Selected tags

Further tags

Σε προέκταση του άλλου ορισμού για το τριχωτό του εφηβαίου είναι η λεσβία και μάλιστα αυτή που έχει τα στερεοτυπικά αρρενωπά χαρακτηριστικά, η μπουτς ή νταλίκα. Ο αντίθετος ρόλος λέγεται μούντζα ή φαμ ή γυναικάκι.

Δεν είναι "ομόφυλο" ζευγάρι, είναι τζίβα και μούντζα. (Άννη Σιμάτη, Οι νταλίκες και τα γυναικάκια τους. Θηλυκοί ανδρισμοί και πολιτικές της γυναικείας ομοερωτικής επιθυμίας, Futura, Αθήνα 2022, σ. 46).

Got a better definition? Add it!

Published

Το ορθογώνιο κομμάτι από το τριχωτό του εφηβαίου που αφήνουν ορισμένες γυναίκες, ενώ έχουν αποτριχώσει το υπόλοιπο άκα διάδρομος προσγείωσης.

Δεν είχε κάνει πλήρη αποτρίχωση, διατηρούσε ένα τριμαρισμένο μουστάκι του Χίτλερ.

Got a better definition? Add it!

Published

Το ορθογώνιο κομμάτι από το τριχωτό του εφηβαίου που αφήνουν ορισμένες γυναίκες, αφού έχουν αποτριχώσει το υπόλοιπο άκα μουστάκι του Αδόλφου.

Δεν ήταν φουλ αποτριχωμένη, αλλά είχε έναν περιποιημένο διάδρομο προσγείωσης πάνω από το μουνί της.

Got a better definition? Add it!

Published

μεταφορικά : η γκομενα που έχει έντονη τριχοφυΐα στα πόδια στις μασχαλες κλπ

Παράδειγμα Ρε μάγκα ήμουν με την Αντωνια στο σπίτι της!!σε κάποια φάση της έβγαλα το παντελόνι κολλητέ και τι να δω!!βαμβακουλας η γκόμενα!τέτοια τρίχα στο πόδι κολλητέ δεν ξανάδα!!δεν ανακάλυψε το ξυραφάκι ακόμα!!

Got a better definition? Add it!

Published

Εκτός από τον βαψομαλλιά, υπάρχει κι αυτός που βάφει τον μύστακα. Η επέμβαση είναι συνήθως πολύ λιγότερο εμφανής και δραστική, παρατήρησα όμως οτι, σε σύγκριση με τον βαψομαλλιά, εδώ φανερώνεται περισσότερη κακία, παρά κοροϊδία. Ειδικά σε ναζιάρικους 'κύκλους' (μη χέσω), έπαθαν λύσσα κακιά με του Μεϊμαράκη το, πριν και μετά το ντημπέη, μουστάκι.

βαψομουστάκιας

  1. Πετυχημένο παράδειγμα φτηνοδουλειάς δεν είναι άλλο από του βαψομουστάκια, για πρόεδρος T.I.F.F που διαδέχεται την Ντέπυ. Γνήσια φακλάνα και η Ντέπη, γιάγμα τα κανε τα λεφτά (όσο υπήρχαν) για να φέρνει το κάθε σελέμπριτι. ΕΔΩ

  2. -Είμαι σαν τσέλιγκας που φόρεσε μπεζ κοστούμι. Βλέπω τον εαυτό μου σαν master of puppets της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Ποιος είμαι;
    -για τον βαψομουστάκια σουν-τζου λες?
    -game theory στις χαρτοπετσέτες του Cappuccino
    -χαχαχα ΕΔΩ

  3. θα ψηφισω τον βαψομουστακια, γιατι ειναι τσιφτης και καραμπουζουκλης....και οποιος λεει πως το στριβει το μουστακι ειναι απλα λαικιστης και προπαγανδιστης, φαιδρος, ποταπος και διαφορα αλλα ζουραριακα που δε θυμαμαι τωρα......αααα και αναισχυντος......και τον παιρνει κιολας. ΕΔΩ

"King Abdullah of the Kingdom of Saudi Arabia has died aged 90" -90 ήταν ο βαψομουστάκιας;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η Κρήτη στα καλιαρντά, επειδή οι Κρητικοί το παίζουνε παλικαράδες (εκ του μουσαντό).

«Μπενάβεις καλιαρντά, χρυσή μου;» «Και τα τζινάβω και τα μπενάβω», του απαντώ. «Εσείς καλέ, είστε από πού;». «Μουσαντοπαλικαρού ταραφιντάν κούκλα μου, και έχω μια σαρμελιά που ’ναι δική σου ούλη, θα στην αβέλω τώρα δα στην καυτερή σου πούλη». Δεν χάνω καιρό η ξενηστικωμένη και απαντώ: «Κι αν είν’ η πούλη μου στενή κι η μέλα σου μεγάλη, πάρε σαπούνι συριανό και βάλ' της στο κεφάλι…». Κάθισα τζάκατα στο μουσαντοπαλικαρότεκνο. Μου ξομολογήθηκε ότι δυο μέρες είχε που βγήκε από τη λεβεντόμαντρα. (Από το καλιαρντούργημα "Διακοπές στο Τζιναβονήσι" του Τέο Ρόμβου, ελαφρώς πειραγμένο).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι ο σέξι νεαρός Κρητικός. Μουσαντό σημαίνει ψέμα, μούσι, Μουσαντοπαλικαρού είναι η Κρήτη ως μια ψευδο-λεβεντομάνα.

«Μπενάβεις καλιαρντά, χρυσή μου;» «Και τα τζινάβω και τα μπενάβω», του απαντώ. «Εσείς καλέ, είστε από πού;». «Κρήτη ταραφουντάν κούκλα μου, και έχω μια σερμελιά που’ ναι δική σου ούλη, θα στην αβέλω τώρα δα στην καυτερή σου πούλη». Δεν χάνω καιρό η ξενηστικωμένη και απαντώ: «Κι αν είν’ η πούλη μου στενή κι η μέλα σου μεγάλη, πάρε σαπούνι συριανό και βάλτης στο κεφάλι…». Κάθισα τζάκατα στο μουσαντοπαλικαρότεκνο. Μου ξομολογήθηκε ότι δυο μέρες είχε που βγήκε από τη λεβεντόμαντρα. (Διακοπές στο Τζιναβονήσι, του Τέο Ρόμβου).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μουσαντέ μάγκας, ο ψευτόμαγκας.

Με τον μουσαντόμαγκα τον κουτσαβάκη τον Σαμαρά δεν τα κατάφεραν, με τον "αυθεντικά" λαϊκό τύπο τον Βαγγέλα και πάλι δεν τα κατάφεραν. Πού θα πάει αυτό το κόμμα;

Κατ' επέκταση, και ο μπαμπέσης (σημασία που δίνεται από τον Ηλία Πετρόπουλο, δες και στου κυρ-Σαράντ).

Σου κάνει τώρα μουσαντογλειψούδες, αλλά είναι μουσαντόμαγκας και στο τέλος θα στη φέρει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αντιπαθητικός παππάς, συνήθως με μεγάλα γένεια

Ήταν ένας τραγόπαππας εκεί, δεν μας άφηνε να καπνίσουμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι η αποτρίχωση, εκ των τζάζω (< džal, džala, džal-tar = φεύγω, αναχωρώ, απομακρύνομαι, πηγαίνω στη ρομανί) και προβιά.

Τὸ ἡρακλομουτζάκι τῆς τζασπροβιαραζοῦς τῆς ἀδερφῆς σου κόζα τchά, μωρή; - Ἄς τα, χρυσή μου, μπουτ ταραγμάν τὸ τεκνιτσάκι μου, ἄβελε πρίμα βόλτα κουμμουνόσκελη στὸ τεκνόστουντο καὶ φτάσαν τὰ μπλάντια στὶς νισεστέ! Τό 'τζασε σόπιτο ἡ τεκνοζαλίστρα!

Τουτέστιν:

- Τὸ κοριτσάκι τῆς ξυρισμένης τῆς ἀδερφῆς σου τί κάνει μωρή; - Ἄς τα, χρυσή μου, μεγάλη ταραχὴ τὸ κοριτσάκι μου, τῆς ἦρθε πρώτη φορὰ περίοδος στὸ σχολεῖο καὶ φτάσαν τὰ αἵματα μέχρι τὶς κάλτσες! Τὸ 'διωξε ἄρον ἄρον ἡ δασκάλα. (Παράδειγμα του τιτανοτεράστιου Αἴαντος αποκατέ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified