Το αιδοίο (της γυναίκας ντε) στα καλιαρντά.
Βλέπε μούτζα.
Αυτοί οι στρέιτ, μη δουν μουτζό, από πίσω τρέχουν...
Το αιδοίο (της γυναίκας ντε) στα καλιαρντά.
Βλέπε μούτζα.
Αυτοί οι στρέιτ, μη δουν μουτζό, από πίσω τρέχουν...
Λέξεις για τους όρχεις και τα αντρικά γεννητικά όργανα συνολικά: αρχίδια, ζουβάχια, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καρύδες, κοκόβια, κοχόνια, κρεμαντζόλια, λιμπά, λυμπά, μπομπόλια, οικογένεια, παπάρια, τζοχανταραίοι. Ειδικά για συνώνυμα του πέους δες πέος.
Λέξεις για τα γυναικεία γεννητικά όργανα: γατάκι, κουτί, μουνί, μουτζό, μύδι, νιμού, πιπί, πουτί, πράμα, τρύπα, ψωλότσεπη.
Got a better definition? Add it!
Η γυναικεία περίοδος στα καλιαρντά, ως αιματηρός καιρός μαρτυρίου.
(ο ορισμός από τα «Καλιαρντά» του Ηλία Πετρόπουλου)
«μουνόπασχα, το· έμμηνα· από τα γνωστά μουνί και Πάσχα· ταυτόσημα : καραφροδιτόσταση, κουμμουνόσκελη, ρουζόσκελο, στάση της καραφροδίτης (βλ. λήμματα).»
(Από εδώ)
«Την πούλη, την τουρλολιγούρα μου, παντάπασι τη φιστικώνει και θα μου κατεβεί μουνόπασχα προώρως!»
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Σημαίνει γεννάω στα καλιαρντά. Εκ του μουτζό που σημαίνει το αιδοίο και προέρχεται από τα ρομανί (mindž). Η γέννηση, λοιπόν, περιγράφεται ως μια αφόδευση του μουνιού. Σημειωτέον ότι εδώ έχουμε το αντίστροφο από ό,τι στο κωλοπαίδι κ.τ.ό. Στο τελευταίο ο κώλος γεννάει (αναλαμβάνοντας μια ιδιότητα του μουνιού) το κωλοπαίδι, ενώ στην πρώτη περίπτωση το μουνί χέζει (αναλαμβάνοντας μια ιδιότητα του κώλου) το μουτζόχεσμα.
Εαν δε κάποιος ξεστομίσει τη λέξη «μουτζοχέζω» που σημαίνει ...«γεννάω» , βλέπω τη Γενική Γραμματέα Ισότητας των Φύλων, Μαρία Στρατηγάκη να παθαίνει την ίδια σύγχυση που της προκάλεσε η περίφημη διαφήμιση με τις μπάμιες και να ζητάει την άμεση παρεμβαση των κρατικών αρχών! (Προσοχή! Τα καλιαρντά διεγείρουν εχθροπάθεια!)
Got a better definition? Add it!
Καλιαρντή λέξη που σημαίνει την κόρη, τη θυγατέρα, ετυμολογούμενη από το ηράκλω (<rakli, rakhli = κοπέλα, κόρη ξένη στη ρομανί) και το μουτζό (<mindž = αιδοίο στη ρομανί). Βλ. και ηρακλοβιρτζίνω.
Αβέλετε τζαστικό μωρή γκαζοζού, που μου μου θέλετε και κουραβέλτες με την ηρακλομουτζού. (Από το μπου).
Got a better definition? Add it!
Ο οίκος ανοχής στα καλιαρντά εκ του μουτζό (<mindž= αιδοίο στη ρομανί) και του τσαρδί (<τουρκικό çardak < περσικό چارطاق çārtāk), σαν να λέμε το μουνόσπιτο ένα πράμα.
Got a better definition? Add it!
Από τη λέξη της Ρομανί mindž, που σημαίνει το αιδοίο, είναι έκφραση των καλιαρντών για τη γυναίκα, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε και για τη λεσβία που έχει στερεοτυπικά θηλυκά χαρακτηριστικά, που είναι φαμ ή γυναικάκι. Ο αντίθετος αρρενωπός ρόλος λέγεται τζίβα ή μπουτς ή νταλίκα.
Δεν είναι "ομόφυλο" ζευγάρι, είναι τζίβα και μούντζα. (Άννη Σιμάτη, Οι νταλίκες και τα γυναικάκια τους. Θηλυκοί ανδρισμοί και πολιτικές της γυναικείας ομοερωτικής επιθυμίας, Futura, Αθήνα 2022, σ. 46).
Got a better definition? Add it!
Από τη λέξη της Ρομανί mindž, που σημαίνει το αιδοίο, είναι έκφραση των καλιαρντών για τη γυναίκα, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε και για τη λεσβία που έχει στερεοτυπικά θηλυκά χαρακτηριστικά, που είναι φαμ ή γυναικάκι. Ο αντίθετος αρρενωπός ρόλος λέγεται τζίβα ή μπουτς ή νταλίκα.
Δεν είναι "ομόφυλο" ζευγάρι, είναι τζίβα και μούντζα. (Άννη Σιμάτη, Οι νταλίκες και τα γυναικάκια τους. Θηλυκοί ανδρισμοί και πολιτικές της γυναικείας ομοερωτικής επιθυμίας, Futura, Αθήνα 2022, σ. 46).
Got a better definition? Add it!