Το λέμε για να καυτηριάσουμε ακριβό αντρικό ντύσιμο σε όχι πολύ φανατικούς άντρες. Λέγεται και ως αυτοαναφορικό. Ετυμολογείται από τον Υβ Σαιν Λωράν ο οποίος υπήρξε γνωστή γκέισα· η σχέση του με τον Νουρέγιεφ ήταν θυελλώδης.

  1. Ω, με γεια το πουλόβερ! Ιβ Σεν Φλωράν είναι;

  2. Τι φοράει, ρε ο Ιβ Σεν Φλωράν;

  3. Πάρε τη γκέισα! Πού βρήκε λεφτά για Ιβ Σεν Φλωράν;

Yves Saint Laurent (από panos1962, 03/11/09)Αλέξανδρος Ιόλας (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά το «ο βήχας και τα λεφτά δεν κρύβονται». Υπάρχει και το «ο βήχας και ο έρωτας δεν κρύβονται». Το λέμε σε περιπτώσεις έκδηλης πουτανιάς, όχι τόσο κυριολεκτικά, αλλά κυρίως όσον αφορά στην εξωτερική εμφάνιση. Λέγεται ακόμη και για τις πολύ κοκέτες, πάντως σε καμία περίπτωση δεν απαντά σε αρσενικό γένος.

  1. - Σσστ, Μήτσο! Δες ένα ξέκωλο που μπήκε!
    - Ασ' τα, ο βήχας κι η πουτανιά δεν κρύβονται...

  2. - Δες, τι φοράει το Δεσποινάκι! Φαίνεται το μουνί της!
    - Ο βήχας κι η πουτανιά δεν κρύβονται.

Ξέκωλο (από panos1962, 03/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται για τις σιγανοπαπαδιές, αυτές που το παίζουν παρθένες, ενώ το φυσάνε το κλαρίνο.

Απαντάται και ως «οσία», «οσία Παρθένα», «Παναγία» κλπ. Ετυμολογείται όχι από το κύριο όνομα «Παρθενόπη», αλλά μάλλον από τα παρθένα και οπή, κοινώς παρθένα. Βλέπε και η παρθενιά της γυναίκας είναι από κώλο.

- Καλέ, πήγα στο Νίκο να μου δείξει τον Firefox και κάποια στιγμή μου πιάνει το μπούτι!
- Ναι, εσύ δεν ξέρεις απ' αυτά. Παρθενόπη...

- Φτου να μη γαμήσω κανέναν, πάλι βρώμισε το registry!
- Καλέ, πώς μιλάς έτσι;
- Ναι, εσύ παρθενόπη! Δεν ξέρεις απ' αυτά, πουλάκι μου.

Κα(β)λόγρια (από panos1962, 02/11/09)Κουρτ Βάλντχαϊμ (από panos1962, 02/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κερατάς. Προέρχεται από το λατινικό cornu (κέρατο) και σημαίνει αυτόν που η γυναίκα του τον απατά. Πώς συνδέεται το κέρατο με την εν λόγω απάτη δεν είναι γνωστό, πάντως εικάζεται ότι έχει να κάνει με τα ελάφια, καθώς οι ελαφίνες, όπως βέβαια και τα περισσότερα θηλαστικά, κατά την περίοδο του ζευγαρώματος «πάνε» με πολλούς συντρόφους.

Δεν υπάρχει αντίστοιχο λήμμα στο θηλυκό γένος, όπως εξάλλου δεν υπάρχει αντίστοιχο θηλυκό λήμμα για το «κερατάς». Συναντάται όμως το «κερατωμένη» που δηλώνει, εντούτοις, παρελθόντα χρόνο.

  1. - Είδα την Πόπη αγκαλιά με το Νίκο.
    -Τι μου λες; Κορνούτος δηλαδή ο Αλέκος;

  2. - Νομίζω ότι η Δέσποινα μου τα φοράει.
    - Κορνούτος; Γουέλκαμ του δε κλαμπ.

Τάρανδος (από panos1962, 01/11/09)Κερατάς ο Μεγαλοπρεπής. (από Khan, 02/11/09)Στο 2.28 και στο 4.30 χαρακτηριστικές χρήσεις. "Διαζύγιο αλά Ιταλικά" του Τζέρμι. (από Khan, 02/11/09)Καπέλο κορνούτου (από panos1962, 05/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για πορδή πολύ ηχηρή, απότομη, αναπάντεχη. Ετυμολογείται από τις φερώνυμες χειροβομβίδες που έχουν στόχο όχι τόσο τον τραυματισμό (αμυντικές, επιθετικές), αλλά το νταβαντούρι και τον εκφοβισμό.

  1. Εκεί που καθόμασταν αφήνει ο Μήτσος μια κρότου-λάμψης, τρομάξαμε.

  2. Πάνω που σαλιαρίζαμε με την Τόνια, αφήνει μια κρότου-λάμψης, με ξενέρωσε τελείως!

χειροβομβίδα κρότου-λάμψης (από panos1962, 01/11/09)Πορδή flashbang (από panos1962, 01/11/09)Σχετικό προειδοποιητικό σήμα (από panos1962, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ειδική αντρική κόμμωση που αποσκοπεί σε απόκρυψη του καραφλάζ με το μαλλί που έχει απομείνει. Συνήθως αφήνεται «ουρά» μεγάλου μήκους, η οποία, με κατάλληλη τεχνική περιβάλλει εν είδει σαρικίου το μέρος που πάσχει από αλωπεκία (καράφλα).

  1. Ω, ρε σαρίκι ο Νίκος!

  2. Φύσηξε και του' φυγε το σαρίκι, δυο μέτρα αλογοουρά.

  3. Με γεια το σαρίκι!

Μάκης Κοψίδης (από panos1962, 01/11/09)Ινδικό σαρίκι ή τουρμπάνι  (από panos1962, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται για πράγματα που επαναλαμβάνονται συνεχώς, που συζητιούνται ευρέως κάποια δεδομένη χρονική στιγμή.

- Φτάνει πια! Το άκουσα.
- Έχεις δίκιο. Η αλήθεια ότι τις τελευταίες μέρες όλοι αυτό συζητάνε. Πάει από στόμα σε στόμα, σαν πούτσα.

γλειφιτζούρι (από panos1962, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι το ρούχο το εξεζητημένο, το πολύ έξαλλο, ή και το πολύ αποκαλυπτικό. Το ρούχο που, τεσπα, δεν συνηθίζεται στην παρέα ή στον κύκλο αυτού που το φοράει, π.χ. αν σε μια παρέα φοιτητριών της αρχιτεκτονικής που ανήκουν κυρίως στον αντιεξουσιαστικό χώρο, εμφανιστεί μέλος της παρέας με φούστα Dolce & Gabbana, δικαίως την υποδέχονται: «καβλώς την Αλέκα με το παπαρεό».

  1. Μαλάκα, πήγα χθες στη Μαίρη που με είχε τραπέζι και φόραγε ένα παπαρεό, αν είστε πέντε φύγετε κι ελάτε μ' άλλους δέκα. Μου βγήκαν τα μάτια σου λέω!

  2. Τι παπαρεό φοράει, ρε συ, ο Σόμπολος; Θα μας τρελάνει ο τύπος!

  3. Πάρε την ξεφωνημένη, παπαρεό που φοράει!

Η Μαίρη (από panos1962, 01/11/09)Πάνος Σόμπολος (από panos1962, 01/11/09)Ξεφωνημένη με παπαρεό (από panos1962, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ρούχο μαϊμού, η απομίμηση ακριβής φίρμας σε είδη ένδυσης, υπόδησης και αξεσουάρ (γυαλιά, ρολόγια κλπ). Χρησιμοποιείται και ως αυτοαναφορικό για το άτομο που τα φοράει. Λέγεται επίσης και για ρετρό παντελόνι με υπερβολική καμπάνα, π.χ. «ήρθε κι ο Μήτσος, σαν το βλάχο ήτανε, ντόλτσε καμπάνα 50 πόντους».

  1. Τι φοράει ρε ο ντόλτσε καμπάνας;

  2. - Ήρθε η Αλεξάνδρα!
    - Ωπ, τι γυαλικό μοστράρει ρε το άτομο;
    - Μη μασάς, ντόλτσε καμπάνα είναι. Αφού δεν έχει μία!

Ο Μήτσος (από panos1962, 01/11/09)(από panos1962, 01/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν πρόκειται εδώ για τον πασίγνωστο εραστή και συγγραφέα του 18ου αιώνος, αλλά για τον αναλαμβάνοντα υπηρεσία στα τιμημένα μαγειρεία του Ε.Σ. Πιο συγκεκριμένα, ο όρος ετυμολογείται εκ των καζάνι και νόβας (νέος).

Σχετικά είναι και τα Αη Γιώργης, καλλιόπη κλπ. Απίστευτη η εικόνα του Αη Γιώργη Καζανιάρη (βλ. σχετικό μύδι).

  1. Πάλι με βυσμάτωσαν Αη Γιώργη. Βαρέθηκα να καθαρίζω σκατά, ρε μαλάκα. Χίλιες φορές καζανόβας!

  2. Νέος, μαζέψου, αλλιώς σε βλέπω καζανόβα!

  3. Μού 'χει χρεώσει τα μαγειρεία με 108. Μέρα παρά μέρα καζανόβα με βάζει ο αρχίδας.

Αγιος Γεώργιος ο Καζανιάρης! (από panos1962, 31/10/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified