Selected tags

Further tags

Ο τύπος που διατηρεί δωμάτια προς ενοικίαση ή αλλιώς rooms-to-let σε ακτίνα 10 χλμ από οποιαδήποτε παραλία.

- Φίλε σε έφτιαξα φέτος, θα πάμε διακοπές Καλλιθέα σε έναν γνωστό που έχει δωμάτια. Θα μας κάνει καλή τιμή.
- Τι λες ρε που θα πάμε στον θείο σου τον γδάρτη πάλι! Σιγά μη δουλεύω 3 μήνες για να μου τα φάει ο ρουμλετάς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη, χρησιμοποιούμενη πάντα σε πληθυντικό αριθμό την καλοκαιρινή περίοδο, η οποία και επισήμως ξεκινά από τότε που το Star Channel αρχιζει να δειχνει ρεπορταζ για κώλους. Χαρακτηρίζει γυναίκες, ξαπλωμένες μπρούμυτα οι οποίες αφού αλείψουν με δυο μπουκάλια Carotten τους ποπούς τους λιάζονται στο πιο κεντρικό σημείο της παραλίας. Αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής είναι να προκαλούνται μικροατυχήματα μεταξύ των θαμώνων της ακτής: άλλοι τραυματίζονται από μπαλάκι ρακετίστα που έχασε την αυτοσυγκέντρωσή του, άλλοι δέχονται επιθέσεις από πετρούλες των οποίων αρχικός προορισμός είναι τα λαδόκωλα, ενώ μέρικοι παθαίνουν μικροεγκαύματα από την καυτή αμμο λόγω της πολύλεπτης παραμονής τους χωρίς παντόφλες, σε κοντινή απόσταση από τον «στόχο», κάτω από τον ήλιο. Πληροφορίες αναφέρουν πως τα λαδόκωλα αποτελούν μέτρο του υπουργείου τουρισμού ώστε να απασχολούνται οι ναυαγοσώστες που κατά τα άλλα δεν κανουν τίποτα και να γεμίζουν οι ιδιωτικές πλάζ. Οι ίδιες πληροφορίες επιβεβαιώνουν πως το μέτρο αυτό δεν προτάθηκε από παρατηρητές της ηλιοθεραπείας της πρώην υπουργού τουρισμού, κ.κ. Φάνης-Πάλης Πετραλιάς.

- Ρε Μπάμπη φέρε και σε μένα να διαβάσω τη μέτροσπορτ, θέλω και εγώ να μάθω για τον Μπαλχιλα Αμαντιντσισβίλι, το μαραντόνα του Ουζμπεκιστάν που θα φέρει ο πρόεδρος.
- Ρε δε κοιτας τα λαδόκωλα καλύτερα, έχω ακόμα να ρίξω μια ματιά στο ρεπορτάζ του Ανδρούτσου Γραβιάς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γερμανός τουρίστας.
Επεκτείνεται και περιλαμβάνει και σκανδιναβούς και άλλους βορειοευρωπαίους.
Απ' τό γνωστό γερμανικό όνομα Fritz.
Συνήθως φοράει σανδάλια με άσπρες κάλτσες μες στο καλοκαίρι.

- Βλέπω τους φρίτσουλες να βολτάρουν με τα σανδάλια και τις άσπρες κάλτσες και θέλω σακούλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τύπος τουρίστα -συνήθως από βορειοευρωπαϊκή χώρα- που φοράει κατακαλόκαιρο πέδιλα με κάλτσες, παρουσιάζοντας αντιαισθητικό θέαμα για τα δεδομένα του καλοκαιριού της Ελλάδας και ο οποίος δεν έχει ιδέα ότι συνιστά αισθητική παραφωνία.

Συνώνυμα: καλτσοπεδιλούχος.

-Πέρασαν δύο καλτσοπέδιλοι τουρισταράδες.
-Καλά, ούτε ζεσταίνονται, ούτε τους νοιάζει το θέαμα που παρουσιάζουν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελεύθερος κατασκηνωτής στα ενδότερα της παραλίας Νας στην Ικαρία, μέσα στα καλάμια.

- Έχουμε τζιβάνα;
- Όχι, δεν πας να ζητήσεις από τους Βιετκόνγκ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εξέλιξη του πρακτικού αστείου γνωστού ως ποδόμουτρο. Αποτελεί καλοκαιρινό σπορ και σύντομα και ολυμπιακό άθλημα το οποίο λαμβάνει χώρα στα ημίρηχα νερά μιας παραλίας. Αποτελεί εναλλακτική των μισητών ρακετών, αλλά με την θεμελιώδη διαφορά ότι με το παραθαλάσσιο ποδομουτροfighting δεν γάμησε κανείς και ούτε πρόκειται.

Διασπάται σε πολλές κατηγορίες όπως full contact, 15 vs ενός, highlander, αλλά ο βασικός στόχος παραμένει να προσγειώσεις την πατούσα σου στα μούτρα κάποιου είτε το θέλει είτε όχι. Επιπλέον ο κάθε αγωνιζόμενος έχει το δικαίωμα να κηρύξει την έναρξη του αγώνα χωρίς να είναι ενήμερος ο έτερος αγωνιζόμενος/-οι.

- Ρε μαλάκα έσκασα απ' τη ζέστη παμε για παραθαλάσσιο ποδομουτροfighting...
- Έλα ρε μαλάκα, πάλι δεν θα μας μιλάει ούτε μισή γκόμενα μετά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο γυμνασμένος, συνήθως αντιπαθής άνδρας που αρέσκεται να επιδυκνείει τα μούσκουλά του σε νεαρές κορασίδες στις παραλίες το καλοκαίρι.

Η λέξη προέρχεται απο τις δημοφιλείς ρακέτες, κατεξοχήν σπορ των ατόμων αυτών στην παραλία.

Τσέκαρε πώς κορδώνεται ο μπρατσορακέτας για να τον δει η γκόμενα!

Βλ. και σφίχτερμαν, σφίχτης, μπονταίος, πρησμένος, σβάρτσος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός εντόμου που διακατέχεται από επιμονή και έχει γνώσεις «κομάντο» (έπεται εξήγηση). Κατά τη διάρκεια καλοκαιρινής νύχτας, ενώ έχεις ήδη κλείσει τα μάτια σου κι έχεις παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, προσπαθεί να σε ξυπνήσει και να εξερευνήσει το εσωτερικό του αυτιού σου κάνοντας οξύ θόρυβο. Συνήθως πρόκειται για κουνούπι ή σκνίπα που έχει σίγουρα συγγένεια με τον Βελζεβούλ, καθότι τέτοια βασανιστήρια μόνο αυτός κάνει. Η προσπάθειά σου (που συνοδεύεται από βρισίδι απείρου κάλλους) να το βρεις και να το σκοτώσεις ανάβοντας το φως, καταλήγει σε αποτυχία, γιατί κατά έναν περίεργο τρόπο το συγκεκριμένο διαόλι γνωρίζει κάλυψη/απόκρυψη/παραλλαγή (οι γνώσεις «κομάντο» που προαναφέραμε). Το σκηνικό επαναλαμβάνεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και το πρωί αποφασίζεις να πάρεις ταμπλέτες, παρόλο που είναι ανθυγιεινές, με τη δικαιολογία «καλύτερα να πεθάνω από χημικά, παρά από αϋπνία (γαμώ το καντήλι του για έντομο)». Απαντάται και σε μύγα κατά τον μεσημεριάτικο ύπνο/λήθαργο, αλλά αντιμετωπίζεται πιο εύκολα γιατί αυτό το είδος δε γνωρίζει κάλυψη/απόκρυψη/παραλλαγή.

-Α ρε κέρατο!!! Δυο ώρες μ’έχεις ξύπνιο! Δε θα σε πιάσω;!... Θα σου @#$^%$##@!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τύπος που πάει για μπάνιο στη Βάρκιζα με πλήρη στολή δύτη, μαχαίρι στο πόδι και ψαροντούφεκο για φαλαινοκαρχαρίες (γιατί ως γνωστόν, στη Βάρκιζα, οι φαλαινοκαρχαρίες έρχονται μέχρι έξω και τους πετάνε παπάρες οι θαμώνες των παραλιακών ρεστωράν).
Επίσης φοράει σούπερ επαγγελματικό ρολόι καταδύσεων που αντέχει μέχρι 800 μέτρα βάθος, 35 ατμόσφαιρες πίεση, 5 εκρήξεις υποθαλάσσιων ηφαιστείων και 2 τρακαρίσματα με πυρηνικό υποβρύχιο, ενώ διαθέτει και φακό για την άβυσσο, ανοιχτήρι για στρείδια, πυροφάνι για καλαμάρια, κλουβί για τα σκυλόψαρα, μπιμπερό για ορφανά φαλαινάκια και πατώντας ένα κουμπί φωσφορίζει η φωτογραφία του Κουστώ.

Γεια σου Χρήστο λουοδύτη που πλατσουρίζεις στα ρηχά σαν φώκια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ειδικός χορός με μικρά, χοροπηδητά βηματάκια, παρόμοιος με ορισμένους ποντιακούς, που κάνει κανείς σε αμμώδη παραλία από τις 12 έως τις 17.00, όταν, βγαίνοντας από τη θάλασσα, έχει να περπατήσει απόσταση μεγαλύτερη απ' όση αντέχουν οι πατούσες του μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη πετσέτα του. Θερμοκρασία άμμου: άνω των 45° C.

Άρχισε Λίτσα την αμμούμπα γιατί θα βγάλω φουσκάλες μέχρι να φτάσουμε στην πετσέτα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified