Μεγάλη κουβέντα αν το σκεφτείς λιγάκι, τίποτα δεν μας ανήκει σε αυτόν τον μάταιο κόσμο που ζούμε, ενοικιαστές είμαστε, και τελικά ούτε δυο μέτρα γης δεν θα πάρουμε, όλοι μας.

Να μην έχει ο άνθρωπος προσκόλληση στα υλικά αγαθά, πλούτο και ευδαιμονισμό, μάταια είναι όλα αυτά, και πρέπει να το καταλάβουμε όλοι και πρώτα από όλους, οι ιθύνοντες.

- Τον βλέπεις αυτόν που ζητιανεύει έξω από το καφενείο; κάποτε ήταν δικό του, τα έχασε όλα φαλίρισε, και τώρα..
- Ποιο; το καφενείο, του οποίου δεν ήταν, όπου δεν θα είναι κανενός;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ακαταστασία, ο χαμός που προκαλούν τα χιλιάδες μπιχλιμπίδια, προσωπικά αντικείμενα (κλειδιά, κινητό, πορτοφόλι, εφημερίδες), φωτογραφίες, παπούτσια, κρεμάστρες με ζακέτες, τσάντες, στην είσοδο του σπιτιού ή στο χολ, μια ακατάστατη κουζίνα, με πάγκους γεμάτους μπουκαλάκια με μπαχάρια, νεροχύτη γεμάτο ταψιά και πιάτα, σακούλες με ψώνια που δεν έχουν τακτοποιηθεί στα ντουλάπια κ.ά.

Αυτό έχει να κάνει (λένε οι επιστήμονες) και με το χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του ατάσθαλου και ανεπρόκοπου για το χάος που επικρατεί στο σπίτι του.

Τοπικός ιδιωματισμός, Θεσσαλικό.

Μαρία, γυρνάει από τη δουλειά, διαλυμένη.
- Ρε παραμπάγκο, αχαΐρευτε... πώς είναι έτσι το σπίτι; Τι ανιβουρό είναι αυτό; Κάθεσαι και παίζεις όλο πλεϊστέσον και δε μαζεύεις όλο αυτό το χαμό απ' το δωμάτιό σου...
- Έλα ρε μάνα, τι φωνάζεις ναούμ, τι είναι αυτό το ανιβουρό; Πας καλά ρε μάνα;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προσφιλής έκφραση που την ακούς κυρίως σε νεανικές παρέες και προσάπτεται σε πονηρούληδες, κουτσομπολάκους και ιντριγκαδόρους.

Χρησιμοποιείται χαρακτηρίζοντας και επιφανείς άνδρες-γυναίκες διαπλεκόμενους με εξουσία, και γενικά σε όσους κάνουνε λουμπινιές.

Από φόρουμ στο νέτι: Πούστη επερχόμενο το ξέρα ότι είσαι κρυφοπληγίτσα σου έταξαν πισωκολλητά και έτρεξες σαν στερημένη θείτσα, μωρή πιπίτσα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σε καμία περίπτωση, μακρυά από εμάς.

- Μήτσου μ', άκουσα στην τελεόραση στις ειδήσεις, ότι θα μας βάλουν φόρο και στον αέρα που αναπνέουμε...
- ΦΕΥ!!!... ρε τους παλιομπίμπιπ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που πάει γρήγορα και απρόσεχτα, βρίσκει σε διάφορα αντικείμενα γύρω του.

Χρησιμοποιείται και στην αυτοκίνηση όταν κάποιος οδηγός πηγαίνει τσίτα τα γκάζια με παντιλίκια και βρίσκει πάνω σε κράσπεδα, κάδους, κτλ.

Σε διαδρομή μάουντεν μπίκε: έεελα ρε Βάγγο.. πω ρε πστ αρούβαλος έρχεται... πήρε και τους θάμνους και τα πεύκα μαζί χαχαχα.

Δες και ατσούμπαλος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ματικάπι ειναι το τρυπάνι χειρός, παγκοσμίως γνωστόν στη γλώσσα των μαστόρων, χρωματοπωλών κτλ.

Χειροτρύπανο, ή τρυποχείρανο, δεν έχει ρεύμα!

Εεεελα ρε μήτσοοο, πιάση το ματικάπι να τρυπήσω το μπετοφόρμ..

makapi (από perketis, 15/02/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από φόρουμ στο νέτι: «Δράττομαι της ευκαιρίας και μιας που είναι περί αυνανισμού ο λόγος να πούμε και κανά ευτράπελο: Είμαι πολύ καλός εραστής διότι εξασκούμαι πολύ μόνος μου...! Εϊ, μην κατακρίνετε τον αυνανισμό... Είναι σεξ με κάποιον που αγαπάμε...! Το καλό με τον αυνανισμό είναι ότι δεν χρειάζεται να είσαι κατάλληλα ντυμένος...! Ούτε να πας το χέρι σου για φαΐ και να συζητάς τα προβλήματά του...! Λένε ότι “αν πετύχει η μαλακία τύφλα νά ‘χει το γαμήσι!” χμμμ καλή η μαλακία αλλά με το γαμήσι γνωρίζεις (και) κόσμο...! Άσε που μειώνει τις πιθανότητες να μείνεις μόνος σου το Σαββατόβραδο...»

- Καλά φιλαράκι.. θα σας γαμήσουμε στο φιλικό, πέντε τεμάχια θα σας ρίξουμε!!
- Σιγά ρε, μη γαμάς τόσο πολύ, τράβα και καμιά παχιά, να φύγει η μαλακία από τον εγκέφαλο..

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι ο δριμύτρελος σε φόρουμ στο ιντερνέτι, και κάνει μια δυναμική επιστροφή στην παρέα που την έχει κουφάνει με τις παπαρολογίες του, καθότι ξερόλας και προφέσορας:

- Χαιρετώ τους αγαπητούς και φίλτατους συνδαιτυμόνες, σας έλειψα; Λοιπόν...με βάση την ετεροχρονισμένη δομική αντιπαλότητα του λαϊκού προτσές, μπλα, μπλα..

Επέστρεψε δυναμικά, θέλοντας να κατατροπώσει τα πλήθη, επέστρεψε δριμύτρελος.

Δες και δημήτριος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τσιφούτης, ο σπαγκοραμμένος, σκοτώνει τις ψείρες που έχει πιάσει πάνω του διότι ζει υπό άθλιες συνθήκες, και αυτό γιατί δε χαλάει σεντς ούτε για σαπούνι, μαζεύει χρήμα συνέχεια, από μισθούς και ενοίκια θέλοντας να αυξήσει τα μύρια του, για να έχει για τα γεράματα, και για να νοιώθει ασφαλής.

- Καλά αυτός δεν έχει όλο το οικοδομικό τετράγωνο; (που λέει ο λόγος)
Δεν ξέρει τι έχει ρε, και τον είδα στους κάδους να παίρνει κάτι παλιατζούρες που είχανε αφήσει απέξω, κοίτα να δεις τι γίνεται στο κόσμο μας ρε φίλε!
- Χαχα ναι ρε, είναι ο ψειροσκοτώνης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σ' ακολουθώ, σε έχω πάρει στο κατόπι.

Διφορούμενη φράση που λέμε πειρακτικά σε κάποιον (με τον οποίον έχουμε οικειότητα) που προπορεύεται.

- Λαλάκηηηη, σ' έχω πάρει από πίσω!
- Επ! Τι έγινε φίλε, καλά είσαι;
- Μια χαρά, τώρα παρκάρω, τα λέμε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified