Ο τύπος του ανδρός που χαϊδολογιέται ασύστολα και βάζει σε κάθε λέξη που ξεστομίζει υποκοριστικό.
(ο γατούλης παραγγέλνει σε ντελίβερι)
- Nαι, τα σαντουιτσάκια με πατατούλες, ευχαριστώ… A! Nα βάλετε και μερικά κετσαπάκια εξτρά παρακαλώ!
Ο τύπος του ανδρός που χαϊδολογιέται ασύστολα και βάζει σε κάθε λέξη που ξεστομίζει υποκοριστικό.
(ο γατούλης παραγγέλνει σε ντελίβερι)
- Nαι, τα σαντουιτσάκια με πατατούλες, ευχαριστώ… A! Nα βάλετε και μερικά κετσαπάκια εξτρά παρακαλώ!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
λελέβω, λελεύω
Ρήμα της ποντιακής διαλέκτου που σημαίνει χαίρομαι κάτι, ακουστό κυρίως στην ευρύτερα γνωστή ιδιωματική φράση «λελέβω σε!» (παναπεί, να σε χαρώ!, συνοδευόμενο συνήθως με εγκάρδια αγκαλιά).
Πιθανώς παιδί του αρχαίου λιλαίομαι.
Σουρτούκω! Να λελέβω τα κατσία σ'!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Τα αγαπόνια είναι σωματίδια ή ιόντα αόρατα στον γυμνό οφθαλμό που φέρουν θετικό φορτίο αγάπης και αποτελούν την επιστημονική εξήγηση για το φαινόμενο love is in the έαρ. Τα αγαπόνια τα στέλνουμε όταν αγαπάμε κάποιον πάρα πολύ και με αγάπη τον χαιρετάμε ή του ευχόμαστε. Επίσης, μπορεί ύστερα από τη σχετική επιστημονική παρατήρηση να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν αγαπόνια ολούθε κατά την έκφραση αγάπη ολούθε που καθιέρωσε ο Αύγουστος Κορτώ.
Οι πιο κυνικοί θα θεωρήσουν ότι η ύπαρξη αγαπονίων δεν έχει ακόμη αποδειχθεί επιστημονικώς και μπορεί να αποτελεί ψευδαίσθηση ατόμων πασχόντων από αγαπουλίαση ή που ακολουθούν μια φεϊσμπουκο/τουιτερομανιέρα. Μάλιστα ορισμένοι θεωρούν ότι η έκφραση ανήκει περισσότερο σε ένα χιπστερο-φιλελέ ιδίωμα απάδον προς αριστερούς βαρυψώληδες. Αλλά για να μην το γειώσουμε άλλο, περνάω στα παραδείγματα.
Got a better definition? Add it!
Τέρμα ζουζουνιάρικη, γκομενίστικη έκδοση του επιρρήματος τόσο.
-Έλα ρε αγάπη άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμαα..
-Είναι δώδεκα ρε πότε θα κατέβουμε κέντρο;
-Τσότσο, τσότσο δα, δέκα λεπτάκια και σηκώνομαι.
Got a better definition? Add it!
Ο Αγρινιώτης, επειδή χρησιμοποιείται στο Αγρίνιο ο χαρακτηρισμός αυτός για αδελφό ή συγχωριανό εκ του αδελφούλης.
Πήρα μετάθεση στους φούληδες.
Got a better definition? Add it!
Η γκομενίτσα εκ του αγγλικού chick (<chicken = κοτόπουλο).
Τόνι, πώς μπορώ να γίνω το τσικάκι σου; (Εδώ).
Got a better definition? Add it!