Selected tags

Further tags

Λέγεται η γυναίκα η οποία φλερτάρει πολύ και σε οδηγεί να σκεφτείς ότι σε γουστάρει τρελά αλλά στο τέλος δεν ενδίδει σε σεξουαλική επαφή. Η άρνηση αυτή δεν έχει να κάνει με το πώς είσαι ή συμπεριφέρεσαι, αλλά είναι απόρροια της ιδιαίτερης φύσης της. Με λίγα λόγια, σε «ζεσταίνει» αλλά δεν σε «μαγειρεύει», όπως άλλωστε δουλεύει και ο φούρνος μικροκυμάτων.

- Πολλά τριψίματα και φιλάκια είδα που έκανες χθες με την Αφροξυλάνθη. Τι έγινε τελικά;
- Δυστυχώς τίποτα φίλε μου. Όλα τέλεια όλο το βράδυ, γέλαγε σε κάθε αστείο μου, έπαιζε με τα μαλλιά μου, μου πέταγε ερωτικές σπόντες και μετά πήγε για ύπνο. Τι να κάνω... έπεσα σε φούρνο μικροκυμάτων ο άτυχος.

Ιδού η Ρόδος, πουθενά το πήδημα... (από DT Jesus, 06/12/08)

Βλ. και σχετικό λήμμα ανάφτρα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνθηματικό για τον στοματικό έρωτα. Προέρχεται από μια μεταφραστικο-ηχητική παλινδρόμηση μεταξύ της Ελληνικής και Αγγλικής γλώσσας. Το «φθηνό βιβλίο» μεταφράζεται στα Αγγλικά ως «cheap book» το οποίο διαβάζεται ηχητικά «τσιπ μπουκ». Μετά από μια σύντμηση του πρώτου και φαινομενικά άχρηστου «π» και την πρόσθεση ενός ουδετερογενούς «ι» στο τέλος της δεύτερης λέξης, έχουμε τη λέξη «τσιμπούκι», η οποία χρησιμοποιείται στη Ελληνική γλώσσα ως ένα αισχρό συνώνυμο του πολιτικά σωστού «στοματικός έρωτας».

- Πωπω ρε Βάγγουρα τι Λίλιαν είναι αυτό που χτύπησες ρε... Πες μου ότι την πήδηξες να σου φιλήσω τον πούτσο ρε γίγαντα...
- Παπάρια, μόνο ένα φθηνό βιβλίο μου έδωσε ρε Νώντα... Μεγάλη ξενέρα... Κανονικός φούρνος μικροκυμάτων λέμε...
- Καλά ρε κι εσύ μην παραπονιέσαι...Τι να πω κι εγώ που την έβγαλα όλη νύχτα με τη μανουέλα...

(από DT Jesus, 06/12/08)

Βλ. και σχετικό λήμμα πίπα, φτηνό βιβλίο κλειδί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναγνωριστική τεχνική στο σεξ. Ως γνωστόν, πολλοί άντρες αποφεύγουν να κάνουν στοματικό έρωτα στις γκόμενες/γυναίκες τους λόγω της υποκειμενικά αποκρουστικής, κατ' αυτών, οσμής του αιδοίου τους. Το τεστ ντράιβ είναι η τεχνική του να αναγνωρίζεις αν η οσμή του αιδοίου είναι πραγματικά αποκρουστική χωρίς να εκτεθείς στη σύντροφό σου κατά τη διάρκεια του σεξ. Χρησιμοποιείται ως εξής:

Αφού η γυναίκα έχει γδυθεί και τα νότια μέρη της είναι προσβάσιμα, ο άντρας βάζει δάχτυλο (ελλιπής ορισμός) δήθεν για να ικανοποιήσει τη σύντροφο του πριν το κεντρικό γεγονός της πράξης. Αυτή είναι η πρώτη πράξη αντιπερισπασμού. Έπειτα αγκαλιάζει τη γυναίκα από το λαιμό, με το ίδιο χέρι που χρησιμοποίησε για την δαχτυλική ικανοποίηση, την πλησιάζει στο πρόσωπο δήθεν για να την φιλήσει, και αφού το δάχτυλο είναι εκτός του ορατού πεδίου της γυναίκας, ο άντρας μπορεί και το μυρίζει άφοβα χωρίς να εκτεθεί. Από την οσμή που θα έχει αφήσει το τεστ ντράιβ στο δάχτυλο, ο άντρας μπορεί να αποφασίσει αν θα κάνει στοματικό έρωτα στη γυναίκα. Αυτή η κίνηση αποτελεί την δεύτερη και τελευταία πράξη αντιπερισπασμού που ολοκληρώνει και την τεχνική.

Η ονομασία της τεχνικής αυτής βγαίνει από την διαδεδομένη στην αγορά αυτοκινήτων χρήση του όρου τεστ ντράιβ, δηλαδή «δοκιμάζω πριν πάρω».

- Έμαθα ότι πήγες με τη Μαρία χθες... Καλό γκομενάκι;
- Καλή ρε, αλλά της έκανα ένα τεστ ντράιβ... Τι να σου πω... πολύ βρωμομούνω... (μάλλον χρειάζεται καταχώρηση κι αυτό)

(από DT Jesus, 06/12/08)That Smell - Lynyrd Skynyrd (1976) (από dryhammer, 27/05/14)

Βλ. και σχετικά λήμματα γλυφομούνι, μουνίλα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Yet another χαρακτηρισμός για την πολύ ωραία γυναίκα, την Λίλιαν του θρύλου ας πούμε. Γενικώς, οι διάφορες λεκτικές παραλλαγές του «μουνιού» χρησιμοποιούνται ως χαρακτηρισμός εξαιρετικού κάλλους για το σύνολο μίας θηλυκής ύπαρξης.

Πριν συνεχίσω με την μουνοκλίμακα που προτίθεμαι να παραθέσω προς χρήση από το σλανγκεπώνυμο πλήρωμα, θα ήθελα να τονίσω ότι ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει όταν η λέξη μουνί και τα διάφορα παράγωγά του αναφέρονται σε άντρες, όπου ο χαρακτηρισμός είναι μόνο αρνητικός. Χαρακτηριστικά αναφέρεται το «σα μουνί έγινα πάλι» και το μουνόπανο.

Η σχετική κλίμακα, κάτι σαν το σλανγκόμετρο αλλά για γυναίκες ένα πράμα, πάει ως εξής, ξεκινώντας όχι από ένα επίπεδο το οποίο να είναι άξιο λόγου αλλά από τα τάρταρα, το αντι-Λίλιαν δλδ:

μουνί της λάσπης και του αγρού >>> μουνί κλαμένο >>>μουνάκι >>> μουνίτσα >>> μουνί (αυτό που γίνονται οι μουνίτσες όταν μεγαλώσουν) >>> μούνος (εναλλακτικά και μούνα) >>> μουνάρα (εναλλακτικά και μούναρος) >>> μουναρομούναρος (εμφανίζεται ως ελαφρώς ενισχυμένη εκδοχή του απλού μούναρου αλλά δε μας χαλάει ως αυθύπαρκτος χαρακτηρισμός και ξεχωριστό λέβελ) >>> θεόμουνο (το γνωστό Λίλιαν)

  1. - Ρε συ, τι έχετε πάθει στο σλανγκ τζιαρ μ' αυτή τη Λίλιαν; Σε κάθε δεύτερο λήμμα, Λίλιαν έτσι, Λίλιαν αλλιώς; Τι κόλλημα είναι αυτό; Νισάφι πια...
    - Μικρέ πτωχέ αναγνώστη... Το Λίλιαν αγόρι μου δεν είναι απλά ένα μουνί, είναι το απόλυτο αμαρτωλό. Είναι ιδέα. Είναι θρησκεία. Είναι θεόμουνο. Μη σου πω ημιθεόμουνο...*
    - Νταξ. Το γαμεί κανείς ή είναι ρέστο;
    - Ωπ! Καλώς τον Πέρι. Να, για τον ΠΑΟΚ μιλούσαμε τώρα, έτσι δεν είναι Ανέστη; (θα σου πω αργότερα... κάνε την παλαβή)
    - Ναι, ναι... καλά πάει εφέτο... (Γουανταφάκ;)

  2. - Καλά ρε μαλάκα, τι πίνεις και δε(ν) δίνεις; Θεόμουνο η Μαρίτσα; Αν κρεμάσουν τα θεόμουνα, τζάμπα θα πάει το κορίτσι. Νταξ, δε λέω... δε είναι και του πεταματού, θα της τον σφύριζα με 4-5 μπυρίτσουαλς αλλά πάνω από μουνάκι εγώ δεν θα τη χαρακτήριζα. Ρε μπας κι είσαι Σάββας τελικά;

Σύγκρινε με μπιμπελό. Δες και -μούνα, -γκόμενα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Eλληνιστί το cybersex.

- Πώς πάει η υπόθεση με το γκομενάκι στο msn;
- Μαλακίες, αλλά ρίξαμε χθές ένα κυβερνογαμήσι, καλή φάση.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός για άτομο που βολεύεται σεξουαλικά από φίλους ή παρέες, συνήθως με τις λιγότερο εμφανίσιμες κοπέλες.

-Έλα ρε που θα βγούμε με τα κορίτσια. Είπε η Μαρία ότι θα φέρει κάτι φίλες της, οπότε μπορεί να φας κανένα κοψίδι.

Βλ. και σχετικό λήμμα τρώω

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πολύ καυλιάρης, που έχει τρελές καύλες.

Σιγά ρε χατζηκαυλιάρη, μην πηδήξεις και εμάς...

Δες και χατζη-.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που σουρώνει το καβλί του από την κάβλα και την αγαμία.

- Καλό το γκομενάκι ε;
- Ρε σουρουμπόκαβλε, τόσο καιρό που έχεις να γαμήσεις, όλες καλές σου φαίνονται.

Βλ. και σχετικά λήμματα: αγαμησιά, καυλί

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο άντρας (ή με άλλα λόγια, ο άνθρωπος που διαθέτει ψωλή). Συνηθίζεται να το λέμε στον πληθυντικό για μια αντροπαρέα (ψωλαρέοι), υποδηλώνοντας την έλλειψη γυναικείας παρουσίας.

- Ρε συ δυστυχώς η Δέσποινα έχει κανονίσει κάτι και δε θα μπορέσει να έρθει απόψε.
- Πω ρε μαλάκα, πάλι όλο ψωλαρέοι θα είμαστε;

Σχετικά λήμματα με τον πληθυντικό (ψωλαρέοι) είναι και τα αρχιδόκαμπος, πουτσοσπορά, πουτσοχώραφο, ψωλαρία, πουτσαρία και αρχιδαριό, πουτσοπανήγυρος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ως γνωστόν τοις πάσι, υπάρχουν γυναίκαι αι οποίαι ύστερα από πεολειχίαν θέλουν να ασπαστούν στο στόμα το σύντροφό τους μετά πάθους. Τοιαύτη κατηγορία γυναικών λέγεται «Φιλοπίππου», κατά το (λόφο) Φιλοπάππου.

Φαίδων: «Ώστε συνευρεθήκατε σεξουαλικώς μετά του γκομενακίου το οποίο σου συνέστησα; Εύγε! Πώς ήτο;»
Αρμόλαος: «Φρικτά λέγω! Ήλαβον μου πίπα, ετελείωσα, πτύει και ύστερον ήθελε να με ασπαστεί στο στόμα! Αίσχος λέγω!»
Φαίδων: «... όντως αίσχος!»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified