Further tags

παθαίνω + όνομα προσώπου

Απρόσμενα παρουσιάζω συμπεριφορά ή απόψεις παραπλήσιες με κάποιου άλλου ανθρώπου, ιδίως όταν αυτό αξιολογείται αρνητικά από τον ομιλούντα.

Με αυτήν την αδόκιμη σύνταξη εξισώνουμε κάποιον άνθρωπο (π.χ. ένα δημόσιο πρόσωπο) με ασθένεια ή πάθηση και αναγνωρίζουμε τα συμπτώματά της σε κάποιον άλλο, με μια μεγάλη δόση ειρωνείας και κριτικής. Το πρόσωπο-πάθηση πρέπει να έχει κάποια έντονα χαρακτηριστικά ώστε να είναι σαφές τι αποδίδουμε στο πρόσωπο που θέλουμε να ειρωνευθούμε.

  1. Από εδώ:
    Μεσα σε 6 μήνες Ο Δραγασάκης έπαθε σημιτη. Ο Φίλης έπαθε Πάγκαλο. Ο Τσίπρας έπαθε ΓΑΠ.
    ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ!?!?!!?

  2. Από εδώ:
    What the fuck? Ο Θηβαίος έπαθε Τζήμερο;

  3. Από εδώ:
    Ο Σύμβουλος του Μπαρόζο έπαθε ‘Τσίπρα’

Προϋπήρχε και η πιο κλασική έκφραση παθαίνω + όνομα προσώπου με κατάληξη -ίτιδα, με την κατάληξη να παραπέμπει σε φλεγμονές, παθήσεις, ασθένειες κλπ όπως γαστρεντερίτιδα, σκωληκοειδίτιδα, αρθρίτιδα.

Από εδώ:
Θα κόλλησε τζημερίτιδα. Γεμίσαμε ντίβες πια. Ας φάνε καμιά snickers.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στεγνό καθάρισμα στην πουτανοσλανγκική είναι το συνώνυμο του πεοθηλασμού με τελείωμα στο στόμα.

Δεν άφησε ούτε σταγόνα! Μιλάμε για στεγνό καθάρισμα η γκόμενα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχήμα λόγου για να πούμε οτι κάποιος ζορίστηκε πάρα πολύ σε κάτι.

Του βγήκε ο λωκός με τις εξετάσεις.Είπε τον δεσπότη Παναγιώτη ο πιτσιρικάς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχήμα λόγου στο στρατιωτικό σλάνγκι για να πούμε οτι κάποιος ωρίμασε με τη βία η συνετίστηκε μετά απο αλλεπάλληλα καψώνια.

Την είχε δει μάγκας ο κοντός άλλα ο λόχας των έχωσε στις καλλιόπες και τελικά έστρωσε χαρακτήρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση η οποία λέγεται από τους μαχαλόμαγκες για την σύλληψη κάποιου απο την αστυνομία.

Τι έγινε και εξαφανίστηκε από προσώπου γης?
Έσπρωχνε ένα λοκί τη μέρα και τελικά τον πήραν οι τσέοι χτές το βράδυ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αιθεροβάμων, ο αφηρημένος, ο εκτός τόπου και χρόνου, ο αφελής.

Καλά είσαι πολύ σύννεφο, που πίστεψες ότι θα πήγαινε ο Τσίπρας στην Ευρώπη και θα μασούσανε οι γερμανοί κι οι τροϊκανοί!

Ρε σύννεφο... σε μιλάω, δεν ακούς;!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ατάκα που την χρησιμοποιούμε για να τονίσουμε την ιδιότητα ενός υπέρμετρου κλέφτη, με τον οποίο εμείς, ή κάποιος άλλος, ήρθαμε σε επαφή με χειραψία πρόσφατα! Ο αετονύχης, ο οποίος μπορεί να σου αφαιρέσει το πορτοφόλι και να σε κεράσει με τα λεφτά σου!

Ρε μαλάκα τι λαμόγιο είναι αυτό; Τον χαιρετάς και κοιτάς μη σου λείπει κανα δάχτυλο!

-Σήμερα είδα τον Γιάννη.
-Αν σε χαιρέτησε, κοίτα μήπως σου λείπει κάνα δάχτυλο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σχήμα λόγου για τον κορυφαίο μαλάκα η αλλιώς μαλάκα των ρεκόρ.

Ρε αυτός τον έπαιζε και μέσα στην τάξη στο Γυμνάσιο. Τον είχε κάνει στρατηγό μιλάμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κλωτσιά με μίσος στην ξυλοδαρτική.

Και εκεί που λές ότι τον έχει ο άλλος τον πετάει κάτω και του σεντράρει το κεφάλι με τα όσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τύπος που παίζει βρώμικα. Ο ανέντιμος άνδρας. Το λαμόγιο. Ο φίλος σου που άργησε για ακόμη μια φορά και τον περιμένεις από κάτω απο το σπίτι του για να φύγετε.

Ρε παλιολεκέ, ούτε γκόμενα να ήσουν. Μισή ώρα είμαι απο κάτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified