Κάποιος που προσπαθεί με πονηρία να πάρει πράγματα απο εσένα, να αναδείξει τον εαυτό του ή να κρατήσει κάτι μόνο για αυτόν με ανέντιμο και ύπουλο τρόπο.

Ο Νίκος ο εβραίουλας έφαγε όλη την πίτσα την ώρα που πήγα τουαλέτα.

Ο εβραίουλας ο συγκάτοικος μου περιμένει να πάρω εγώ χαρτί υγίειας για να μη χαλάσει λεφτά

Ο Τόλης ανέβασε φωτογραφία απο χθές το βράδυ μάζι μας για να δείξει ότι πάρταρε, ενώ απλά ήρθε να μας χαιρετήσει, ο κωλοεβραίουλας.

Got a better definition? Add it!

Published

Απο τη γνωστή παραλλαγή του γέλιου χιχιχι. Αυτοί που λένε ψέμματα για χαζά θέματα, αυτοί που κάνουν κάτι χαζό ή πονηρό και δεν το παραδέχονται.

Οι άλλοι οι κωλοχιχίδες λένε πως δέν έχουν λεφτά για να βγούν ενώ παραγγέλνουν κάθε μέρα pizza.

Καλά ο Δημήτρης είναι τέρμα χιχής κάθεται και λέει ότι πέρνει πτυχίο ενώ χρωστάει τη μισή σχολή

Χθές πήγαμε για μπύρα με τις φίλες της Ελένης και καθόντουσαν και ψιθύριζαν μόνες τους για μένα ενώ καθόμουν απέναντι full χιχί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

΄Άνδρας, ώριμος, της ερωτικής μάχης μπαρουτοκαπνισμένος. Αναζητά και ενίοτε επιτυγχάνει, χωρίς περιστροφές, άσκοπα λόγια και φιάλες με ακριβή αλκοόλη, την ερωτική συνεύρεση με γυναίκες κοινών ενδιαφερόντων.

Ο Σέβος ο σοβαρογάμης μόλις έδεσε το καΐκι, φόρτωσε την βυζαρού στο παπάκι και έγινε καπνός. Ο άλλος ο χαζοκάυλης Ο Ποθητός, ο χαφταλέυρας ακόμη είναι με την κοντή και τις φίλες της στο μπαράκι με το δεύτερο μπουκάλι Belvedere και έχουν ακόμη μέλλον...

-

Got a better definition? Add it!

Published

Μην μπερδεύεστε. Το λήμμα δεν αποτελεί ούτε προσταγή, ούτε προτροπή. Είναι επιθετικός προσδιορισμός που χαρακτηρίζει περιφραστικά μια γυναίκα θελκτική, παθιάρα, με ωραίες αναλογίες και καμπύλες, με σαγηνευτικό ντύσιμο και βλέμμα, έναν κόμματο, μια μουνάρα, μια θεογκόμενα και πάει λέγοντας.

Ο αφηγητής στην αντροπαρέα: -Κι εκεί που καθόμαστε στο καφέ, σκάει η Σούλα μαζί με την ξαδέλφη της απ το χωριό, που ήρθε να την δει στην Αθήνα. Μια γκόμενα, μα τι γκόμενα ?! :"μαζευτείτε να την παίξουμε".

Got a better definition? Add it!

Published

Ξεκωλοξεσκισμένος/ -η είναι ο άνθρωπος ο οποίος έχει υποστεί πρωκτική συνουσία που του έχει δημιουργήσει ευρύ σκίσιμο στην περιοχή.

Επίσης χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό του ποσοστού της τύχης κάποιου.

- Εχθές έκανα κωλονοσκόπηση και νιώθω τελείως ξεκωλοκωλοξεσκισμένος.

- Η Μαρία με απάτησε - Α την ξεκωλοκωλοξεσκισμένη

- Κέρδισα το ΛΟΤΤΟ τισ προάλλες. - Όντως ρε ξεκωλοκωλοξεσκισμένε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το "νέπρε-νέπε-νε" (αρσενικό) είναι στην ποντιακή διάλεκτο το "ωρέ, μωρέ, βρε, ρε" που χρησιμοποιούμε στην κοινή ελληνική.

Ενώ το "νέτση" (θηλυκό), είναι το αντίστοιχο "ωρή, μωρή, μαρή, καλέ".

Κλητικές προσφωνήσεις που χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά από τους Πόντιους ακόμα και σήμερα.

-Πρόσεχε λίγο νέτση χαζιά θα πέσεις πάνω μου !
-Δέβα γαμού κι εσύ νέπρε μ@λ@κ@...

Got a better definition? Add it!

Published

Το αντίστοιχο: "Άντε γ@μήσου" στην ποντιακή διάλεκτο.

-Φύγε ρε μαλακα σε λέω !
-Βρε δέβα γαμού κι εσύ !

Got a better definition? Add it!

Published

Προέρχεται από την τούρκικη λέξη sokak και την ελληνική σκύλος. Στην ποντιακή διάλεκτο έτσι χαρακτηρίζεται αυτός που όλο κάνει βόλτες και δεν γυρνάει σπίτι.
"Σκυλί του δρόμου" αυτολεξεί. Συναντάται ακόμα σε ποντιακά χωριά της Βορείου Ελλάδος.

-Πάντζο που γυρίζεις;
-Εε ήμανε για καφέ το πρωί, μετά πήγα στον Γιάννη, μετά βόλτα στην πλατεία, μετά ταβέρνα και τώρα πάω στον Λιάκο.
-Ουυυ σοχαχόσκυλον, σπίτι δεν έχεις ;

Got a better definition? Add it!

Published

Απλούστατα η αγαπημένη πρωτεύουσα του βορρά Θεσσαλονίκη.
Προέρχεται σίγουρα από το Θεσ/νίκη, το οποίο στα χωριά ο απλός παππούς δίχως να γνωρίζει πολλά από γράμματα διαβάζει Θεσνίκη, έτσι χαράχθηκε στη συνείδηση των βορειο-ελλαδιτών σαν συντομία. Σίγουρα δεν χρησιμοποιείται τόσο συχνά όσο το Σαλονίκη.

-Έχω άδεια το σουκού, πάμε Θεσνίκη βόλτα ; -Μέσα.

Got a better definition? Add it!

Published

Αϊτιμάλε, με βαρύ βορειοελλαδίτικο λ. Συνώνυμο της φράσης "ό,τι να 'ναι", τόσο για τον χαρακτηρισμό καταστάσεων όσο και ανθρώπων, ενεργειών, αντικειμένων κ.α. Χρησιμοποιείται κυρίως στα χωριά της Δράμας, ίσως και αλλού.
Από το τραγούδι του Γιώργου Ξανθιώτη "Τσικουλάτα".

-Ρε μ@λ@κες δεν είπαμε ότι σήμερα θα πηγαίναμε για μπύρες ;!
-Εε είπαμε ρε Γιάντσο αλλά ο Λιάκος με τον Τότωρο πήγαν Θεσνίκη.
-Αϊτιμάλε είναι οι σαρσέμιδες.

Got a better definition? Add it!

Published