Η πράξη κατά την οποία γλυκαίνεσαι με το χέρι. Ο αυνανισμός.

Χάρυ Κλυνν: «Κάτι τέτοια παιδιά έχουν ψοφήσει τους ρέστους στο χερογλύκανο...»

βλ. και χειρογλύκανο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μύξα που αποβάλλουμε κλείνοντας το ένα ρουθούνι και φυσώντας δυνατά από το άλλο, με στόχο συνήθως το πεζοδρόμιο (έδαφος γενικότερα). Αποτελεί συνήθη πρακτική των λεωφορειατζήδων, στα τέρματα. Η μονομιάς αποβολή (εκτόξευση) όλης της φτύξας αποτελεί δείγμα καλής προπόνησης. Ωστόσο αν η φτύξα κρέμεται από το ρουθούνι, συμβάλλει σε maximum effect.

- Κι εκεί που καθόμουν ήρεμα κι ωραία, νιώθω κάτι υγρό στο σβέρκο μου. Ο πισινός μου, είχε ρίξει τη φτύξα του πάνω μου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μύξα που τη ρουφάμε με δύναμη, την κατεβάζουμε στο λαιμό, και τη φτύνουμε από το στόμα... Το χρώμα της ποικίλλει από βαθύ καφέ, μέχρι πράσινο. Προκαλεί αηδία σε όλους τους γύρω.

- Αμάν με τις φτύξες σου ρε φίλε... Είσαι αηδία!
- Ε, έχω κρυώσει ρε μαν...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τούρκοι αποκαλούνται και οι οπαδοί της ΑΕΚ από τους οπαδούς των άλλων ομάδων.

- Την κυριακή παίζουμε με την ΑΕΚ.
- Ωχου... πάλι με τους τούρκους . Δεν εχουν βαρεθεί να χάνουν;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Ολυμπιακός.
Ο οπαδός του Ολυμπιακού.

- Το βράδυ θα μαζευτούμε οι γαύροι σπίτι μου, να δούμε το ντέρμπι.
- Ποιοι παίζουν είπαμε;
- Ο γαύρος με τον βάζελο.

Από το αστειατόριο ΕΔΕΜ (Π. Φάληρο) (από Vrastaman, 12/09/11)

Βλ. και θρύλος, ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Παναθηναϊκός.
Ο οπαδός της ομάδας του Παναθηναϊκού (ή αλλιώς: βαζελάκι)

Γαύρος: Πότε είναι το ντέρμπι με τον βάζελο;

Θέλει προσοχή το πράμα για να καταλάβεις την συνάφεια χε χε (homework) (από Galadriel, 13/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται ειρωνικά για τύπους που το παίζουν μάγκες, και που λένε ότι όλους τους δέρνουν και τους «γαμάνε».

- Πέτυχα εχθές τρεις βαζελους και τους γάμησα στο ξύλο... - Καλά μεγάλε, κατούρα και λίγο.

(από protnet, 29/09/10)(από Άγης, 19/12/10)(από Άγης, 19/12/10)(από Άγης, 19/12/10)

Δες και γειώσεις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται ειρωνικά για άτομα που περιαυτολογούν και υπερβάλλουν για την σεξουαλική τους ζωή.

- Άκου φίλε, πήδηξα μια γκομενάρα εχθές και μια αλλη προχθές ...
- Καααλά ... κατούρα και λίγο...

Δες και γειώσεις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται ειρωνικά για άτομα που περιαυτολογούν για την σεξουαλική τους ζωή.

Από τον ομώνυμο Έλληνα πορνοστάρ.

- Καλά, πήδηξα μία εχθές...
- Σιγά ρε Τέλη Σταλόνε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω τουμπεκί ή τουμπεκί ψιλοκομμένο ή τουμπέκα = κάνω μόκο, το βουλώνω, σκάω.

(Μάλλον τουρκικής προέλευσης).

- Μπάμπη μου, να πάρουμε και τζατζίκι;
- Σούλα, κάνε τουμπέκα. Θα παραγγείλω εγώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified