Ο ερωτικά ακόρεστος και με μεγάλες επιδόσεις εραστής, ο ασχολούμενος πολύ και με πάθος με σεξουαλικά και ερωτικά θέματα, ο cult σταρ της greek erotica σκηνής της δεκαετίας του '70 Κώστας Γκουζγκούνης.

- Με αυτά που βλέπεις στο internet όλη μέρα θα γίνεις τελείως Γκουζγκούνης.

(από Khan, 10/03/11)(από Khan, 10/03/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που κατά σύστημα μετέρχεται κολακειών για να πετύχει τους στόχους του.

Όταν η ενέργεια προέρχεται από άλλον προς όφελος άλλου, βάζω μέσον ή βύσμα: βάζω γλείψιμο ή βάζω μεγάλο γλείψιμο (μεγάλο μέσον).

Ο Ψ είναι μεγάλος γλειψιματίας γι' αυτό και προχωράει τόσο ενώ δεν έχει καθόλου προσόντα!

Μετράει το καλό γλύψιμο, μετράει. (από Galadriel, 23/02/09)(από patsis, 30/08/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εγκωμιάζω, παρακαλώ ή καλοπιάνω κάποιον χυδαία και υπερβολικά για κολακεία προκειμένου να μου κάνει κάποια χάρη ή για να αποκτήσω ή να ξανακερδίσω τη φιλία ή την ευμένειά του, γλείφω, λιβανίζω.

αντικείμενο: κωλογλείψιμο

Ο Χ κωλογλείφει την προϊσταμένη για να προτείνει αυτόν για τη θέση που άδειασε!

Σε άλλες γλώσσες: to kiss ass, to suck up (αγγλικά), arschkriechen, einschleimen (γερμανικά)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εμφατικό και κατά πλεονασμό του χέζω, επιπλήττω σφοδρότατα, προσβάλλω, στηλιτεύω.

Πήγα από την υπηρεσία του και τον σκατόχεσα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιπαικτικά: ο Λέσβιος, ο Μυτιληνιός.
Θηλυκό: γκασμαδοπούλα.

Λέγεται ότι το παρωνύμιο προήλθε από κάποιο αεροδρόμιο που θέλησαν κάποτε να δημιουργήσουν στη Λέσβο και οι κάτοικοι προσήλθαν αυθόρμητα να συνδράμουν στο έργο κρατώντας όλοι μόνο γκασμάδες και όχι και κάποιο άλλο εργαλείο (βλέπε παρόμοια ερμηνεία και για το παγουράς).

Οι γκασμάδες είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους, κάνουν κλίκες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Mια αρχή που θεωρείται σπουδαία και εντυπωσιακή.

Πρώτο μοίρασμα και απευθείας φλος ρουαγιάλ; Φίλε έκανες αρχή μ' αρχίδια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ιδιόρρυθμο και αξιοπερίεργο άτομο.
Επί παιδιών: δείχνει τρυφερότητα, κάτι σαν το «τρελούτσικο».

εμφατικό: εργαλειοθήκη.

  1. - Είσαι τελείως εργαλείο; Πας καθόλου καλά;

  2. (απευθυνόμενος στο παιδί του): - Ο γιος μου δεν είναι εργαλείο, είναι εργαλειοθήκη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στον στρατό ψηλός λέγεται ο ψαράς, ο νεοσύλλεκτος, και μάλιστα αποτελεί δείγμα ψαρά το ότι δεν ξέρει τι σημαίνει ο χαρακτηρισμός όταν τον αποκαλούν έτσι οι άλλοι και χαίρεται.

- Ψηλέ, πιάσε την τσουγκράνα και έλα από εδώ γιατί γίνεται αποψίλωση!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνδυασμός ύβρεως με το όνομα Αντρέας, αλλά και γενικά ο μαλάκας με έμφαση.

συνώνυμο: μαλακαντώνης.

Ήρθε ο μαλακαντρέας και μου είπε ότι του χρωστάω αυτά που του έχω πληρώσει εδώ κι έναν μήνα!

Χαρακτηρισμοί με κύριο όνομα για συνθετικό: αστραπόγιαννος, βιαστικοθοδώρα, βουβαντώνης, γερολάζαρος, γυναικοθόδωρος, λωλοστεφανής, μαλακαντρέας, καθίκαντρεας, μαλακαντώνης, μουγγοθόδωρος, ντελημπάσχος, ντελήσαββας, παστρικοθοδώρα, στραβόγιαννος, τρελαντώνης, τρεμολάζαρος, τρομπογιώργης, τρυπαντωνάκης, ψευτοθόδωρος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified