Η λέξη που καρφώνει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο μιας συζήτησης που έχει ψοφήσει κι έχει περάσει κάνα δεκάλεπτο αμήχανης σιωπής, όπου οι παρευρισκόμενοι κοιτάνε το ταβάνι, κροκοδειλιάζουν, θυμούνται κάποια παλιά τους πρώην, σκέφτονται ότι πρέπει να πάνε στην εφορία ή απλά εύχονται να βρίσκονταν οπουδήποτε αλλού.

Το "αυτάαα..." είναι το σφύριγμα που σηματοδοτεί και επίσημα τη λήξη της κουβέντας, οπότε και όλοι αρχίζουν να μαζεύουν κινητά-κλειδιά-τσιγάρα και να παίρνουν την άγουσα για τα αποδυτήρια.

Σε κάθε παρέα υπάρχει κι ένας τύπος που είναι ο πρώτος που θα πει "αυτάαα..." μετά από ένα ικανό διάστημα αμήχανης σιωπής. Είναι ο τύπος που συμπαθούν λιγότερο οι υπόλοιποι.

Περιττεύει.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο Δενδροποτάμος Θεσσαλονίκης

-ο Νίκος από το ποτάμι πολύ κομπλέ τυπακι

Got a better definition? Add it!

Published

Ενδειξη επιβραβευσης αλλα με μάγκικο τρόπο. Συνοδεύεται με κυκλικό κούνημα προς τα πάνω του δείκτη του δεξιού χεριού.

Παράδειγμα Μπράααααααααααααβο. Είσαι και ο πρώτος. Σσσσσσσσσσσσσσσσ.............

Επικέτα Μπράαααααααααααααααααααααααααααβο

Got a better definition? Add it!

Published

Ειρωνική κατάληξη που προσκολλάται στο σημείο του λόγου με το οποίο κάποιος διαφωνεί ή το θεωρεί ψευδές.

Χρησιμοποιείται συχνά για να προσδιορίσει με σαφήνεια πού εντοπίζεται η παπάτζα στα λεγόμενα κάποιου.


- Το 2019 θα γραφτώ σε γυμναστήριο.

- Γυμναστήριουρτ


- Μα κύριε δικαστή αλήθεια σας λέω. Εγώ με πράσινο πέρασα.

- Πράσινουρτ

Got a better definition? Add it!

Published

Άλλη ονομασία για το χορτο,εκ του αγγλικού plant

-Τι γίνετε Λέο,θα στρίψουμε κάνα πλάντ?

Got a better definition? Add it!

Published

Η παράνοια από τη χρήση κανναβης,και γενικά όταν κάνεις μεγάλες ποσότητες και σε χαλάει

-Αδερφε,το καιφ δε μπορεί να σταματήσει

Got a better definition? Add it!

Published

Ρήμα. Η πράξη της τοποθέτησης δαχτύλου στην σούφρα. Χρησιμοποιείτε κυρίως στην παθητική φωνή ως "κωλοδαχτυλιάζομαι".

Κωλοδαχτίλιαζα την Μαρία όλο το βράδυ αλλά όταν πήγα να την στον φορέσω μου το έπαιζε παρθένα.

Got a better definition? Add it!

Published

Λέξη που χρησιμοποιείται σε γλωσσικές κοινότητες χασικλίδων για να δηλώσει το τσιγάρο που δε διαθέτει μαύρο.

Αν θες ρε φίλε μην ανάψεις τώρα τον ψεύτη. Έχουμε στρίψει μπάφο!

Got a better definition? Add it!

Published

Η χασούρα, το βάρος, η απομύζηση. Η κατάσταση της άσκοπης απόσπασης πόρων και δυνάμεων από μια οποιαδήποτε αιτία. Ως εκ τούτου δεν αναφέρεται απαραιτήτως σε άνθρωπο, αλλά σε οποιαδήποτε κατάσταση πραγμάτων ή πράγμα που μπορεί να αποσπά αναίτια ζωτικές δυνάμεις.

- Ρε, θα τα κόψω τα βιομηχανικά λέω. Μου τρώνε λεφτά. - Ναι ρε! Σκέτη φύρα είναι τα μανήσια. Στην τελική πάρε καπνό και στρίβε.

Got a better definition? Add it!

Published

ο παραμυθάς για αυτό που λέει ότι είναι

Got a better definition? Add it!

Published