Further tags

Η λέξη πατικωλίδι ετυμολογείται εκ των πατάω και κώλος.

Πρόκειται για ιδιωματισμό του Αγρινίου, όπου πολλοί παράνομοι αγώνες στους δρόμους και στις αερογέφυρες. Συνεπώς ως πατικωλίδι ορίζεται η κόντρα, η σπινιά και γενικά το γαμηστερό καυλόγκαζο.

Σπανιότερα συναντάται και ως συνουσία μέσω πρωκτού.

  1. Ρε συ, είδες φανάρια-αερογέφυρα κάτι τρελά πατικωλίδια που έπεσαν;;;;

  2. Αν πάς στο σπίτι της Εύας, κάνε της ένα καλό πατικωλίδι!

(από proteas1992, 29/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ιαπωνική νεανική έκφραση, (απόδοση με λατινικούς χαρακτήρες: gamo-toshiba-n), η εισαγωγή της οποίας αποδίδεται μάλλον εις τον μελετητήν της νεότητος Γιάννη Δαλιαννίδη (ή Ζαν Ντάλ για τους παλαιότερους ή «Πρόξενο» για τους παροικούντας εφήβους το πάρκον των Ιλισίων), διά στόματος Πάνου Μιχαλόπουλου στην ταινία «Τα τσακάλια» (1981).

Εις την γλώσσαν προελεύσεως, μαρτυρεί απέχθειαν προς συγκεκριμένην εταιρία κατασκευής μπαταριών τύπου «n» (εν) λόγω ενδεχομένης χαμηλής ποιότητος (π.χ. πίπτει ταχύτατα).

Μια διαφορετική προσέγγιση εις την ελληνικήν υποδηλώνει οτι ο τοιουτοτρόπως εκφραζόμενος νεαρός, θεωρών οτι έχει φθάσει προώρως εις την θέωσιν, ούτω πως, δύναται να «φουσκώσει» το σύμπαν προκειμένου να γεννηθουν πολλά νέα άστρα εις το στερέωμα (βλ. Monty Python 'Universe song'), παρά τας αστρονομικάς θεωρίας και τα θρησκευτικά θέσφατα.

Δηλώνει την πλήρη αγανάκτησιν ή απόγνωσιν του λέγοντος, ένεκα αναποδιάς.

Συνώνυμα: γαμιέται ο Δίας, γαμώ το ντι-εν-έι μου, τον Αντίχριστό μου, τη θεία κτλ.

- Τί θα γίνει, θα ετοιμαστείς καμιά φορά; Τα παιδιά έχουν διπλοπαρκάρει απο κάτω και κορνάρουνε. Έχουμε κλείσει το δρόμο, κουνήσου!
- Δε βρίσκω το μαγιώ μου, γαμώ το σύμπαν!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση, που χρησιμοποιείται ως επίδειξη αδιαφορίας έναντι μηδαμινής απειλής προερχομένης εκ στόματος εξ ίσου μηδαμινού υποκειμένου.

Σημαίνει: δε μασάω, σ' έχω χεσμένο, κουνιούνται κτλ.

Ταυτόσημη με: θα μου κλάσεις τ' αρχίδια, μια μάντρα αρχίδια, μια μάντρα λιμουζίνες, δυο μάντρες ταξί , τη μάντρα του Αττίκ, τη Μάνδρα Αττικής κτλ.

Προέρχεται εξ εννοιολογικής συντμήσεως της παροιμιώδους φράσεως: πάρε φόρα κι έλα να μου τα κλάσεις!

-Μαλάκα, έτσι και σε δει τ' αφεντικό να γράφεις αυτές τις μαλακίες στο slang.gr, σ' έχει γαμήσει !

-Πες του να πάρει φόρα και να ' ρθει να με την όπισθεν!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται μεταφορικά για τον παροπλισμένο εραστή, ένεκα ηλικίας ή μαλακίας (που μπορεί και να είναι καλή αναλόγως της ηλικίας, κατά το δημώδες) και του οποίου αι ορμαί (αναγκαστικώς) καθεύδουσιν. Ιδίως για τον τελευταίο, η μαλακία του συνίσταται, είτε στο γεγονός οτι τυγχάνει παπάρας, είτε εκ νόσου (π.χ. χαντούμης).

Είναι ο «δε γαμώ», δηλαδή, που συνήθως αντικαθιστά το σέξ με ψάρεμα. Συνειρμικώς, συνδέεται με τους παλαιμάχους ποδοσφαιριστάς, που κατά την δύσιν της καριέρας των, κρεμούν τα παπούτσια ή τη φανέλα των.

Προέρχεται απο τας φιλοτίμους οικοκυράς, αι οποίαι (στοι)βάζανε την άνοιξη τα μάλλινα και τα εν γένει χειμωνιάτικα στο γιούκο (= στοίβα χειμερινών ή θερινών ρούχων στο σπίτι, με κάλυμμα απο πάνω, που φαίνεται απο μακριά σαν σκεπασμένο έπιπλο). Τώρα τα βάζουν στο πατάρι με ναθφαλίνη.

Η αναφορά εις τους όρχεις δεν είναι τυχαία, δεδομένου του τριχωτού της επιδερμίδας των, όθεν η ανάγκη όπως φυλαχθούν εν αχρησία, στη ναφθαλίνη, μη και τσου φάη ο σκώρος. Βέβαια, υπάρχουν και οι πούτσες μάλλινες (=μαλακίες που λέγει τις αστόχαστος) αλλά και η μάλλινη τσουτσοθήκη, (αγγλιστί: codpiece / crotch = πεοφυλάκτρα / καβάλος), προκειμένου να μην κρυολογήσει μια ευαίσθητος τσουτσούνα.

Parole αυτά, υφίσταται έκφρασις αντίστοιχος ειδικώς διά τας πούτσας: Έχει κρεμάσει τον πούτσο του στο κελλάρι (μαζί με τα λουκάνικα).

-Τίιιιι έγινε παππούλη ; Καλά ;
-Τί καλά και τρίκαλα, έχω βάλει τ' αρχίδια μου στο γιούκο μαζί με τα μάλλινα, άστα να πάν' στο διάολο. Δεν είμαι παππούς εγώ πιά, λύκος είμαι.
-Τί λύκος ρε παππούλη ;
-Ξέρεις απο πότε έχω να γαμήσω ;
-Απο πότε ;
-Ουουουουουουου ...

Ο Ρώσος ακτιβιστής street artist Pyotr Pavlenski που κρέμασε τους όρχεις του στην Κόκκινη Πλατεία για να διαμαρτυρηθεί για τον αυταρχισμό του καθεστώτος Πούτιν. (από Khan, 16/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ανήκει σε ευρεία συνομοταξία ηθικοπλαστικών σλανγκισμών που ανάγονται στην κλασσική έκφραση «το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς».

Η συγκεκριμένη εκδοχή αρχικά παρέπεμπε στο τάκα-τάκα, το εκνευριστικό παιγνίδι συνεχούς κρούσης σφαιριδίων που κρεμόντουσαν με σχοινάκι από ένα κρίκο. Τα τάκα-τάκα είχαν γίνει μανιώδης μόδα στα ύστερα χρόνια της χούντας και προκάλεσαν την οργή τόσο των νομοταγών πολιτών (πού δεν μπορούσαν να κλείσουν μάτι το μεσημέρι), όσο και τον πανικό γονέων που έβλεπαν τα δαιμονισμένα παιδιά τους να αποχαυνώνονται.

Τα τάκα-τάκα με τον καιρό ξεχάστηκαν, και η έκφραση πλέον χρησιμοποιείται αποκλειστικά σαν κήρυγμα μέτρου και εγκράτειας κατά της τοπικής αυτοδιαχείρισης.

Σλανγκασίστ: Cunning Linguist

Η έκφραση γέννησε αρκετές παραλλαγές:

- Το πολύ το τίκι-τάκα κάνει το παιδί μαλάκα.
(...επίσης αναφέρεται στον αυνανισμό και τα ολέθρια αποτελέσματα του)

- Το πολύ το τάκα-τάκα κάνει τον καρπό σου μάπα
(Η πολλή μαλακία προκαλεί σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα)

- Την πολλή τεστοστερόνη την βαριέται και ο Stallone
(...για τους μονομανείς σφίχτερμαν)

- Το πολύ το «Raus! Raus!» το βαριέται και ο Klaus!
(...για όσους πάσχουν από αγκύλωση στο δεξί)

- Το πολύ το Κάπα-Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα
(...για όσους πάσχουν από αγκύλωση στο αριστερό)

- Το πολύ το τάκα-τάκα κάνει τον αναρχικό μαλάκα
(...για να μην έχουν παράπονο και τα κουκούλια)

- Το πολύ το φίκι-φίκι κάνει το μυαλό φιρίκι
(...κινδυνολογίες ανέραστων...)

Το κλασσικό τάκα-τάκα (από Vrastaman, 29/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση με κυριολεκτικό περιεχόμενο και ελαφριά δόση υπερβολής που χρησιμοποιείται για χαρακτηρισμό πολύ κοντής γκόμενας. Δηλαδή, ότι είναι τόσο κοντή που για να σου πάρει πίπα δεν χρειάζεται καν να σκύψει.

Βέβαια η φράση αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αρσενικά που έχουν ύψος ένα κι ένα milko (δηλαδή εξίσου κοντοί) για ευνοήτους λόγους.

Η πίπα όρθια είναι το ακριβώς αντίθετο της αλόγας.

Με την ίδια λογική θα μπορούσε να υπάρχει και η φράση γλύφομούνι όρθιος.

- Πόπο ρε παιδί μου, αυτή η Βαρβάρα είναι τόσο κοντή.
- Πίπα όρθια δηλαδή, αλλά τι μιλάς και εσύ; Ένα μέτρο και ένα μίλκο είσαι!

Βλ. και Π.Τ.Ο., Π.Π.Ο., όρθιο τσιμπούκι, το

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(Παροιμία) : Όπου ο χρόνος που δαπανήθηκε στο μπίρι-μπίρι (για ψηστήρι) είναι αντιστρόφως ανάλογος της ποιότητας του αποτελέσματος.

Όπου πρέπει ο κυνηγός να πιει μια Βραζιλία καφέδες, να γνωρίζει όλη τη δισκογραφία ώστε ν' απαντήσει σε κάθε θέμα (βλ. «τί μουσική ακούς;»), να τρώει αναπάντητες στη μάπα και πολλά άλλα μέχρι να ανακράξει «Η Πόλις εάλω»!

Κοινώς, αν σου βγάλει την Παναγία η ημιπαρθένος, μην περιμένεις πολλά επί κλίνης ...

-Τί έγινε ρε Φώντα, την έριξες τη γκόμενα;
-Ντάξει, μου' κατσε τελικά, αλλά τώρα είμαι να την κάνω μ' ελαφρά.
-Κρίμα τον κόπο σου. Εσύ ρε την κυνηγούσες πέντε μήνες και να καφέ απο' δω και να σινεμά απο' κει και ρομάτζες και τηλεφωνάκια και σούξου μούξου...
-Άνθρακες ο θησαυρός φίλε. Εμ, τί περίμενες ; Παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι...

παρακαλετο μουνι (από BuBis, 08/07/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ευσεβής πόθος φιφοφόρων ανδρών.

Κατά το: Με κάνεις εμένα πρωθυπουργό για μια μέρα;

- Κοίτα ένα μωρό! Αμάν τα μπαλκόνια σου ...
- Τι να την κάνεις εσύ βρε σκουράτζο; Αυτή θέλει πέντε τσολιάδες στην καθισιά της!
- Αααααχχχ... Να' χα μοίρα, να' χα τύχη, να' χα μια ψωλή σαν πήχη!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση απηχούσα ευφάνταστη αντίληψη, ότι το γυναικείο μαραφέτι είναι one size fits all.

Σύμφωνα λοιπόν με το αστικό μύθευμα, όσο πιο κοντή είναι μια γυναίκα, τόσο περισσότερο χώρο στο κορμί της, καταλαμβάνει το αιδοίον της, νες πά ;

Άλλωστε και μεταφορικώς, σημαίνει ότι οι κόντες είναι καβλιάρες.
Στην ιταλική υφίσταται ταυτόσημο : donna nana-tutta tana.

- Ρε συ, κοίτα πως σε κοιτάει αυτή η τάπα ... Σαν ξερολούκουμο.
- Δε με χαλάει καθόλου. Κοντή γυναίκα, όλο μουνί φίλοστ. Βούρ !

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η γκόμενα που έχει κορμάρα που φουσκώνει παντελόνια αλλά μούρη που εκτροχιάζει τρένα από την ασχήμια της .... και ωσεκτουτού η χρησιμότητά της είναι αυτή της γαρίδας: τρως το σώμα και φτύνεις το κεφάλι ...

- Κολλητέ τσέκαρε κώλο το μωρό...!!
- Το είδα αλλά η τύπισσα είναι γαριδογκόμενα, άμα γυρίσει πρόσωπο θα πάθεις εγκεφαλικό!....

βλ. επίσης γαρίδα, γκόμενα-γαρίδα, γυναίκα-γαρίδα και πεσκανδρίτσα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified