Πρόκειται για την ιδιότητα ενός αμαρτωλού να μας εξάπτει την επιθυμία να το αποκτήσουμε και να το απολαύσουμε ερωτικά.

Οι πρωκτικά εγκρατείς και εν πολλοίς ψυχοσεξουαλικά ανικανοποίητες Γιαλόμες αποδίδουν το φαινόμενο στην libido (ηδονή, όπως την έχει ορίζει ο ανώμαλος Freud). Σφάλλουν όμως, καθώς το λιμπιντιάρα είναι εκ του λιμπίζομαι, που ετυμολογείται από το αρχαίο λιμβός (λαίμαργος).

- Πολύ λιμπιντιάρικο το παστάκι ρε συ. - Και που να δεις τη λιμπιντιάρα μιλφέιγ μαμά του...
- Φτου κύριε φυλακήν τω σπέρματί μου, οικογενειόρχης άνθρωπος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση για πολύ μελό καταστάσεις, όπου κάποιος μες στην πίκρα του αρχίζει να κατεβάζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Λέγεται λ.χ. για έργα Φώσκολου και ριάλιτι Μικρούτσικου.

Συνώνυμο: Τι σού 'κανα και πίνεις τσιγάρο το τσιγάρο;

- Τι έγινε με τον Μικρούτσικο; Μπήκε μες στο Μπιγκ Μπράδερ για να τους συμβουλέψει και καλά και τους έκανε μπουρδέλο. Και κατεβάζει και το ένα τσιγάρο μετά το άλλο με ύφος Φώσκολου!
- Εμ, η δουλειά σηκώνει τσιγάρο!

3.50 (από Khan, 17/04/12)(από Khan, 17/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κλανιά η οποία, για προσωπικούς λόγους του δημιουργού και απελευθερωτή της, τον γεμίζει χαρά και ικανοποίηση που θα κοινοποιηθεί με την παραπάνω φράση στους παρευρισκομένους.

-Αυτή ήταν να την πιεις στο ποτήρι..
-Μας τρέλανες στο κέρασμα.

(από pavleas, 28/01/09)Σε βλέπω στο ποτήρι μου και πίνοντας σε πίνω (από GATZMAN, 21/09/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στάση ζωής που υπαγορεύει την προσποίηση στην κοινωνική συμπεριφορά.

Μ' ενοχλεί αυτός ο δηθενισμός των εφημερίδων που, ενώ ενδιαφέρονται αποκλειστικά για το κέρδος, ισχυρίζονται ότι ασχολούνται με τα παγκόσμια προβλήματα.

Βλ. και δηθενιά, δηθενιστής.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ίδια η προσποιητή συμπεριφορά. Συνώνυμο: δηθενιά.

Μας έχει φάει ο δηθενισμός και το θεαθήναι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που υιοθετεί προσποιητή κοινωνική συμπεριφορά.

Είναι γνωστό ότι είμαστε κοντόφθαλμοι δηθενιστές που νομίζουμε γινόμαστε καλύτεροι αν πληρώνουμε ακριβά.

Βλ. και δηθενιά, δηθενισμός

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το Κορμί (με κεφαλαίο) αποτελεί απαύγασμα όλων των εξιδανικευμένων προδιαγραφών που καθιστούν ένα αμαρτωλό επιθυμητό στο τριχεπώνυμο και μη ανδρικό πλήθος.

(Αεριωθούμενη λεβεντομούνα ρωτάει τεχνοφοβικό Ελληνάρα πώς να συνδέσει το κινητό της με τον φορητό της υπολογιστή...)

... Α, δεν είναι τίποτα ... συνδέεις τα ψιψιψίνια με τα κοκοκόψαρα και οδήγα...

(Ντροπιασμένος, αλλάζει θέση και κλαίγεται σε αδιάφορο Ασιάτη συνεπιβάτη...)

.... To χάσαμε το Κορμί πατριώτηηηη...!!!!

(Διαφήμιση ΓΕΡΜΑΝΟΥ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κοίλο μέρος του ναργιλέ ή του τσιμπουκιού (με την πρωταρχική έννοια, αμάν πάλι στο πονηρό πήγε το μυαλό σας!), όπου τοποθετούνται ο καπνός και τα κάρβουνα. Επίσης, η σύριγγα με την οποία καπνίζεται το όπιο και το χασίς. Είναι τουρκική λέξη.

-Όταν γκαπνίζει ο λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς, κοίταξε τριγύρω οι μάγκες, κάνουν όλοι, κάνουν τουμπεκί.

Άρτσι μπούρτσι και λουλάς.

Got a better definition? Add it!

Published

Ένας εύσχημος τρόπος να υπαινιχθείς, ότι κάποιος είναι μαλάκας, ιδίως σε γραπτό και επίσημο λόγο.

-Ο κύριος Τοσοδούτσικος είναι ένας βλάκας με κεφαλαίο...
-Βήτα;
-Όχι, μι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οξύμωρο σχήμα, που λέγεται από φωτογράφους, κάμερα-μεν κ.τ.ό., που αυτοειρωνεύονται τον δηθενισμό τους. Επίσης: «Στοπ! Στοπ! Στοπ! Θέλω να πετύχετε περισσότερη ειλικρίνεια!».

Από παλιό διαφημιστικό του «Δίεση».

-Θεόφιλε, είσαι ο καλύτερος φίλος μου!

(Κι ο Θεόφιλος ως σκηνοθέτης):
-Στοπ! Στοπ! Στοπ! Θέλω περισσότερη ειλικρίνεια! Και μια πιο φυσική πόζα!

Βλ. και στάση παραλίας

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified