Κρητική ιδιόλεκτος. Βαράω μαλακία.
Μας καύλωσε η Μαρία. Θα παίξω ένα γροθουλάκι απόψε για πάρτη της...
Κρητική ιδιόλεκτος. Βαράω μαλακία.
Μας καύλωσε η Μαρία. Θα παίξω ένα γροθουλάκι απόψε για πάρτη της...
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Κυριολεκτικά πούστικη συμπεριφορά, ανάρμοστο σεξουαλικό τσαλίμι, κραυγαλέα εκδήλωση ομοφυλοφιλίας. Συναντάται και μεταφορικά, ως ύπουλη ενέργεια, π.χ. «Κοίτα μη μου κάνεις κανένα πουστριλίκι, σε γάμησα», ή ακόμη και ως άγριο μπινελίκωμα: «Μ' άρχισε στα πουστριλίκια».
Ήρθε κι ο Φιλήμωνας. Καλά, μιλάμε, να δεις πουστριλίκι η δικιά σου!
-Γιατί δε ζητάς ένα ρεπό;
-Τι λες, ρε συ, προχθές του ζήτησα μια ωρίτσα να πάω τη μάνα μου στο σταθμό και μ' άρχισε στα πουστριλίκια!
Αν μου κάνεις πουστριλίκι, σε πήρε και σε σήκωσε!
Got a better definition? Add it!
Συμβουλή άρρενος κηδεμόνος (πρωτοτυπικά πατρική) προς νεώτερο, σεξουαλικά ικανό (κατά την κρίση του πρώτου) άρρενα για την πριμοδότηση (χρονική και αξιολογική) της σεξουαλικής έναντι της συναισθηματικής επαφής με το έτερο φύλο.
Κατεξοχήν Κουλεκαφιώτικη, Παλαιο-Θεσσαλονικιώτικη ατάκα.
Γιος: - Γουστάρω την Όλγα απ'το σχολείο.
Μπαμπάς: - Γάμα τες μικρές, να σ'αγαπάν μεγάλες.
Got a better definition? Add it!
Ως γνωστόν μόλις γεννηθεί το τέκνον, σπεύδουσιν συγγενείς και φίλοι να ασημώσωσιν (καλώς!) αλλά και να διαγνώσωσιν (κακώς!) εν είδει επαϊόντων πλήν αυτοκλήτων και ερασιτεχνών ντιενεϊτζήδων, εις ποίον μέλος της οικογενείας ομοιάζει περισσότερον, το βρέφος.
Μετά τον καταιωνισμόν (<αρχ. και στρατοκαβλ. καταιωνιστήρ=ντουζιέρα) πτυέλων επί της μάπας του δυστήνου βρέφους, οι προσφιλείς του ζεύγους αρχινάνε την κολυκυθιά:
Μην είν’ τα μάτια του παππού;
Μήνα της κουκουβάγιας;
Μη το προγούλι είναι της θειάς;
Μήπως στης μάνας φέρνει σόι;
Μπα κι έχει του μπαμπά το μπόι;
Και λοιπά.
Βεβαίως, όλ’ αυτά αφορούσιν κυρίως ειπείν εις την διαπίστωσιν της εκ πατρός ρίζης ταυτοποιήσεως, δεδομένου οτι mater semper certa est (δηλ. «να κάνει» η μάνα).
Εξ άλλου, όταν το τέκνον μεγαλώση, θα κληθεί πολλάκις να λάβη θέσιν εις την (υφ’ όσων ευρίσκονται ακόμα εν ζωή συγγενών τεθείσα) τραυματικήν ερώτησιν:
Ποιόν αγαπάς πιό πολύ; Τη μαμά ή τον μπαμπά;
Η ορθή και ειλικρινής απάντησις δέον όπως έχη: «Δε γαμιέσαι;»
(Αλλά τα καλά παιδιά δε λένε κακές λέξεις κλπ-κλπ).
Τα σόγια αλληλο-υπονομεύονται (πότε κρυφά-πότε φανερά) και εξαίρουν εαυτούς, οι φίλοι γελούν συγκρατημένα (αποφεύγοντας το ατόπημα να διατυπώσωσιν την γνώμη των) και το ζεύγος καρτερεί την ώραν που θα πάνε άπαντες στα ξεκουμπίδια...
Η έκφρασις χρησιμεύει ως πυροσβεστήρ των εκατέρωθεν αντιδικιών, συνήθως υπό του πατρός (δίκην διαιτητού), όστις λέγει χαριτολογώντας (!) οτι κατά την εποχήν της συλλήψεως του τέκνου, δήθεν (;) χρωστούσαν βερεσέδια εις τον οπωροπώλην ή τον εδωδιμοπώλην ή τον κρεοπώλην ή αλλαχού (αντιστοίχως), οπότε (εννοείται οτι) το τέκνον μάλλον φέρει τα χαρακτηριστικά ενός (;) εξ αυτών, μεθ’ ου επλάγιασεν η νύφη, ίνα πατσίση τα οφειλόμενα...
Άλλωστε τοιούτου είδους in natura συμψηφισμοί χρεών, εγένοντο κατά κόρον εις τας συνοικίας των παρελθόντων ετών (π.χ. γαμούσε ο σπιτονοικοκύρης τη ζουμπουρλή μπαταξού νοικάρισσα, ο πτωχός φοιτητής την θαλερή μπακάλαινα, ο κωλόμπος ποδηλατάς «χάριζε» γύρους κ.ο.κ.) αλλά ακόμη και σήμερα κάποιες τζαμπατζούδες και έκλυτες επιβάτισσες πληρώνουν τον ταρίφα σε ρήτρα Jim Bookie (!)
Φυσικά, τα ανωτέρω ελάμβανον χώραν την παλαιάν εποχήν, διότι τώρα δεν κάνουμε τέτοια αφού είμεθα Εβροπέη (το γράφει και εις τον τηλεφωνικόν κατάλογον) και εφ’ όσον άλλωστε και εν Αλβιόνι εν αντιστοίχοις περιπτώσεσιν, πατήρ απάντων των βρετανόπουλων πάλαι ποτέ εφέρετο ο θρυλικός γαλατάς (the milkman was round)...
(Πεθερά απ’ του αντρός το σόι):
-Πώπω ένα ωραίο μωράκι!
(Πατέρας):
-Είδες;
(Πεθερά απ’ του αντρός το σόι):
-Κοίτα το! Έχει την έκφραση του μπαμπά σου γιόκα μου!
(Μάνα):
-Μα τί λέτε καλέ μητέρα; Της μαμάς μου έχει...
(Πεθερά απ’ του αντρός το σόι):
-Της μαμάς σου ναί, αλλά όχι την έκφραση...
(Πατέρας):
-Εγώ λέω του μανάβη μοιάζει που του χρωστούσαμε κιόλας!
(Μάνα κάτωχρη):
-Ώστε λοιπόν ξέρεις...
(Η συνέχεια σε Βίπερ)
Got a better definition? Add it!
Παραφθορά του «πού είσαι» -> «πού 'σαι» -> «πού 'τσαι».
Λέγεται όποτε βλέπουμε κάποιον που είχαμε καιρό να δούμε, ή που χαιρόμαστε πολύ που τον βλέπουμε. Σε αντίθεση με άλλα λήμματα εκ παραφθοράς, το εν λόγω λήμμα σπάνια δημιουργεί παρεξηγήσεις, καθώς ο θιγόμενος/η ρισκάρει την περίπτωση να έχει παρακούσει, οπότε κινδυνεύει να εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Πάντως, ακόμη και στην απίθανη αυτή περίπτωση, είναι εύκολο να διορθώσουμε κάνοντας την πάπια με δικαιολογίες του στιλ: «Τι είπα; Πού 'σαι, ρε Μαριώ;» κλπ.
- Πού 'τσαι ρε Μαράκι; Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε.
- Πού 'τσαι ρε Στελάρα; Μας έλειψες, ρε κωλόφατσα!
- Έλα μωρή ψωλέτα. Πού 'τσαι χαμένος;
Got a better definition? Add it!
Έκφραση που δηλώνει χάλια κατάσταση προσώπου, πράγματος, ή κατάστασης.
Προέρχεται από την περίπλοκη και πολυσχιδή μορφολογία του μουνιού. Ο καλλιγραφικός προσδιορισμός εντείνει την όποια περιπλοκότητα ακριβώς όπως συμβαίνει και με την καλλιγραφική γραφή, δεδομένης δε και της υγρής υφής (χύσια, ούρα, σάλια και άλλες σωματικές εκκρίσεις) που σε πολλές περιπτώσεις απαντούν στο μουνί, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.
- Ο Μήτσος σουτάρισε το καινούριο Alfa Romeo του μπαμπά του. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα.
- Το αμάξι;
- Μουνί καλλιγραφίας έγινε. Πάει για απόσυρση.
Ρε, τι γίνεται 'δω μέσα; Τ' άφησα τζιτζί και τα βρίσκω μουνί καλλιγραφίας!
Δε φτάνει που μου βάφτηκε σαν την πουτάνα, την πήραν και τα κλάματα, άστα. Μουνί καλλιγραφίας έγινε! Τη λυπήθηκα την κακομοίρα.
Got a better definition? Add it!
Κυριολεκτικά η βάλανος του πέους (πουτσοκέφαλο). Ως επιθετικός προσδιορισμός, ή αυτοαναφορικό, σημαίνει αυτόν που σκέφτεται με το κάτω κεφάλι, που έχει το μυαλό του στο μουνί, ή στο γαμήσι γενικότερα.
Συνήθως το πουτσοκέφαλο άτομο λειτουργεί παρορμητικά και, ως προς αυτό, ο όρος πουτσοκέφαλος παρουσιάζει συγγενή συμπεριφορά με το παρεμφερές «θερμοκέφαλος». Εννοείται ότι απαντά πάντα σε αρσενικό γένος, ενώ σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιείται υποτιμητικά, π.χ. «ασ' τον μωρέ, αυτός είναι πουτσοκέφαλος».
Καλά, ρε πουτσοκέφαλος είσαι; Μόνο το μουνί έχεις στο μυαλό σου!
Πήγαμε προχθές στον «Καλιγούλα» και ο Γιώργος τα 'μπλεξε με μια στριπτιτζού που του πούλησε αγάπες. Πουτσοκέφαλος είναι, ο μαλάκας...
-Ο Νίκος τα 'ριξε στην καινούρια γκόμενα του Αλέκου. -Ρε τον πουτσοκέφαλο! θα μας χαλάσει την παρέα, ο μαλάκας.
Got a better definition? Add it!
Μεθοδολογία κατάταξης επίπεδων πηδηξιμότητας μιας γκόμενας:
Έστω ότι το Λίλιαν βρίσκεται στην κορυφή του επιπέδου Α και η φίλη της η Λάουρα βρίσκεται στην διόλου ευκαταφρόνητη κορυφή Β. Μια επιεικώς γαμήσιμη γκόμενα λιμνάζει στο επίπεδο Γ, αυτό της μετριότητας, εκεί όπου με λίγη καλή πίστη και επιείκεια οι αναστολές πέφτουν και οι γκόμενες καθίστανται οιονεί πηδήξιμες.
Τα παρακάτω επίπεδα Δ (μέτριες προς το κακό) και Ε (φλόμπες) δεν σηκώνουν επιείκειες, παρόλα αυτά κυκλοφορούν εξειδικευμένοι δρακογάμηδες, ήρωες και προικοθήρες που τις περισυλλέγουν.
- Ρε, σου αρέσει καθόλου η αδερφή του Παύλου;
- Τι να σου πω επιεικώς πηδήξιμη θα την έλεγα.
- Ωραία γιατί σε γουστάρει!
Got a better definition? Add it!
Ειρωνικό υπονοούμενο για ύποπτη ή παράνομη ερωτική συνεύρεση. Εκφέρεται κυρίως με δηκτική διάθεση συνοδευόμενη από αρκετό φθόνο, και συνήθως αφορά σε άτομα του στενού φιλικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος (σύζυγος, κόρη, γκόμενα κλπ).
- Η Μαρία πήγε στη Ρώμη με το αφεντικό της για «δουλειές». Μου την έχει δώσει!
- Μήπως είσαι παράξενος;
- Στο ίδιο δωμάτιο μένουν ρε μαλάκα, τι λες εσύ, το βράδυ να παίζουν τις κουμπάρες;
- Η Δέσποινα είναι κλειδωμένη στο δωμάτιό της με το Γιώργο δυο ώρες.
- Λες να πηδιούνται;
- Όχι, παίζουν τις κουμπάρες. Άιντε, σύνελθε!
Got a better definition? Add it!
Λέγεται για πράγματα που επαναλαμβάνονται συνεχώς, που συζητιούνται ευρέως κάποια δεδομένη χρονική στιγμή.
- Φτάνει πια! Το άκουσα.
- Έχεις δίκιο. Η αλήθεια ότι τις τελευταίες μέρες όλοι αυτό συζητάνε. Πάει από στόμα σε στόμα, σαν πούτσα.

Got a better definition? Add it!