Χαρακτηρισμός κατάστασης που περιγράφει κατάσταση υπερβολικής δουλειάς.

Σήμερα δούλευα σέρβις είχαμε 23 παρέες, μπρεικντανς χορεύαμε όλοι οι σερβιτόροι

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτή η μπιτσικιά νομίζει ότι αν φοράει τζιν με σκισιματα και κάνει contouring, θα τραβήξει την προσοχή όλου του σχολείου.

Προέρχεται από συνδυασμό των λέξεων 'βασικιά' και 'μπιτς'(αγγλικά bitch). Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την κοπέλα που ντύνεται και συμπεριφέρεται όπως επιτάσσει η μάζα (basic), αλλά με πιο προκλητικό κάπως τρόπο (bitch) , ώστε να γίνεται το επίκεντρο της προσοχής.

Got a better definition? Add it!

Published

Για εξοπλισμό, μηχανές, οχήματα κλπ, ακόμα και έμψυχο σύνολο, εμφανίζω διαχρονικά βλάβη σε κάποιο συγκεκριμένο εξάρτημα, κάποιο μέρος ή λειτουργία του συνόλου εμφανίζει στατιστικά συχνότερες και σοβαρότερες βλάβες από τα υπόλοιπα, ή απλά υστερεί σχετικά με αυτά ή τον ανταγωνισμό.

  1. Από εδώ: Γενικά οι γερμανοί έχουν το όνομα άλλα όχι τη χάρη (μόνη εξαίρεση η Πόρσε, και η Μερσεντές μέχρι τη δεκαετία 90). Κορεάτες και Ιαπωνες είναι οι πιο αξιόπιστοι και στους κορεάτες δεν το ακριβοπληρώνεις (όπως στη δεκαετία του 80 στους Ιάπωνες που προσπαθούσαν ακόμη να καθιερωθούν). Ιταλοί είναι αρκετά αξιόπιστοι και φθηνοί αλλα γενικά όλοι οι ευρωπαίοι πονάνε στα ηλεκτρονικά κυρίως.

  2. Από εδώ: Μήπως, όμως, ο Ολυμπιακός έπρεπε να κτυπήσει ακριβώς εκεί, ανάμεσα στα σέντερ μπακ της Ντόρτμουντ; Αφού εκεί πονάει η γερμανική ομάδα, στα μετόπισθεν, γιατί δεν πέφτουν πάνω τους τόσο ο Μιραλάς, όσο και ο Τζιμπούρ, για να τους υποχρεώσουν σε κάποιο λάθος;

  3. Από εδώ: Θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι ακριβώς θα κάνουν στο θέμα της κατανάλωσης πόρων, ένα σημείο στο οποίο "πονάει" διαχρονικά ο Firefox.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δύο είναι οι σημασίες της λέξης που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα.

Σύνθετη λέξη από τα συνθετικά πακτώνω και φρύδι που παριστάνει τον άνθρωπο με χοντρά-ιδιαίτερα φρύδια (σαν σιδερόβεργες ή κάτι μη κατηγοριοποιήσιμο) που σουφρώνοντας τα είναι λες και είναι πακτωμένα στο βορεινό σημείο της μύτης του. Από τα λίγα επίθετα που συνδυάζουν εξωτερικά με συναισθηματικά χαρακτηριστικά. Παραλίγο συνώνυμο: Συνοφρυωμένος

"-Τόνια τι άνδρες σου αρέσουν" "-Εγώ τον άντρα τον θέλω και λίγο πακτωφρύδη" "-Ε τα χεις τα θεματάκια σου αγάπη μου."

Δεύτερη σημασία Αντί της λέξη μαλάκας.

"Που σαι ρε πακτωφρύδι;" "Καλά μεγάλος πακτωφρύδης ο Αγάπιος"

Φημολογείται ότι η πρώτη φορά που έχει εμφανιστεί στον γραπτό λόγο ήταν στην αρχαία Αίγυπτο το 201 π.Χ σε ένα πάπυρο που κρεμόταν από μία πυραμίδα σαν τελευταίες λέξεις κάποιου φαραώ με την μορφή paktofridius.

Got a better definition? Add it!

Published

Ραφτάδικη σλανγκιὰ παλαιᾶς κοπῆς, ἀναφερόμενη στὴν τοποθέτηση τῆς "οἰκογένειας" στὸ ἀριστερὸ ἤ τὸ δεξὶ μπατζάκι τοῦ παντελονιοῦ.

Οἱ παλιοὶ ραφτᾶδες, ὅταν μετροῦσαν τὸν καβάλο τοῦ παντελονιοῦ, ρωτοῦσαν τὸν πελάτη ποῦ ἤθελε τὴν "κατάσταση", ἀριστερὰ ἢ δεξιά. Γιατὶ σύμφωνα μὲ παλιὸ ἀνέκδοτο, ἄν δὲν τοποθετηθεῖ σωστὰ ἡ "οἰκογένεια", σὲ πιάνουν ἀφόρητοι πόνοι στὴν πλάτη. Αὐτὸ ἔπαθε ὁ ἥρωας τοῦ ἀνεκδότου ὅταν, σὲ σχετικὴ ἐρώτηση τοῦ ράφτη του, ἀπάντησε ἀναιδῶς:

"Γιατί ρωτᾶς; Πιστοποιητικὸ κοινωνικῶν φρονημάτων στ᾿ ἀρχίδια μου θὰ βγάλεις;"

Ἔχω ἀκόμα τὴν εἰκόνα τοῦ ράφτη, σκυμμένου μπροστά στὸν πελάτη, νὰ μετρᾶ μὲ τὴ μεζούρα τὸν καβάλο καὶ νὰ σημειώνει, μετὰ τὴν σχετικὴ ἐρώτηση:

καβάλος: 91

κατάσταση:ἀριστερά.

(ἀπὸ ᾿δῶ)

Got a better definition? Add it!

Published

Το προϊόν της εξ αποστάσεως Ινσταγκραμικής (ή/και λοιπών Σόσιαλ Μυδίων) προσέγγισης μεσοαστής μπαλότσας με σκοπό το επιτυχές στερέωμα επικείμενου χτισίματος επερχόμενης πορνομετανάστευσης.

-Πού χάθηκε ρε παιδιά τόσες μέρες ο Μάκης? -Άσε Κώστα 2,5 τόνους τηλεμπετόν έριξε αλλά ακόμα δεν έστρωσε τα υπόγεια...

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που είναι μεν καυλωμένος αλλά λόγω έλλειψης ερωτικής συντρόφου το ρίχνει στη μαλακία. Κατ' επέκταση δηλώνει τον άντρα που δεν έχει σχέση για μεγάλο διάστημα. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαλακοκαύλη (μαλακοκαύλης)

Ο Γιάννης έχει να βγει ραντεβού με γυναίκα πάνω από δυο χρόνια. Καυλομαλάκας κατάντησε.

Got a better definition? Add it!

Published

Ότι όλα πηγαίνουν ομαλά , ήρεμα και όπως πρέπει χωρίς κανένα ίχνος κινδύνου. Καθιερώθηκε την περίοδο της Επανάστασης των Συνταγματαρχών (σ.σ. Χούντα) καθώς εκείνη την περίοδο η Ελλάδα φημιζόταν για την ασφάλεια και την σιγουριά που ενέπνεε στους πολίτες ειδικότερα στο θέμα της εγκληματικότητας.

"Φίλε ώρες ώρες αναπολώ την περίοδο της Χούντας, κοιμόμασταν ξέγνοιαστοι,με τα παράθυρα ανοιχτά! Το λέει και το ρητό άλλωστε, ησυχία, τάξη (τάξις) , ασφάλεια!.

Got a better definition? Add it!

Published

Η λέξη σκούτσαρε χρησιμοποιείτε για να πεις σε κάποιον να κάνει χώρο για να κάτσεις κάπου ή να πάει λίγο πιο πέρα.

Βγαίνει από την αγγλική έκφραση scoot over με την ίδια σημασία.

Ρε σκούτσαρε λίγο να κάτσω

Got a better definition? Add it!

Published

Έκφραση που δηλώνει αποδοκιμασία . Στεναχώρια από μη αναμενόμενη επιθετική ή πεισματική αρνητική συμπεριφορά του άλλου. Μάλλον προέρχεται από μια αντιστροφή της ροής του υγρού όταν καταπίνουμε και μας βγαίνει από την μύτη. Κάτι όπως ο λόξυγγας όταν καταπίνουμε . Παρόμοια έκφραση "μου το έβγαλε ξινό" αλλά με μεγαλύτερη ένταση.

Παράδειγμα εδώ Πήγα τον μικρό στη παιδική χαρά και με τις σκανταλιές του μου το έβγαλε από τη μύτη. Βγήκαμε να διασκεδάσουμε και μου το έβγαλες από τη μύτη με τη γκρίνια σου

Got a better definition? Add it!

Published