Δείτε το μήδι.
Got a better definition? Add it!
Πατρύ εστί το άπατο πηγάδι. Συνήθως αναφέρεται και στις δύο οπές χωρίς διακρίσεις. Επίσης μπορεί να υπονοεί συνήθως το γυναικείο όργανο, αλλά μπορεί και να χρησιμοποιηθεί και σαν χαρακτηρισμός κατάστασης όπως πατρύ λοκώ, πατρύ βιεϊρά.
«Χθές, ήμουν με το γυναικάκι και της έσκισα την πατρύ. Μετά πήρα πατρύ λοκώ και στο τέλος πανηγύρισα σαν τον πατρύ Βιεϊρά»
Σημείωση. Ο Βιεϊρά για όσους δεν ξέρουν είναι Γάλλος ποδοσφαιριστής, υπήρξε μεγάλος αμυντικός μέσος ο οποίος μεγαλούργησε τα προηγούμενα χρόνια. Τώρα που εγέρασε κολλάει τα τελευταία του ένσημα πριν την σύνταξη. Το πλήρες όνομά του είναι Patrick Vieira εξού και το λογοπαίγνιο.
Got a better definition? Add it!
Ο Λάκης, ο λεμές, ο λιλίκος, κοινώς ο φλώρος.
Ο βλάχος ο μεγάλος, ο μπουρτζόβλαχος.
- Πού 'σαι ρε χοβλά; (ή χοβλί)
- Πούς α χοβλά;
Got a better definition? Add it!
Επιθετικός προσδιορισμός που χρησιμοποιείται για χαρακακτηρισμό γκόμενας.
Πρόκειται για αναγραμματισμό τη λέξεις πουτανίτσα και χρησιμοποιείται αντ' αυτής συνηθως σε καβγάδες.
Aν η γκόμενα ειναι ξανθιά και αναρωτηθεί τι εννοείτε, μπορείτε να την διαβεβαιώσετε ότι πρόκεται για γνωστή κινέζικη φράση με σημασία της επιλογής σας.
Πάλι χωρίς βρακί γύρισες μωρή; E, είσαι τσανιτάπου... πάει τέλειωσε!
Δες ακόμη: τσανιτάπου, ποδανά.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Το χρησιμοποιούμε σαν ερώτηση σε άτομα του συναφιού μας μπροστά σε κόσμο, για να μάθουμε αν «παίζει τίποτα», δηλαδή αν έχει ο ερωτώμενος κάτι, συνήθως ουσίες.
Got a better definition? Add it!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Μπουρδελιάρικο ποδανό για το «δίνει κώλο». Το ακριβές ποδανό είναι λόκως, αλλά για να μοιάζει με ουσιαστικό γίνεται λώκος.
Στέκει και χωρίς το «δίνει», για τον κώλο, σε ευρύτερα συμφραζόμενα. Υπάρχει και το «την μώγα απ' τον λόκω».
Γιατί δεν ρωτάει κανείς τους άντρες τι πρέπει να έχει η γυναίκα;
Μήπως επειδή η απάντηση είναι μόνο ΜΙΑ; «Να δίνει λόκω»!
Από το φόρουμ της Νεολαίας Ορθόδοξου Συναγερμού.
Got a better definition? Add it!
Τα λεφτά, τα χρήματα, τα φράγκα, ο μπερντές, ο παράς, τα μπικικίνια, το ρευστό, τα τάληρα, το μαλλί, τα μαϊδιά (το τελευταίο είναι δωδεκανησιακό).
Ετυμολογία: γκαφ < γκαφρά < φράγκα.
(Μουσικοί σε ταβέρνα. Έχουν τελειώσει το πρόγραμμά τους.)
- Ε, τι λέτε, καλά μας δεν ήταν; Τιγκανάνθρωποι σιγά σιγά;
- Ποιος θα πάει στον έτσι για τα γκαφ;
- Πας;
- Πάλι εγώ ρε μαλάκα; Πήγαινε εσύ.
- Αφού εσύ είχες πει ότι θα πας.
- Πήγαινε ρε μαλάκα, τι ντρέπεσαι; Ελεημοσύνη θα ζητήσεις; Δουλεμένα τα 'χουμε.
- Ξεκόλλα μαλάκα, πήγαινε πάρ' τα να πάμε σπίτια μας.
(Κ.ο.κ. επί μία ώρα...)
Got a better definition? Add it!
Όχι κάνω την πάπια, αλλά παίρνω πίπα στα ποδανά.
Ο Βάγγελας πού έχει εξαφανιστεί και κάνει το παπί τόσα λήμματα πια;
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Λατινοπρεπής έκφραση απαράμιλλης αγαλλίασης για τη στιγμή που, είτε λόγω ροζαλίας, είτε λόγω μετάθεσης, το δυστυχές κωλοφάνταρο που έφαγε λίγα από τα νιάτα του στην πινέζα ή έστω λίγο νοτιότερα στον Έβρο, μαζεύει υπογραφές και διακηρύσσει στους γύρω του στα ποδανά ότι ο Έβρος γι' αυτόν τελείωσε, Έβρος τέλος > λος έβρος τε!
- Και εμείς που ήμασταν δίπλα στο σπίτι μας και το βλέπαμε με τις διόπτρες δηλαδή καλύτερα περάσαμε; Πως κάνεις έτσι;
- Πού να καταλάβεις εσύ ρε... Τέσπα, los evros te, λος έβρος τεεεεε! Λελέ ρε, γκατζολελέ!
Got a better definition? Add it!