Selected tags

Further tags

Ορισμός:ταπείνωση,περιπαίζω, μειώνω αλλά στην ουσία κατακρίνω σε αρκετά μεγάλο βαθμό.Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ποσό απαξιωτική ήταν η συμπεριφορά σου ή αυτά που είπες σε κάποιον. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη (σκύβαλον) η οποία χρησιμοποιείται περισσότερο στην κυπριακή διάλεκτο και έχει την σημασία του σκουπιδιού, απορρίμματος.

Παράδειγμα εδώ

Παράδειγμα χρήσεως: Φίλε πολύ χοντρή η γκόμενα σαν μπουλντόζα ήταν η κωλάρα της.

Χαχαχαχαχ φίλε τι σκιβάλιασμα ήταν αυτό.

Ποπο φίλε τον είχαν στήσει στον τοίχο και τον σκιβάλιαζαν, δεχόταν κακεντρεχή σχόλια από παντού.

Got a better definition? Add it!

Published

Η σύνταξη συντονιστικής επιτροπής (απαρτιζόμενη από λογιών λογιών φυτά και πανεπιστήμονες) η οποία δρα σε παραλληλία κατά την εξέταση μαθήματος σε πανεπιστημιακή σχολή για την επίλυση και αποστολή των λύσεων σε διάφορους πουθενάδες και μονοψήφιους την ώρα που το δίνουν έτσι ώστε να πιάσουν, επιτέλους, την ΠΦΣ.

Η επιτροπή συντάσσεται, συνήθως, από τη ΔΑΠ ή τη ΠΑΣΠ.

Η διαδικασία περιλαμβάνει κάποιο θύμα που παίρνει μέρος στην εξέταση για να παραλάβει τα θέματα, και στη συνέχεια γίνεται μπουχός για να τα μεταβιβάσει στην επιτροπή.

Η μηχανή που είχαν στήσει λεγόταν συνωμοτικά «συνεργείο» και λειτουργούσε ως εξής: λίγη ώρα μετά το μοίρασμα των θεμάτων στα αμφιθέατρα, έφτανε η φωτοτυπία των ερωτημάτων στα γραφεία της πράσινης ή της μπλε παράταξης, που βρισκόταν σε παρακείμενο χώρο. Συνήθως επιστρατευόταν κάποιος φοιτητής, που αποχωρούσε νωρίς από την εξέταση, προκειμένου να κάνει τον «κουβαλητή» των θεμάτων· κι αν ήταν βέβαιο ότι ο συγκεκριμένος θα κοβόταν στο μάθημα λόγω της πρόωρης αποχώρησης, η παράταξη σε επόμενη εξεταστική περίοδο δεν θα τον άφηνε έτσι.

https://web.archive.org/web/20200807212803/https://www.efsyn.gr/stiles/ypografoyn/leyteris-koygioymoytzis/123746_synergeio

- Πω ρε μλκ, τρίτη φορά δίνω ΦΧΜ Ι, πάλι δε θα περάσω.

- Σώπα μωρέ, μίλησα με την τάδε, τη δασπόφιλη, μου 'πε ότι θα παίξει συνεργείο.

Got a better definition? Add it!

Published

Αλευρι με νερο οπως καταλαβες. Η αισχατη επιλογη φαγητου. Συνηθιζουν να το καταναλωνουν φοιτητες που εχουν καψει ολο το budget σε αλκοολια και εξοδους και αναγκαζονται να βγαλουν μια βδομαδα με φραγκοδιφραγκα. Τρωγεται ζεστο, σε μπολ, με κουταλι.. Αν παιζει και ζαχαρη στην πιατσα η φαση ειναι ελαφρως λιγοτερο μαρτυρικη.

-Ε τον πουστη τον Σαραντη, ξοδεψε το μηνιατικο σε μια βδομαδα και τωρα δεν εχει ουτε για τα βασικα.

-Ας την βγαλει με αλευρονερο να στρωσει χαρακτηρα!

-Θα του τσονταρω κανενα πακετο μακαρονια, δεν γαμιεται...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

-Παμε στου Μπιλακου ρε -ΠΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΝΑΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΜΠΟΥΡΔΕΛΑΔΙΚΟ

Φοιτητικό σπίτι μικρής εκτασης,συνηθως αποτελει χωρο μαζωξης πολλων ατομων.Αποτελει απο τα πιο σιχαμερα και βρωμικα φοιτητικα σπιτια,γεματο σκουπιδια,απλυτα πιατα,ρουχα και πηρουνια στο πατωμα.Πολλες φορες κανουν την εμφανιση τους και μαγειρικα σκευη οπως κατσαρολες.

Παρολη την παρακμη του χωρου αυτου,φαινεται οτι οι φοιτητες τον προτιμουν για προβολη ταινιων,καπνισμα,και γαμησια.

Got a better definition? Add it!

Published

Νά τό πάρει τό ποτάμι; (Χχμφφ)

Απλή σύνθετη λέξη, συνδυασμός των: σπουδές + αράζω. Γνωστή, δοκιμασμένη, πολυαγαπημένη ασχολία, φοιτητική ντόλτσε βίτα.

Κάποτε, τουλάχιστο, ενσάρκωνε την ποιότητα και ποσότητα του χρόνου τόσων πολλών φοιτητών/φοιτητριών(ψέμα), που θα μπορούσε, κάλλιστα, να είχε γίνει η επίσημη. Και σλανγκιά το σπουδάζω, σκέτο.

- Αυτός, ο φίλος σου, τι σόι, σπουδάζει;
- Πώς, βέβαια... Σπουδαράζει.
- Α, μάλιστα. Και πώς τα βγάζει πέρα;
- Πλερώνει ο γέρος του.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πανεπιστήμονας ονομάζεται το άτομο το οποίο κατατάσσεται σε τάξη ανώτερη του επιστήμονα, δηλαδή είναι πιο έξυπνος, έχει περισσότερες γνώσεις και τα πτυχία του είναι «πιο βαριά».

Με λίγα λόγια:

επιστήμονας < πανεπιστήμονας

Ο όρος «πανεπιστήμονας» μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ειρωνικά για άτομα τα οποία το παίζουν ή είναι ξερόλλες και κάθε φορά σου προκαλλούν διόγκωση των όρχεων όταν αρχίζουν να μιλάνε και να «μοιράζουν γνώση απλόχερα», οι λεγόμενοι εξυπνάκιδες.

Υ.Γ: Μην χρησιμοποιήσετε σε δημόσιες συζητήσεις σας την λέξη «πανεπιστήμονας» όταν απευθύνεστε σε κάποιον σοβαρά γιατί πολύ απλός θα βγείτε off

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Τους πήραν στο κυνήγι οι μπάτσοι από Καμάρα μέχρι Συντριβάνι. Πρέπει να πρόλαβαν να χωθούν στα ήμια.

  2. Τι θα κάνουμε απόψε; Λέω να πάμε ήμια, έχει πάρτι στο Πολυτεχνείο.

Χρησιμοποιείται χάριν συντομίας. Προέρχεται από τη λέξη Πανεπιστήμια. Αναφέρεται στο κάμπους του Α.Π.Θ. Έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, κυρίως στον αναρχικό χώρο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αρνητικός χαρακτηρισμός για τους φοιτητές του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής (Λο.Χρη.) της ΑΣΟΕΕ, παρήχηση του λεχρίτης. Χρησιμοποιείται από άλλους φοιτητές με σκοπό τη μείωσή τους και την ανάδειξη αρνητικών γνωρισμάτων τους, όπως ο καριερισμός, ο ψωνισμός, η μισανθρωπιά και η καγκουριά.

1) Ρε φίλε βαρέθηκα να κάνω παρέα με λοχρίτες, όλη την ώρα για τα πτυχία τους μιλάνε
2) Σπούδασα Λο.Χρη. αλλά ευτυχώς έκανα καλές παρέες και δεν έγινα λοχρίτης
3) Αυτός ο πατέρας μου έχει βαλθεί να κάνει τον αδερφό μου λοχρίτη, κάθε μέρα του μιλάει για τα καλά της ελέυθερης αγοράς


Got a better definition? Add it!

Published

φιλοσοφικότα, (η)

Η φοιτήτρια, ή η απόφοιτος της φιλοσοφικής. Δεν είναι υποτιμητικό, ή βρισιά.

  1. -μαλάκα μου συνεχίζεις ακάθεκτη!!
    -παντα. δεν ωρροδω προ ουδενος!
    -με ποιους κάνεις παρέα ρε κωλόπαιδο τελευταία; Τι λέξεις είναι αυτές; Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;
    -once a φιλοσοφικοτα, always a φιλοσοφικοτα :Ρ
    -Δεν πειράζει. Σ'αγαπάμε και έτσι, να ξες. ΕΔΩ

  2. -Και ολοκληρωματα... (ελπιζω να το εκτιμησουν οι θετικαριοι)
    -λολ, το εκτιμουν κι οι φιλοσοφικοτες που συμπαθουν τα μαθηματικα παντως :Ρ (εδώ)

  3. -πες τους ρε έντυυυυυ. με βρηκαν φιλοσοφικοτα κ με δουλευουν
    -φιλοσοφικότα είναι η ψαγμένη κότα σαν να λέμε; :Ρ (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο φοιτητής πανεπιστημίου που ανήκει σε μεγάλο έτος αλλά έχει περάσει συνολικά κάτω από δέκα μαθήματα. Χαρακτηρίζει εμβληματικά περίφημους σταρχιδιστές που απέχουν από τη σχολή όλο το εξάμηνο και όταν έρθει η ώρα της εξεταστικής την καίνε χωρίς ενδοιασμό, όμως αργότερα πνίγονται στις τύψεις. Ο μονοψήφιος είναι από τη φύση του αντικοινωνικός και δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της αστικής κοινωνίας του 21ου αιώνα. Κάνει όνειρα και υποσχέσεις για το πως θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του (και κατά συνέπεια κάποια στιγμή και πτυχίο) και ότι από φέτος δε θα χάσει παρακολούθηση και ότι το Γενάρη θα κάνει το μεγάλο comeback, αλλά στο τέλος υποκύπτει σε υπαρξιακές κρίσεις, μασκαρεύοντας έτσι όλα τα προβλήματα του, αποποιείται ευθύνες και κλαίει όλη νύχτα στο πισι.

  1. Αυτός είναι ο πιο μονοψήφιος που ξέρω, εχει περάσει λιγότερα μαθήματα απ ότι έχει σπουδάσει χρόνια.

  2. Τι δουλειά έχετε εδώ ρε μονοψήφιοι; Αυξάνετε το μέσο όρο της σχολής κατά πέντε χρόνια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified