Ο άκαμπτα και νοσηρά κολλημένος σε πρόσωπα, σε γκατζετόνια, στην κακώς εννοούμενη τάξη όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, ή σε κάθε καρυδιάς ανούσια φετίχ και idées fixes (που λένε και στα ορεινά Σέκλανα) -- εκ πεποιθήσεως ή λόγω ψυχικής διαταραχής.

- Ο κολληματίας της μπάλας είναι το ίδιο ξενερωτικός με τον κολληματία της πολιτικής, που είναι το ίδιο ξενερωτικός με τον κολληματία της μουσικής, που είναι το ίδιο ξενερωτικός με τον κολληματία της τεχνολογίας... (εδώ)

- Πωωωω, με φρικάρει λίγο αυτό, ο κολληματίας που σε ψάχνει ενώ έχεις πει “όχι”... (εκεί)

- Σκληροπυρηνικός γέρος μάλλον, κολληματίας με αυτά που μάθαμε. Ή εθισμένος στο καρτεροτικό μου με το μονολάστιχο. Είναι και πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό το θέμα... (παραπέρα)

σχετικό τραγουδάκι

Βλ. επίσης: βίδας, ψώρας, πωρωμένος, καμένος, αρρωστάκι, κ.ά.

Πάσα: +COY+

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Στην φανταροσλάνγκ, βυσματίας καλείται ο στρατιώτης ή και βαθμοφόρος που τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης λόγω γνωριμίας, συγγένειας κλπ συναφή με το βύσμα, το οποίο και φροντίζει έτσι ώστε η άχρηστη αυτή περίοδος στην ζωή του αντρός να περάσει όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και χαλαρά γίνεται, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι για να δροσίζεται ο κανακάρης άλλοι τρώνε τα αγγούρια.

Άλλοι ίσως να σπεύσουν να δικαιολογήσουν τους βυσματίες, ισχυριζόμενοι ότι δεν φταίνε οι ίδιοι γιατί δεν είναι παρά άρρωστοι που πάσχουν από την σπάνια νόσο της βυσματίωσης. Η σπανιότητα της νόσου έγκειται στ' ότι αυτή προσβάλλει τους ασθενείς αυστηρά επιλεκτικά, ενίοτε δε και με σειρά προτεραιότητας.

  1. Ο βυσματίας διατηρεί την ίδια ακριβώς σημασία και στην εκτός στρατού σλανγκ, μόνο που εκεί η αδικία είναι μεγαλύτερη και χειρότερη.

Συνώνυμα: βύσμα, βυσματικός, bluetooth κ.α. Με μικρότερη (ενδεχομένως) συχνότητα, υφίσταται και ως πολύμπριζο.

Αναρτηθέν εις Δ.Π. υπό Khan.

  1. Φιλαράκι βυσματίας αεροπόρος που κάνει τις διακοπές του εεε το φανταρικό του εννοώ στο μακρινό ..Ζούμπερι,ειδοποιήθηκε ότι φεύγει άρον άρον με απόσπαση στη Χαλκίδα Χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες (ήταν εκτός στρατοπέδου όταν τον ειδοποίησαν) Ξέρουμε πιθανά στρατόπεδα της αεροπορίας στη Χαλκίδα όπως και γιατί πάει εκεί;(υποτίθεται έχει αρκετό βύσμα για να έμενε Ζούμπερι.) (Από εδώ)

Τα πολιτικά γραφεία έστησαν «ανοιχτή» γραμμή με το Πεντάγωνο, η στρατιωτική ηγεσία ανέλαβε να υλοποιήσει τις πολιτικές διευθετήσεις, οι σχετικές λίστες «ημετέρων» πηγαινοερχόντουσαν, ο φαντάρος περίμενε το τηλέφωνο του διοικητή να χτυπήσει και να τον καλέσει, ενώ οι κυβερνήσεις «έπαιζαν» προεκλογικά παιχνιδάκια με τη μείωση της θητείας.
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο «βυσματίας», εάν τελικά «αναγκαζόταν» να υπηρετήσει, να περνά πράγματι «ζάχαρη», ενώ, όσοι δεν είχαν «μπάρμπα στην Κορώνη», σήκωναν το βάρος των υπηρεσιών επιβεβαιώνοντας τις σχετικές «best seller» ανάγλυφες εκφράσεις στις σκοπιές. (Από εδώ)

  1. Η πρόσληψη θα γινόταν μέσω ΑΣΕΠ.Στις προϋποθέσεις (προσόντα), ανάμεσα στα άλλα, ζητούσαν και 7 (επτά) χρόνια προϋπηρεσία στην ίδια θέση!!!! Σκέφτηκα πώς διάβολο μπορούσε να είχε κανείς αυτό το προσόν. Η απάντηση ήταν προφανής. Το προσόν το διέθετε ΜΟΝΟ αυτός που ήδη υπηρετούσε εκεί, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία συνεχώς ανανεωνόταν. Όταν λοιπόν μάζεψε ο κύριος βυσματίας αρκετή προϋπηρεσία, την οποία ΑΠΟΚΛΕΙΟΤΑΝ να είχε μαζέψει οποιοσδήποτε άλλος παγκοσμίως, το διεφθαρμένο ελληνικό δημόσιο προκήρυξε τη μόνιμη θέση. Και φυσικά την πήρε ο βυσματίας. Ο οποίος, αν ρωτηθεί τώρα, θα πει ότι «προσλήφθηκα μέσω ΑΣΕΠ». (Από εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκ του σπάσιμο και της σλανγκικής κατάληξης -ατίας.

Ο σπασαρχίδας /σπαζαρχίδης/ σπασαρχίδας ή ορχεοκλάστης (για να θυμηθούμε και την βυζαντινή ιστορία) και αυτός που αναπτύσσει συμπεριφορές τύπου πεφτοχαλάστρας. Επίσης, μπορεί να ειπωθεί και για τον μπαχαλάκια.

(Μόλις δυο χτυπήματα στον γούγλη).

Πάσα: Mr Cadmus.

  1. enoxlitikos - spasimatias
    st arxidia mou se grafo kai pino ki ena mpafo (εδώ).

  2. Nai o Tonio htan o «spasimatias' me thn kokkinh mplouza! (εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Aὐτὸς ποὺ τὰ τσακώνει, τ' ἁρπάζει, τὰ πιάνει, τὰ παίρνει, λαδώνεται τέλος πάντων ρὲ παιδί μου...

Ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς δὲν σκοπεῖ εἰς ἀντικατάστασιν ἢ συμπλήρωσιν τοῦ προηγουμένου. Ἀποτελεῖ διαφορετικὴν ἔννοιαν, προερχομένην ἀπὸ τὴν ἐνεργητικὴν φωνὴν τοῦ ρήματος: τσακώνω = πιάνω, τσακώνομαι = πιάνομαι (ἐννοεῖται στὰ χέρια).

Ἡ προσφορὰ πρὸς τὸν τσακωματία μπορεῖ νὰ γίνῃ σιωπηρῶς (πιὸ διακριτικὰ νὰ ποῦμε), ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἴδιο τὸ ῥῆμα, στὴν προστακτική. Ἐνίοτε προστίθεται καὶ ἕνας προσχηματικὸς σκοπὸς τῆς «χορηγίας», προαιρετικῶς, γιὰ νὰ δοθῇ πιὸ φιλικὸς τόνος: «Τσάκω αὐτὰ ἐδῶ γιὰ ἒνα καφφέ» (κατ' ἄλλους μπύρα, κρασὶ κλπ). Στὴν περίπτωσι ποὺ ὁ προσχηματικὸς σκοπὸς εἶναι κατανάλωσις οἰνοπνευματώδους, κινδυνεύει ὁ «χορηγὸς» νὰ δεχθῇ τὴν ἀναιδῆ ἀπάντησι: «Βάλε κάτι καὶ γιὰ τὸ μεζέ...»

τσακωματίας λειτουργός, ὑπάλληλος κλπ εἶναι ὑποχρεωτικῶς ἄρρην. Τὸ θηλυκὸν εἶναι ἀμάρτυρον.

Ἀπὸ ταξινομικῆς πλευρᾶς, σὲ εὐνομούμενες χῶρες θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθῇ σλάνγκ τῆς ἐφορίας, τῆς πολεοδομίας, τοῦ ΕΣΥ κλπ. Σὲ μερικὲς ὅμως δημοκρατικὲς χῶρες τοῦ Εὐρωπαῐκοῦ Νότου ἐπεκράτησε νὰ θεωρῆται ἐθνικὴ σλάνγκ, ὥστε νὰ μή γίνωνται ταξικὲς καὶ ἐπαγγελματικὲς διακρίσεις.

— Ρὲ Μῆτσο, ἦρθε μιὰ πανταχοῦσα γιὰ κεῖνο τὸ μπαλκονάκι, τὸ πίσω, ποὺ τὄκλεισα πέρυσις, θυμᾶσαι; Προστίματα, λέει, χοντρά, καὶ ἱστορίες μὲ φίδια... Πῶς ξαγκιστρώνουμε;
— Ἁπλοῦν! Τσακώνεις δυὸ μαβιά, χωρὶς φακελλάκι, μαλάκα, νὰ φαίνωνται. Πᾶς στὸν Καραμπαρμπουνογιαννακόπουλο στὴν πολεοδομία. Μεγάλος χλιμίτζουρας ἀδερφάκι μου καὶ τσακωματίας. Ἀλλὰ ξηγιέται ἴσα...

(Οἱ ὁδηγίες τοῦ Μήτσου συνεχίζονται διὰ μακρῶν, ἀλλὰ τὸ παρακάτω ὑπερβαίνει τὸν σκοπὸν τοῦ παραδείγματος.)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ετυμολογία: πεσιματ- (αλλόμορφο του θέματος πεσιμ- < πέσιμο) + -ίας. Προέρχεται από τη λέξη πέσιμο με την αντίστοιχη σημασία.

Αυτός που φλερτάρει έντονα, την πέφτει δηλαδή συνεχώς σε γυναίκες, όντας όμως πιο συστηματικός, πιο μεθοδικός, με θεωρητικό και άλλον οπλισμό, ικανό να «υποστηρίζει» τις ενέργειές του και να τους δίνει τις απαραίτητες ιδεολογικές προεκτάσεις. Οι προσπάθειές του στέφονται σχεδόν πάντοτε με επιτυχία.

  • Συνώνυμοι (και ετυμολογικά συγγενείς) όροι με τον παραπάνω είναι οι εξής:

- πεφτάκιας (= σε αντίθεση με τον πεσιματία είναι πιο άμεσος, πιο πρακτικός και λιγότερο «συγκροτημένος». Δίχως ιδιαίτερες απαιτήσεις ή προτιμήσεις, γενικώς «την πέφτει» σε οποιοδήποτε θηλυκό δει. Συνήθως είναι πρώην πεσιματίας που με τα χρόνια άλλαξε κατηγορία).

- πέφτουλας (μπορεί να ήταν κάποτε πεφτάκιας και να ξέπεσε - σημασιολογικώς πιο κοντά στη λέξη λιγούρης).

- πεφτρόνι (= αυτός που μάλλον κινείται στον αστερισμό του «ό,τι αρπάξουμε» και «ό,τι κάτσει», είτε λόγω του νεαρού της ηλικίας του είτε και λόγω περιορισμένων προσόντων και δυνατοτήτων).

  • Μπορούμε να υποθέσουμε μια άτυπη ιεραρχική σειρά μεταξύ των τεσσάρων αυτών όρων, με τον εργατικό, φιλομαθή και γεμάτο κύρος πεσιματία να βρίσκεται στην κορυφή. Ακολουθούν ο «μη συγκροτημένος» πεφτάκιας, ο έκφυλος και ξεπεσμένος πέφτουλας και τέλος το αδιάφορο, σεμνό και ταπεινό πεφτρόνι.

  • Οι όροι αυτοί είναι μεν συνώνυμοι, αλλά όχι ταυτόσημοι: ο καθένας έχει την ιδιαίτερη σημασιολογική του απόχρωση. Αυτό όμως δε σημαίνει πως οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των παραπάνω σημασιών και επιμέρους κατηγοριών (όσων αφορά την άτυπη σημασιολογική τους ιεράρχηση) είναι απόλυτες και ανελαστικές. Μπορεί λ.χ. κάποιος να χρησιμοποιεί και τις τέσσερις λέξεις δηλώνοντας την ίδια σημασία (και μάλιστα οποιαδήποτε από τις παραπάνω τέσσερις) κ.ο.κ.

[Οι παραπάνω ορισμοί και παρατηρήσεις προέρχονται από το άρθρο Πέφτοντας, της στήλης Ιντερμέδιο του Ανδρέα Παππά, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 16/03/2007].

Ρε συ πολύ πεσιματίας αυτός ο Γιάννης. Όποιο γκομενάκι του γυαλίσει το ρίχνει αμέσως!

Το σουτιέν του μπαμπά μου - Πεσιματική Α.Ε. στην παραλία (από Cunning Linguist, 12/09/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πέραν από τον ορισμό που καταχωρήθηκε πιο πριν, ο χωσιματίας περιλαμβάνει και άλλους δύο τύπους ανθρώπων:

  1. Xωσιματίας καλείται το άτομο που τα χώνει, που δεν μασάει τα λόγια του και δεν φοβάται να εξαπολύσει μύδρους ενάντια σε οτιδήποτε και οποιονδήποτε τον χαλάει, στοχεύοντας είτε σε συγκεκριμένα πρόσωπα και καταστάσεις, είτε γενικότερα και αόριστα, τσουβαλιάζοντας ασύστολα τους πάντες και τα πάντα, ασχέτως με το αν έχει δίκιο ή άδικο.

  2. Στην φανταρική ιδιόλεκτο, xωσιματίας καλείται ο στρατιώτης που αγγαρεύει άλλους, δηλ. που χώνει κόσμο, για την εκτέλεση μίας υπηρεσίας ή μίας εργασίας εντός ή εκτός στρατοπέδου. Αυτό συμβαίνει είτε λόγω ανάγκης (π.χ. μία αρρώστια), είτε συχνότερα, λόγω γνωριμίας - κολλήματος - τακιμιάσματος - συγγένειας, ενίοτε δε ακόμη και απλά εντοπιότητας, με τους εκάστοτε επιλοχίες, αξιωματικούς - υπαξιωματικούς.

Πρέπει επίσης να τονιστεί πως ο χαρακτηρισμός του χωσιματία πιάνει εξίσου και τους βαθμοφόρους του Ε.Σ., οι οποίοι δεν διστάζουν να χώσουν τόσο στρατιώτες, όσο και κατώτερους στην ιεραρχία βαθμοφόρους. Είναι δε πάγια τακτική η μετακύλιση του χωσίματος στις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας, φαινόμενο που κυριαρχεί επίσης και σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της πολιτικής και επαγγελματικής ζωής.

  1. Τελικά ο Ριζοσπάστης το παίζει «χωσιματίας» και η Λιάνα «τους» ξεπλένει: [NEMECIS, συνεντεύξεις, (όχι τυχαίες) – τεύχος Φλεβάρη 2010] με τους χαρακτηριστικούς τίτλους «Α. Λοβέρδος: Είμαστε στο χείλος του γκρεμού» και «Κατερίνα Μπατζελή: Δεν είμαι πολιτικός των δογματισμών». (Εδώ)

  2. Θεωρώ ότι η οποιαδήποτε δουλειά πρέπει να γίνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ό,τι δουλειά και να είναι, ακόμα και ο στρατός. Αλλιώς, δεν υπάρχει νόημα να κάνεις το ο,τιδήποτε. Ο τεμπέλης στο στρατό, είναι τεμπέλης και στη ζωή του. Ο βυσματίας στο στρατό είναι βυσματίας και στη ζωή του. Ο χωσιματίας του στρατού χώνει συναδέλφους και στην προσωπική ζωή. Αυτό το συμπέρασμα ισχύει πάντα. (Πιο' δώ)

Δες ακόμη: χώστης, χώστρα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατάληξη που σχηματίζει αρσενικό όνομα-χαρακτηρισμό. Ο χαρακτηρισμός που προκύπτει παίρνει τη σημασία του από το πρώτο συνθετικό, το οποίο πρόκειται για ουδέτερο ουσιαστικό που καταλήγει σε -μα, ή σπανιότερα -μο (ο χαρακτήρας πάντα -μ-), και δηλώνει συνήθως πράξη ή ενέργεια. Ένας -ατίας τείνει να κάνει αυτήν την πράξη συχνά, τακτικά, συστηματικά.

Προέρχεται από την γενική πτώση των ουσιαστικών αυτών σε -ατος και το γνωστό παραγωγικό επίθημα -ίας, και φαίνεται ότι στην αργκό έχει διαδοθεί σε έναν βαθμό ως παλαιοελληνισμός, αντί για επιλογές της καθομιλουμένης όπως θα ήταν πιχί το -ατάκιας (< -ατ(ος) + -άκιας). Το -ίας απο μόνο του δεν φαίνεται να λειτουργεί ως επίθημα στην αργκό, αν και υπάρχει ως κατάληξη σε απευθείας σχηματισμούς από θηλυκά που λήγουν σε -ία (αφασίας, παραλίας, σπανομαρίας και άλλα).

Στα παραδείγματα, λέξεις που υπάρχουν ήδη στο σλανγκ τζι αρ.

αραγματίας, γλειψιματίας, πεσιματίας, σκαλωματίας, σπασιματίας, στησιματίας, τσακωματίας, χωσιματίας

Ακόμη: απεναντίας (λογοπαίγνιο με το ομόηχο επίρρημα), επιχρηματίας (λογοπαίγνιο με το επιχειρηματίας), μεγαλολημματίας (λογοπαίγνιο με το μεγαλοκτηματίας)

Matias (από GATZMAN, 16/09/10)Κολλημένος με την... ΑΤΙ (από GATZMAN, 16/09/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που συχνά-πυκνά σκαλώνει. Φυσικά ο καθένας τρώει τα δικά του σκαλώματα, άλλος με γκόμενες, άλλος κολλάει και δεν σκέφτεται γρήγορα (βλ. παράδειγμα 1).

Αυτός που σε κοζάρει επίμονα για δικούς του λόγους (βλ. παράδειγμα 2).

Αυτός που κάνει κάτι περίεργο ή ακόμα και η συμπεριφορά του σε κάνει να τον κοιτάς επίμονα, δηλαδή αυτός που σου αποσπάει την προσοχή (βλ. παράδειγμα 3).

  1. — Τι σκαλωματίας ο Γρηγόρης, εδώ και μια βδομάδα έχει κολλήσει με μια Τόνια, όλη την ώρα για αυτήν μιλάει!
    — Μην του δίνεις σημασία του ηλίθιου, εξάλλου κάθε βδομάδα βρίσκει άλλη και κολλάει, όπως τότε με την Λίλιαν, τη Στέλλα, τη Βάσια, τη Δανάη κ.α.

  2. Ρε τον βλέπεις αυτόν τον σκαλωματία, από την ώρα που ήρθαμε εδώ συνέχεια μας κοιτάει!
    — Άραξε ρε μαλάκα μην κάνεις πάλι σαματά.

  3. — Ρε χθες μπαίνει ένας σκαλωματίας στο μετρό και τρώει μια σαβούρα, γαμήθηκα στα γέλια!
    — Έλα ρε, φαντάζομαι όλοι αυτόν θα κοιτάγανε μετά.
    — Τώρα που το έφερε η κουβέντα πάμε για σουβλάκια;
    Μέσα!

Δες και τρώω κόλλημα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αράζων, αυτός που αράζει.

Ο αραγματίας δεν σκορπάει ενέργεια στο να γράφει άσκοπα παραδείγματα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάποιος ή κάποια που στήνει συστηματικά σε ραντεβού ή σε ανειλημμένες υποχρεώσεις.

  1. Στησιματίας κι εγώ! Ευτυχώς το στήσιμό μου είναι στάνταρ του τετάρτου και όχι μισάωρου, ώρας κ.λ.π. (από διαδικτυακό φόρουμ)

  2. Αυτή εδώ είναι η στησιματίας σίστερ που υποτίθεται θα έκανε με συνέχεια τη στήλη των τηλεοπτικών;... (από διαδικτυακό φόρουμ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified