Selected tags

Further tags

(.. Στην αλάνα) - Κώστα ποιον παίκτη διαλέγεις? - Θα πάρω τον Τάκη. - Καλά είσαι μαλάκας, αυτός είναι ντιπ σκούλος..

Ποδοσφαιρικός όρος ο οποίος χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις που το σουτ είναι εξωφρενικά άστοχο. Όταν ένας παίκτης είναι γενικά άστοχος και άτεχνος, τότε ο όρος μπορεί να χαρακτηρίζει και τον παίκτη.

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται όταν κάποιο άτομο απειλεί, χωρίς όμως να έχει την απαιτούμενη ισχύ.

- Θα σας πάρει και θα σας σηκώσει όλους εδώ μέσα!

- Καλά Τάκη, σκεπάσου..

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται σε άτομα που περιαυτολογούν, κομπάζουν.

- Τι ταινιάρα σας έφερα να δείτε ρε!

- Καλά ρε, ξεπάτα..

Got a better definition? Add it!

Published

Το τραμπουκολίδι (πληθ.: τραμπουκολίδια) είναι η επιθετική συμπεριφορά ενός τραμπούκου ως προς σωματικά ασθενέστερο άτομο, κατά προτίμηση σε δημόσιο χώρο. Συμβαίνει και μεταξύ ζώων, πχ. απο σκύλο σε γάτα σε πλατεία, με έναυσμα πεσμένο κομμάτι γύρο. Ορθώς προφέρεται ως τραμπουκολjίδια, κατά τη λαϊκή προέλευση της λέξης.

Πλέον, οι ΞΕΝΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ: αγγλικά έχουν κάνει τη λέξη 'μπούλινγκ' να επικρατήσει.

Βλέπε και μπουλίζω.

Ρε φίλε, στο γήπεδο είπαμε να πάμε, αλλά μέθυσε ο Ηρακλής και πλακώσαμε μια διπλανή παρέα στα τραμπουκολjίδια...

Got a better definition? Add it!

Published

Η έκφραση αυτή αν και στερείται ουσιαστικού έρχεται να υπερτονίσει τον ανδρισμό του ατόμου για το οποίο χρησιμοποιείται, μπορεί να μην έχουμε στην πρόταση ουσιαστικό αλλά υποβόσκει η έννοια των όρχεων.

Η φράση έρχετε να δώσει προσδιορισμό μεγέθους στους όρχεις (βλ. κάκαλα - μπομπόλια), λέγοντας μάλιστα πως είναι τόσο μεγάλα που σέρνονται στο δρόμο καθώς περπατά ο προσδιοριζόμενος. Αυτό το γεγονός τον καθιστά μάγκα, τσίφτη και ταυτόχρονα καραμπουζουκλή.

Για την πραγματικότητα της ύπαρξης της φράσης, παραπέμπω στο τραγούδι του μεγάλου Δημήτρη Μετζέλου των Ημισκουμπρίων, που κάνει άριστη χρήση της φράσης.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΝΤΖΕΛΟΣ - ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΦΩΤΙΑ feat Τάσος Κροκόδειλος & Μαύρος Ήλος
( Δευτερόλεπτο 54ο )

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

"Λιμανιώτικος" όρος για το "άραξε", "κάνε κράτει".

"Κάνε άπωσον ρε μαγκίτη" δηλ. φίλος άσε τους τσαμπουκάδες, κάτσε καλά...

Got a better definition? Add it!

Published

ἤ μανιτάρι

σλανγκασίστ ἀπὸ sceptic (λῆμμα μανίτες)

Παρωχημένη σλὰνγκ/ἀργκὸ τοῦ ὑποκόσμου τῆς προπολεμικῆς ἐποχῆς. Ἀναφέρεται ὡς μανιτάρι στὸ γλωσσάρι του Τσιφόρου... Ἐπίσης ἀναφέρεται στὸ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ τῆς ΛΩΠΟΔΥΤΙΚΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ τοῦ Ε. Θωμόπουλου (ἐφ. Ἀκρόπολις, ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Μαΐου 1934) ποὺ δημοσίευσε ὁ Ν. Σαραντάκος:"Μανιτάρι = Η μέθοδος κλοπής των πορτοφολιών" Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ μὲ τὶς δυὸ μορφὲς μανιτάρι καἰ μανίτα στὸ τραγούδι "Ὁ Ἀμερικάνος" τοῦ Ἰάκωβου Μοντανάρη ἀπὸ τὸ 1935:

Ρίξανε τὸ μανιτάρι μιὰ βραδιὰ μὲ τὸ φεγγάρι

Πιάσαν' ἕν' Ἀμερικάνο στὴ μανίτα σὰν τὸ χάνο

Τοῦ πασάραν τὴ μανίτα καὶ τοῦ λένε καληνύχτα

Ἄν θυμᾶμαι καλὰ (νομίζω τὸ 'χω διαβάσει στὸν Τσιφόρο, χωρὶς νὰ εἶμαι σίγουρος) τὸ κόλπο γινόταν ὡς ἑξῆς: Ἕνας ἀπὸ τὴν ὁμάδα ἄφηνε νὰ τοῦ πέσει ἔνα πορτοφόλι. Τὸ πορτοφόλι ἦταν φουσκωμένο, ἀλλὰ στὸ πάκο μὲ τὰ χαρτονομίσματα μόνο τὰ δυὸ ἀκριανὰ ἦταν κανονικὰ, ἐνῶ τὰ ἐνδιάμεσα ἦταν χαρτιὰ, ἐφημερίδες κλπ. Ἦταν κομμένα ὅμως προσεκτικὰ ὥστε νὰ μοιάζουν μὲ πραγματικὰ χαρτονομίσματα. Μόλις τὸ ὑποψήφιο θύμα ἔβλεπε τὸ πορτοφόλι ἐμφανιζόταν κι ἄλλο μέλος τῆς ὀμάδας κι ἔλεγε πὼς τὸ βρῆκαν μαζί. Τότε ξαναγύριζε αὐτὸς ποὺ τὸ εἶχε, δῆθεν, χάσει καὶ ἄρχιζε νὰ ρωτάει ἄν βρέθηκε ἕνα πορτοφόλι μὲ τόσα λεφτὰ (ἔλεγε κάποιο μεγάλο ποσὸ). Αὐτὸς ποὺ τὸ βρήκε συνήθως ἀπαντοῦσε ἀρνητικὰ καὶ τὸ δεύτερο μέλος τῆς ὀμάδας ἐπιβεβαίωνε πὼς δὲν βρέθηκε τίποτα. Αὐτὸς ποὺ τὸ εἶχε "χάσει" συνέχιζε νὰ γυροφέρνει στὴν περιοχὴ "ψάχνοντας". Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία, ὅταν αὐτὸς ποὺ τὸ εἶχε "χάσει" ἀπομακρυνόταν λίγο, ὁ δεύτερος ἔλεγε στὸ θύμα: "Ἐπειδὴ ἐγὼ πρέπει νὰ φύγω, ἐσύ κάνε πὼς ψάχνεις γιὰ νὰ μὴν καρφωθοῦμε. Δῶσε μου ἐμένα ὅ,τι λεφτὰ ἔχεις πρόχειρα καὶ ἀργότερα συναντιόμαστε στὸ τάδε μέρος γιὰ νὰ μοιραστοῦμε τὰ λεφτὰ τοῦ πορτοφολιοῦ.Ἐκτὸς ἄν θὲς νὰ σοῦ δώσω ἐγώ κάτι καὶ νὰ πάρω τὸ πορτοφόλι." Τὸ θύμα φυσικὰ προτιμοῦσε νὰ κρατήσει τὸ φουσκωμένο πορτοφόλι καὶ μετὰ νὰ τὴ σκάσει στὸν "ἀφελὴ", πέφτοντας θύμα τῆς ἀπληστίας του.

Ἡ μέθοδος ποὺ περιγράφω παραπάνω ἐπιβεβαιώνεται περιληπτικὰ καὶ στὸ προαναφερόμενο δημοσίευμα τοῦ Ν. Σαραντάκου:

"Ούτε η μέθοδος του μανιταριού (το ρίξιμο του πορτοφολιού με τις εφημερίδες) πιάνει."

Νὰ καὶ τὸ τραγούδι "ὁ Ἀμερικάνος" τοῦ Μοντανάρη. Τραγουδάει ἡ Στέλλα Βογιατζῆ.

https://www.youtube.com/watch?v=V5umC2dVrXQ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρεώνομαι (ρ.), παρ. Ρεστάριζα, αόρ. Ρεστάρησα παράγ. Ρέστος (ούσ) χρεωμένος

Όλο στο ρεστάρισμα είσαι ρε αδελφάκι μου! = χρωστάς συνέχεια

Είμαι από ψες ρέστος= χρωστάω από χτες

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι το γνωστό μας "ας πούμε" αλλά σε πιο χαλαρή και μάγκικη εκφορά.

Εμείς ασούμε, όταν κατεβαίνουμε το γήπεδο ασούμε, δίνουμε τα πάντα ασούμε

Got a better definition? Add it!

Published

Ο τύπος ο οποίος καθιστά εμφανές ότι είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.

-Τον ξέρεις τον Μήτσο απ΄το βιολογικό;
-Νομίζω ναι, δεν είναι αυτός ο χαλέος που την πίνει σε κάθε πάρτυ;
-Αυτός είναι!

Τάκης κύκλοι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified