Ιντιρν­ιλούδι (ουδ) ή και Ιντιρνιλούδα (θηλ.): λόγω της παρονομασίας (ιντιρνιλού - ίντερνετ - λουλούδι) ο όρος χρησιμοποιείται πλέον στο διαδίκτυο για να εκφράσει την γυναίκεια ομορφιά και να την εξυμνήσει, προερχόμενο απ' τον στίχο παραδοσιακού θρακιώτικου τραγουδιού, η Ιντιρν­ιλούδα.

Ιντιρν­ιλούδα: θηλυκό υποκοριστικό του «Ιντιρνιλού» (αυτή που είναι από την Αδριανούπολη / Εντιρνέ στα τούρκικα).

Το δε ουσιαστικό, συνοδεύεται πάντα (μα πάντα) μέσα στον λόγο, ανεξαρτήτως θέσεως, απ' το επιφώνημα ωχ αμάν αμάν, για να εκφράσει τον σεβντά.

Στο κατόπι τους δε, είναι πάντα ο Internet Jones.

παραδειγμα1

ωχ αμάν αμάν,μια ιντίρνιλούδα λούζονταν,
μια ιντίρνιλούδα λούζονταν κι η μάνα της τη χτένιζε
............... παραδειγμα 2

-ρε συ μπηκα σ ενα προφιλ και ωχ αμαν αμαν ρε
-τι;! εχεις παθεις σοκ
-ναι.νεοτάτη κι εχει κορη!την ειχα για τη μικρη της αδερφη!
-και;
-τι ιντιρνιλουδια ηταν αυτα ωρε κι οι δυο τους
-για λεγε
-μανα και κορη ρεξονα μαζι
-τι ρεξονα ρε ζαβε;
-ρεξονα ρε σου λεω.μ αφησανε ξερο.πως να στο περιγραψω!
-αλλος Internet Jones μας προεκυψε,σοβαρεψου!

(από panos of oz, 17/04/12)(από panos of oz, 17/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ορθογραφείται έτσι συχνά η δημοκρατία, ώστε να δηλωθεί ότι έχει εκφυλιστεί σε πολίτευμα, όπου το κράτος- ισχύ το έχει όχι ο δήμος, αλλά ο δείμος, δηλαδή ο τρόμος. (Ο Δεῖμος και ο Φόβος ήταν οι δύο γιοι του Άρη στην αρχαία ελληνική μυθολογία). Το νόημα είναι ότι μπορεί τυπικά να μην έχει καταλυθεί η δημοκρατία, αλλά να ισχύει φορμαλιστικά, όμως στην πράξη ασκεί καταλυτική παραμορφωτική επίδραση ο τρόμος, που ακυρώνει την βούληση του δήμου.

Ορισμένες περιπτώσεις, όπου η δημοκρατία τρέπεται σε δειμοκρατία: α) Επικρέμαται μακροχρόνια η απειλή της χρεωκοπίας. Κατά μία άποψη αυτό αποτελεί δομικό στοιχείο είτε του καπιταλισμού εν γένει, είτε της μορφής καπιταλισμού που ζούμε στην όψιμη (μετα)νεωτερικότητα με το σύμπλεγμα από Fitchουλες, δουνουτάδες και μερκοζί, οπότε μιλάμε για συστημική χρεοκρατία. β) Υπάρχει κίνδυνος εξωτερικού πολέμου ή επέμβασης (βλ. Δείμο, γιο Άρη), οπότε ο λαός δεν αποφασίζει με γνώμονα το εσωτερικό καλό του τόπου καθ' εαυτόν, αλλά με βάση πώς θα αντιδράσουν οι εκτός, ποιος θα είναι ο λιγότερο επίφοβος διαχειριστής της εθνικής μοίρας σε μια δυσμενή διεθνή συγκυρία κ.ο.κ. Συναφής είναι και η επιτήδεια πρόταξη των «εθνικών» συμφερόντων υπέρ τα κοινωνικά- καθαυτό πολιτικά. γ) Καλλιεργείται κλίμα κινδυνολογίας από τα Μ.Μ.Ε., που επίσης παίζουν συστημικό ρόλο στο να εκφυλίζουν την δημοκρατία χειραγωγόντας τον λαό. δ) Στα νότιζ ζήσαμε και μπούστικες τακτικές τρομολαγνείας κυρίως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όμως και στην Ελλάδα συχνά ο ενδιάθετος τρόμος προβάλλεται επί του αποδιοπομπαίου Άλλου. Όλος αυτός ο καταιγισμός πανικών στερεί από τον πολίτη το απαραίτητο «καταφύγιο χρόνου» (κατά τον Αλαίν τον Μπαντιού), ή την ἀνειμένην δίαιταν (κατά Θουκυδίδη), που χρειάζεται για να διαβουλευθεί και να επιλέξει.

Η έκφραση απαντάται και ως Κυνοβολευτική Δειμοκρατία (βλ. λ.χ. εδώ), για να δηλωθεί το πώς διαστρεβλώνεται η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία από ένα συνονθύλευμα κυνισμού, βολέματος, ρουσφετιού, φόβου και παράνοιας, που προσιδιάζουν στην ελληνική κοινωνία (πρβλ. κυνοβούλιο και βολευτής). Ενώ σπανιότερα συναντάται ως Νέα Δειμοκρατία για να θιγεί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Αλλά χρησιμοποιείται και από (ακρο)δεξιούς για να απαξιωθεί η δημοκρατία τους, που αφού είναι όπως είναι, καλύτερα να καταφύγουμε (κατ' αυτούς) σ' έναν Παπαδόπουλο, που είναι δη ρήαλ σταφ, κι όχι η απομίμηση.

Είναι, όμως, και πολύ της μοδός κατά την πρόσφατη κρίση, καθώς σχετίζεται με χαρακτηριστικά φαινόμενα, όπως η χρεοκρατία, η συναινετική χούντα, η κινδυνολογία έως εσ(κ)χατολογία, και λοιπές δειμοκρατικές δυνάμεις. Βέβαια ανήκει περισσότερο στα pas vraiment slangue μπλογκίστικα, δηλ. σε εκφράσεις του γραπτού διαδικτυακού λόγου σε μπλόγκια και σάη, που βασίζονται σε εναλλακτικές ορθογραφήσεις όπως λ.χ. και τα καπιταληστής, σοσιαληστής, κώμα κ.ά. (από τα οποία το πιο πετυχημένο είναι κττμγ το κυνοβούλιο).

  1. Ο μεν καπιταλισμός υπόσχεται ότι θα έχεις «απεριόριστη» δημοκρατία (η οποία τελικά έχει καταλήξει σε δειμοκρατία..) και λεφτά για να την χαρείς. Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα λέει ότι θα δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ με τόσο μικρό μισθό, που τελικά θα αγωνίζεσαι για να τα βγάλεις πέρα εσύ και η οικογένειά σου. Αναγκάζεσαι να δανειστείς και ο κύκλος συνεχίζεται για να ξεχρεώσεις αυτά που χρωστάς. (Εδώ).

  2. Αν δεν ειχαμε αστικη κυνοβουλευτικη δειμοκρατια,
    το κουφαρι σου θα ηταν λιπασμα στα αμπελια. (Εδώ).

  3. ΔΙΑΔΟΣΤΕ ΤΟ ΤΩΡΑ: ΑΝ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΥΡΑ ΕΙΝΕ 33,3%, ΚΑΙ Η ΑΠΟΧΗ 33,3%. Η ΔΕΙΜΟΚΡΑΤΙΑ ΘΑ ΓΙΝΗ ΑΜΕΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΘΑ ΕΡΘΗ Ο ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΕ ΡΟΥΒΛΙΑ, ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟ ΧΡΕΟΣ, ΘΑ ΑΝΑΒΛΗΣΕΙ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΡΟΙΒΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΣΤΕΙΘΟΥΝ ΚΡΑΙΜΑΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΔΩΤΕΣ!
    - Δειμοκρατία. Κυριαρχία του Δείμου, δηλαδή του τρόμου.... (Εδώ νομίζω ότι πρόκειται για έντεχνο ανορθογραφιστή, που αφήνει υπονοούμενα).

Got a better definition? Add it!

Published

Ευθηρεύσιμο, σχετικά εμφανήσιμο θήλυ, περιφερόμενο παρά καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, ίνα εντοπισθεί παρά προθύμου θηρευτή.

Ο όρος προέρχεται από την θήρα και αναφέρεται σε τρωθέν πλην ουχί ανακτηθέν θήραμα. Δεδομένης της μειωμένης έως ανύπαρκτης κινητικότητας του τρωθέντος θηράματος, η ανάκτηση αυτού δεν επείγει. Σημειωθέντος του σημείου πτώσης, είναι δυνατή σε ευκαιρότερο χρόνο με ελάχιστο κόπο.

Ο συγκεκριμένος τύπος θύλεως απαντάται κυρίως στην Β.Δ. Ευρώπη και αποτελεί συγκερασμό των ιδιοτήτων της μιλφέιγ, της κούγκαρ, λίγο της σπασμένης χώρις όμως να φτάνει να είναι καμιά πεταμένη. Δεν αποκλείεται δεν να είναι και σχετικά νεαρά, ακόμα δε και αρχοντομούνα.

Όπως και το τρωθέν θήραμα, συχνάζει στο ίδιο σημείο, συνήθως με ομοιοπαθούσα (ενίοτε να είναι και πακέτο όμως). Περιβάλλεται από ένα κράμα θλίψης και ερωτισμού, δεν αναζητά απαραίτητα το κρεββάτι (μαλακίες, αυτό αναζητά) και εάν την προσεγγίσεις με χιούμορ, λίγο αυτοσαρκασμό και αυτοπεποίθηση μπορείτε να περάσετε και οι δύο καλά εώς πολύ φίνα. Βέβαια αν πέσεις σε αραχνομούνα τον ήπιες, αλλά αυτές ξεχωρίζουν από τις λαβωμένες.

Στην Ελλάδα δεν απαντά.

- Είναι οι λαβωμένες στο πάσο, είσαι;
- Σφυγμό έχουν;
- Λαβωμένες είπα!
- Μέσα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είδα τις άλλες εκδοχές τις έκφρασης, ωστόσο η πλέον χαρακτηριστική χρήση είναι, στη μορφή «δίνει πόνο», με την έννοια του «γαμάει και δέρνει

- Γαμάτο το καινούριο τραγουδάκι που ακούσαμε στο ράδιο χθες. Και παρόλο που δεν πολυγουστάρω τα κλαμπάδικα, αυτό φίλε δίνει πόνο!

- Τι λέει ρε ο τυπάς; Δίνει πόνο, μιλάμε! Χώνει ρίμες εδώ και μισή ώρα, αστείρευτος!

Η Μαρία Ηλιάκη δίνει πόνο (από Khan, 17/04/12)

Σχετικό: δώσε πόνο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αστεία παραλλαγή του πιο συνηθισμένου «τρόμπας». Χρησιμοποιείται για άνθρωπο ζαβό, βλαμμένο, καμένος, κατεστραμμένος, που λέει ή κάνει μαλακίες και με τις πράξεις του συχνά δημιουργεί προβλήματα.

Άλλη παραλλαγή, ο τρομπαρίφας.

- Καλά ο τρομπάκιας πήγε κι ανακάτεψε βότκα, κρασί, μπύρα και ουίσκι κι έγινε κουρούμπελο...

- Τι λες ρε τρομπάκια; Το ψαρονέφρι είναι κρέας όχι ψάρι... Άσχετε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αποκαλούνται έτσι οι φασίστες (ή όσοι θεωρούνται τέτοιοι) από τους ιδεολογικούς αντιπάλους τους. Πρώτον διότι πρόκειται για νεο-φασίστες (όχι τους αυθεντικούς του Χίτλερ) που «νεκραναστήθηκαν». Επίσης λέγεται ως πικάρισμα με την έννοια ότι ο φασίστας είναι μίζερος άνθρωπος που δεν έχει πραγματική ζωή, αλλά νεκροζώντανος σαπίζει μες το συντηρητισμό του βλέποντας Πρετεντέρη στη τηλεόραση.

Βία στη βία της εξουσίας. Να μάθουν οι μπάτσοι να ρίχνουν χημικά και να δέρνουν όσους πάνε να τιμήσουν νεκρούς. Το ξύλο που έφαγαν οι μαθητές, οι ηλικιωμένοι και οι μετανάστες δεν είναι φασιστικό; Όσοι χτυπήθηκαν ανάιτια από τα ζόμπι, δεν είχαν ψυχή; Φασίστες στις τρύπες σας. http://prezatv.blogspot.com/2012/04/blog-post_973.html

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αν έρθουν τα πάνω κάτω (με την αρνητική έννοια), αν γαμηθεί ο Δίας. Υποθετική πρόταση για περιπτώσεις απόλυτης γκαντεμιάς και κακοτυχίας.

Στα χωριά, όπου «πόδι» ενίοτε βάζουν και «ποδάρι».

- Ακόμα θυμάμαι πως το 2005 στον τελικό σας το γύρισε η Λίβερπουλ από 3-0 σε 3-3. Αυτοί οι συνταξιούχοι οι Μιλανέζοι για πολύ γέλια ρε.
- Είδες; Άμα σπάσει ο διάολος το πόδι του όλα γίνονται.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περίπτωση στην οποία επιχειρούμε να κάνουμε κάτι και παρότι οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος μας, είμαστε γενικώς στα παπάρια μας, καθότι δεν έχουμε να χάσουμε και τίποτα.

- Έπαιξα άσσο την Μπάρτσα και διπλό την Άστον Βίλα.
- Διπλό την Άστον Βίλα; Αφού παίζει με τη Σίτυ εκτός.
- Ε, μπας και κάτσει ρε, 10 απόδοση δίνει.

- Θα χωθώ στη Μαίρη μπας και κάτσει.
- 10 πόντους σου ρίχνει με το τακούνι αλλά στ' αρχίδια σου, αφού έχει πιει δοκίμασε το.

(από HardcoreGR, 15/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στ' αρχίδια μου, δεν τρέχει μία.

- Γιάννηηη, το φαϊ είναι έτοιμο.
- Στα παπάρια μου.

(από HardcoreGR, 15/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επίρρημα συγγενές του ρήματος χλατσώνω. Έχει μια ποικιλία σημασιών, που μπορεί να προέρχονται από την μπασκετική σημασία του χλατσώνω, ήτοι «βάζω καλάθι χωρίς η μπάλα να ακουμπήσει στεφάνι, παρά μόνο διχτάκι», αλλά μπορεί απλώς να προέρχονται από τον ήχο χλατς, τον οποίο με λίγη φαντασία ακούμε σε πληθώρα περιστάσεων, λ.χ. κατά την σεξουαλική διείσδυση, όταν χτυπάνε διάφορα μπλιμπλίκια στον υπολογιστήρα, και αλλού.

Παρά την ποικιλία και απροσδιοριστία των χρήσεών του, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις σημασίες του επίρρηματος χλατσωτά στο απολαυστικά, και εδώ η μπασκετική, όσο και η σεξουαλική σημασία του είναι σχετικές. Όπως ένα χλατσωτό καλάθι το απολαμβάνουμε εμείς και τσούζει τους αντιπάλους, έτσι το χλατσωτά δηλώνει μια ενέργεια που γίνεται χωρίς προσκόμματα, εμπόδια για τον δρώντα, αλλά με άνεση, ενώ μπορεί και να επιφέρει τσούξιμο σε παθόντα. Συναφώς μπορεί να σημαίνει «χωρίς δισταγμό».

Πάσα (Δ.Π.): Mr Cadmus.

  1. Η χυλοπιτα ειναι η αργη και βασανιστικη απολαυση που προσφερεις σε μια γυναικα οταν στη ριχνει χλατσωτα(οπως ο Πετζα στο Σεφ εκεινο το καταραμενο 1999) (Εδώ).

  2. υποστηριξα χλατσωτα τη νομιμοποιηση της φουντας (Εδώ).

7.55 (από Khan, 14/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified