε είναι αποτέλεσμα καθαρής τύχης από λάθος ή στεκιάς αρχάριου παίκτη στυλ «χτυπάω την μπάλα κι όποιον πάρει ο Χάρος» αλλά μπορεί να βγει και από προφέσορα που υπολόγιζε να τις παίξει αλλιώς αλλά τελικά βγήκε η καραμπόλα ή η τρίσποντη με άλλο τρόπο.
Στις μέρες μας χρησιμοποιείται επίσης και στο Αμερικ(λ)άνικο οκτάμπαλο ή εννιάμπαλο στις αίθουσες μπιλιάρδου σαν αστεϊσμός ανάμεσα στους παίκτες. Εδώ βέβαια μιας και οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν μπορεί να βγει φάβα όταν θα μπει κατά τύχη μια μπάλα ή θα μπει άλλη από εκείνη που υπολόγιζε ο παίκτης να μπει, θα μπει η μαύρη ή η «9» με φάβα δίνοντας μια νίκη κτλ.
Όταν η φάβα ξεπροβάλλει σε μεγάλου ειδικού βάρους αναμέτρηση τιτανοκολοσσιαίων συνοικιακών προφεσόρων είθισται να ζητεί εκείνος που την καρπώθηκε(και άρα συνεχίζει να παίζει) συγνώμη λιτά μεν, με σοβαρότητα δε από τον συμπαίκτη του λέγοντας: «συγνώμη για την φάβα».
Εξαιρετικά εκνευριστικό είναι να βγαίνουν σε μια αναμέτρηση φάβες κατ' εξακολούθησην ή πραγματικά απίθανες/διαστημικές φάβες που ούτε οι κανόνες της Φυσικής θα μπορούσαν να επιτρέψουν να συμβούν στο τραπέζι. Η τελευταία είναι η λεγόμενη «σπέσιαλ» ή «με ολίγο κρεμμυδάκι».

-Πάω τουαλέτα, μην ακουμπήσεις το τραπέζι.
-Όταν πηγαίνει ο άλλος τουαλέτα ξέρεις όμως σε τί είμαι καλός.
-Σε τι;
-Βγάζω καλές φάβες!
-Χαχαχα

*(από προσωπική εμπειρία).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη από τις λέξεις πουρό & πιπίνι.

Κοντροβέρσιαλ και οξύμωρη σύνθετη λέξη που επιφανειακά τουλάχιστον δημιουργεί μεγάλης έκτασης κοντράστ, μιας και η λέξη πουρό αντιπροσωπεύει την ωριμότητα, το σίτεμα, το πατσούριασμα κτλ. σε αντιδιαστολή με την λέξη πιπίνι, που αντιπροσωπεύει την νεανικότητα και το σφρίγος του νεαρού θηλυκού ή αρσενικού γκομενακίου.

Κυριολεκτικά θα ήταν αδύνατον να συμπορευτεί η έννοια της πουροσύνης και της πιπινοσύνης εις το ίδιο πρόσωπον. Αν και θα μπορούσε να σημαίνει την εμφάνιση των πρώτων πουροσημαδιών ή πουροενασχολήσεων, ρυτίδων, ωρίμασης σε ένα νεαρό ή σχετικά νεαρό άτομο. Ωστόσο μεταφορικώς η λέξη έχει μάλλον ειρωνικό και σχετικά κοροϊδευτικό/μειωτικό χαρακτήρα προς τον δέκτη, μιας και θέλει να τονίσει με δραματικό αλλά και υπερβολικό τρόπο αυτά τα μικρά και ασήμαντα σημάδια της ωρίμασης, με σκοπό κάτι που μπορεί να ποικίλλει από ένα απλό (αλλά συνήθως όχι ιδιαίτερα αθώο) πείραγμα μέχρι το να μειώσει τον δέκτη.

Συνηθισμένες ηλικίες για να χαρακτηριστεί κάποιος/α ως πουροπίπινο μπορεί να είναι συνήθως μετά τα 25, όπου το άτομο έχει απολέσει και το τελευταίο ψήγμα της όποιας αθωότητάς του και ίσως μέχρι την μετά-milf / προ-mature ηλικία. Συνηθισμένα χαρακτηριστικά και ενασχολήσεις του πουροπίπινου είναι η παρέα με αρκετά μικρότερα σε ηλικία άτομα, η εμμονή με την εφηβική ζωή και την ανεμελιά που αυτή συνεπάγεται, η παντελής έλλειψη οποιονδήποτε υποχρεώσεων, το κατ' επιλογήν ή και όχι ράφι κτλ.

- Πάλι χώρισε η Εύα, την είδα να ξενυχτάει και να τα πίνει με κάτι πιτσιρίκες φίλες της στο Γκάζι. Και μας το έπαιζε φουλ ερωτευμένη με τον τύπο. Τον έστειλε κι αυτόν.
- Άσε ρε με το πουροπίπινο, αυτή αν δεν της τύχει ο Κλούνεϊ δεν παίζει να παντρευτεί.

(από Mpiliardakias, 28/09/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη (βαρέλι & πούτσα). Το μεγάλου πάχους πέος.

Ως βαρελόπουτσα γενικά μπορεί να χαρακτηριστεί και το δυσανάλογα χοντρό για το μήκος του αλλά και το «χορταστικού» πάχους/πλάτους/διαμέτρου πέος, ο αρχοντόψωλος, ο φαρδύς σαν μπουκάλι μπύρας να 'ούμε. Συχνά ακροβατεί στα όρια απόλαυσης και πόνου για την σούφρα μιας γυναίκας (ή ενός ομοφυλόφιλου).

Χαρακτηριστικοί τύποι άντρα που συνήθως είναι και ιδιοκτήτες βαρελόπουτσας είναι brutal τύποι με κοιλιά, πολλές τρίχες, μούσια σε στυλ Μπανάνα Τζο, συνήθως φορούν λευκά πουκάμισα ανοιχτά για να κάνουν κοντράστ οι τρίχες ή φτηνά και αλλόκοτα χαβανέζικα πουκάμισα, γυαλιά ηλίου πρωί-βράδυ, αντρικά αρώματα παλαιάς κοπής, πούρα περιπτεριακά τύπου (Kαρ)Αβάνας κτλ. Γενικότερα μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε και σαν καλτ μερακλήδες με περίεργα γούστα. Ενίοτε κυκλοφορούν και σε πιάτσες όπως η Συγγρού, η Καβάλας, η πλατεία Κουμουνδούρου για κανά άτριχο αγοράκι κτλ.

- Φίλε πόσο τον έχεις εσύ;
- Φίλε δεν τον έχω μεγάλο σε μήκος αλλά μου είναι 9 πόντους πάχος.
- 9;;; Καλά ρε φίλε τι σόι βαρελόπουτσα να'ούμε είναι αυτή;

(από Mpiliardakias, 06/07/14)(από Mpiliardakias, 06/07/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

O μυστακιοφόρος αλλά συνάμα βαρύς κι ασήκωτος μόρτης. Λέξη βασισμένη στον φανταστικό χαρακτήρα «Μυστόκλα» από την ταινία «Μήτσος ο ρεζίλης»(1984). Τον ρόλο του ρεμπέτη μάγκα Μυστόκλα υποδύθηκε ο αείμνηστος Σωτήρης Μουστάκας. Χρησιμοποιείται μάλλον χιουμοριστικά ή/και ειρωνικά για κάποιον (ψευτό)βαρύμαγκα με μεγάλα μουστάκια ή με μουστάκια γενικότερα που παραπέμπουν σε αισθητική της τότε εποχής.

Μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν για το αν η λέξη αποτελεί προϊόν λεξιπλασίας ή παρθενογένεσης/προϊόν φαντασίας του σεναριογράφου. Πιθανή εικασία θα μπορούσε να ήταν ότι αποτελείται από τις λέξεις Μυστάκιον και Πιστόλα με την κατάληξη -ς, (αρσενικό). Δεδομένου ότι ο Μυστόκλας ήταν φανταστικό και όχι πραγματικό πρόσωπο γιατί στην ταινία παρουσιάζεται εκτός τόπου και χρόνου μιας και ο ίδιος, οι υπόλοιποι μάγκες και το περιβάλλον παρουσιάζει καταστάσεις προπολεμικές ή πρώιμες μεταπολεμικές(1925-1950) και περιέργως λόγω κακού σεναρίου/σκηνοθεσίας πριν την σκηνή του Μυστόκλα γράφει χαρακτηριστικά «Αθήνα 1984». Κλασσική άκυρη ελληνική σκηνοθεσία που μπάζει από παντού αλλά και που θα μείνει για πάντα στις καρδιές μας λόγω του μεγάλου Σωτήρη Μουστάκα. Ο σεναριογράφος ήθελε να τονιστεί η (ψευτο)μάγκικη και ρεμπέτικη φύση του γι' αυτό και παρουσίασε τον Μυστόκλα με 50 εκατοστά μουστάκια σαν αρχιρεμπέτη και (ψευτο)μάγκα του μαχαλά.

- Ρίξε το ψαρικό στο φούρνο, πλακί. Πριν σε πλακώσω στις γρήγορες.
- Παίδαρέ μου!
- Εμείς οι δυό θα περάσουμε φίνα. Με τις φάπες μας. Και τα ωραία μας.

(Μυστόκλας σαν υποψήφιος γαμπρός και απευθυνόμενος στην Σπεράντζα Βρανά)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παράφραση του γνωστού Παντείου Πανεπιστημίου που εδρεύει εις την Καλλιθέα Αττικής. Γνωστού για τις υψηλού επιπέδου επιπέδου, κύρους σπουδών στις Κοινωνικοπολιτικές επιστήμες αλλά και ποιότητας των αποφοίτων του(στην τέχνη του barman/barwoman, barista ή σερβιτόρου) που εδώ και χρόνια επανδρώνουν επάξια την Ελληνική αγορά εργασίας.
O όρος «Πιπάντειος» αποδίδεται σαν τίτλος σπουδών σε κατωτέρου, κατωτάτου ή ανυπάρκτου μορφωτικού επιπέδου θήλεων ή/και ομοφυλόφιλων. Στην Πιπάντειο ή στο Πιπάντειο (ουδέτερο, όπως ονομάζεται τα τελευταία χρόνια) συμπεριλαμβάνονται διάφορες ψευτοσπουδές της πούτσας με καθαρά γυναικείο/ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό(για τους άρρενες) όπως:

Κομμωτική, Αισθητική, Ανωτάτη Ονυχοπλαστική, Αρωματοθεραπεία, Ανωτάτη Μπιζουτιακή, Ενδυματολογία, θεατρικές σπουδές της πούτσας, σχολές Μασάζ, Ρεϊκι, σεμινάρια Ψευτό-Healers/Κομπογιαννιτών, Αγιουρβέδα, σεμινάρια Ταρομαντείας/Καφεμαντείας κ.α.

Τα εν λόγω θήλεα που αποφοιτούν από την Πιπάντειο έχουν αυτοσκοπό την κατανάλωση οικογενειακού εισοδήματος, την εφήμερη καλοπέρασή τους με τίποτα Μερσεντοφόρους μπαρμπάδες και τελικώς σαν απώτερο στόχο την εξεύρεση κάποιου μαλάκα κατά προτίμηση εύπορου τύπου νεαρότερης φυσικά ηλικίας(αλλά και μπάρμπα με γκαφρά στη δύσκολη) που θα αναλάβει να τις σπιτώσει μιας και οι σπουδές τους είναι τόσο ευτελείς και ξεφτιλέ που αποκλείεται να σχεδίαζαν ακόμα και πριν φοιτήσουν σε κάποιο παρακλάδι της Πιπαντείου να αποκατασταθούν επαγγελματικά μετά την αποφοίτηση τους.
Η μόνη εργασία που ξέρουν να κάνουν είναι αυτή του να κάθονται και που και που να φτιάχνουν κανά νυχάκι ή να πουλάνε κανά μπιζού του κώλου σε καμιά φίλη τους. Φυσικά είναι τόσο πονηρές που δεν το κάνουν για το χαρτζιλίκι που λέμε(άλλωστε αυτό το έχουν ήδη εξασφαλίσει από τους μαλακομπαμπάδες ή τους Μερσεντοφόρους μπαρμπάδες) αλλά για να κοροϊδεύουν τους γονείς τους μέχρι την εξεύρεση του μαλάκα/θύματος ότι κάτι κάνουν κι αυτές απλά «η πουτάνα η κατάσταση με την κρίση φταίει», «το κορίτσι προσπαθεί αλλά είναι δύσκολα τα πράγματα» κτλ.
Επίσης για τους όχι ιδιαίτερα έξυπνους, ταλαντούχους(που δεν έστρωσαν κώλο για σοβαρές σπουδές) ή τυχερούς ομοφυλόφιλους (προκατόχους πισίνας και πόρσε) οι σπουδές τους στην Πιπάντειο κρίνονται απαραίτητες και μονόδρομος μιας και από την φύση τους σπανίως έχουν πρόθεση για χειρωνακτικές/σοβαρές/αντρικές εργασίες.

- Τί μας έλεγε ρε αυτή τόσες ώρες, ότι έχει πάρει ένα χαρτί από ένα Πανεπιστήμιο στα νύχια και στα εξτένσιονς;
- Ναι έχει πάρει χαρτί απ'την Πιπάντειο! χαχαχα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified