Χρησιμοποιείται για να δείξει πως κάποιος ή κάτι είναι φανταστικός ή πάρα πολύ καλό.
- Σ' αρέσει το καινούργιο αμάξι του Σάκη;
- Μόνο ρε; Γαμιστερό είναι το αυτοκινητάκι!!!
Χρησιμοποιείται για να δείξει πως κάποιος ή κάτι είναι φανταστικός ή πάρα πολύ καλό.
- Σ' αρέσει το καινούργιο αμάξι του Σάκη;
- Μόνο ρε; Γαμιστερό είναι το αυτοκινητάκι!!!
Got a better definition? Add it!
Πρόκειται για χιουμοριστική και συνάμα πικάντικη ερώτηση που αναφέρεται σε άνδρα και έχει σαν στόχο την ανακάλυψη της βασικής εικόνας της σεξουαλικής κατάστασης κάποιου. Μέσω της ερώτησης προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τον κωδικοποιημένο προορισμό ενός εικονικού ταξιδιού σε μια περιοχή (που το όνομα της παραπέμπει στη ζητούμενη πληροφόρηση).
Παρακάτω παραπείθονται τα νούμερα λεωφορείων (1-6) στο ΚΤΕΛ διαδρομών του άνδρα, υπό τη μορφή: 3 περιοχές κι ο κούκος
Α. Περιοχές κουκολαλήματος 1. Μαλακάσα, Πορθμός Μαλάκα 2. Καβάλα, Γαμισιανά, Μουνότρυπα (για τα τελευταία 2 μέρη βλ. φωτογραφίες) 3. Κερατέα (προαιρετικό δρομολόγιο)
Β. Περιοχές που ο κούκος δεν κάνει κούκου, ή δυσκολεύεται 4. Δράμα 5. Βουλιαγμένη
C. Περιοχές μακαρίας κουκοαναπάυσεως
6. Κυπαρισσία, Σταυρούπολη, Ουρανούπολη, Παράδεισος
Αμαρουσίου παραλίες Paradise της Μυκόνου, παραλία Golden
Paradise της Κω, Νεκρά Θάλασσα κι όσες άλλες
παραπέμπουν σε νεκρά φύση και ουράνια κατοικία, άμα λάχει ναούμ
Σημείωση 1: Η ερώτηση γίνεται με πονηρεμένο κλείσιμο ματιού σε κάποιον που ξέρει τον κωδικό χαρακτήρα της ερώτησης
Σημείωση 2: Σε κάθε νούμερο λεωφορείου εμφανίζονται ενδεικτικά ορισμένες περιοχές.Μπορούν να υπάρξουν φυσικά κι άλλες τοποθεσίες συμβατές όμως με τις υπάρχουσες σε κάθε νούμερο
Σημείωση 3: Η ερώτηση θα μπορούσε να αναφέρεται και σε γυναίκα, αρκεί να δοθεί κατάλληλο όνομα τοποθεσίας (βλ. παράδειγμα)
Σημείωση 4: Ως γίνεται εύκολα κατανοητό στην περιοχή Β, όπου ο κούκος έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί, κι ο κούκος αηδόνι να σου στοιχίσει, ο κούκος δε θα φέρνει την άνοιξη. Για την περιοχή C δεν μιλάμε.
- Και πού ταξιδεύουν οι γιοί σου τώρα;
- O μικρότερος Μαλακάσα, ο μεσαίος Καβάλα κι ο μεγαλύτερος απ’ όλους απ’ ό,τι έμαθα τώρα τελευταία συχνάζει στην Κερατέα. Δεν το γνωρίζει όμως ο μαλάκας.
- Η κόρη σου;
- Αυτή έχει μεταφέρει τα εκλογικά δικαιώματα της στη Λέσβο. Μυτιληνιά βέρα.
- Εσύ πού ταξιδεύεις τώρα;
- Τι ερώτηση! Εγώ όπως κι εσύ, εδώ και κάτι χρόνια είμαστε δημότες
Βουλιαγμένης. Όπως άλλωστε κι όλοι οι συμμαθητές μας.
- Εκτός από κανα δυο που απ’ ό,τι έμαθα είναι μόνιμοι κάτοικοι στην
Κυπαρισσία.
Got a better definition? Add it!
Κλασσική έκφραση μανάδων και θειτσών, με την οποία αναφέρονται στα γνωστά «σφαιριστήρια» ή «μπιλιαρδάδικα», τις αποκαλούμενες και αίθουσες ψυχαγωγίας. Ειδικότερα κατά τη δεκαετία του '70 οι αίθουσες ψυχαγωγίας, με μπιλιάρδα και επιτραπέζια ξύλινα ποδοσφαιράκια, ήταν οι χώροι στους οποίους σύχναζαν οι μάγκες τύπου «Επαναστάτης χωρίς αιτία» της εποχής. Ως γνωστόν, το μπιλιάρδο ειδικότερα θεωρείται παιχνίδι των ζόρικων και σκληρών νεολαίων, που δεν σηκώνουν και πολλά πολλά. Οι μάνες και θείες μας, με δεδομένη τη διαφορά ηλικίας, ταυτίζουν τις αίθουσες ψυχαγωγίας με το παιχνίδι που είχαν δει από τα παιδικά τους χρόνια, δηλ. τα ξύλινα ποδοσφαιράκια.
- Μαμά, έχεις κανένα 500ρικο;
- Γιατί, τι το θέλεις;
- Θα βγω μια βόλτα.
- Πάλι στα ποδοσφαιράκια θα πας; Μαζεύεστε εκεί με όλους τους αλήτες και καπνίζετε, μού τα έχουν πει. Θα μιλήσω στον πατέρα σου, για να σταματήσει αυτή η ιστορία.
Got a better definition? Add it!
Η Φωκίωνος Νέγρη επί το εξωτικότερον και επί το ποιητικότερον.
- Θυμάμαι τα χρόνια εκείνα στη Φώκα Νέγκρα... Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις!
- Σιγά ρε περπατημένε που σε πήραν και τα χρόνια...
Got a better definition? Add it!
Κλασική έκφραση που άρχισε να χρησιμοποιείται κατά τη δεκαετία του '70, υπονοώντας ότι υφίσταται έλλειμα ασφάλειας των πολιτών και ραγδαία αύξηση του εγκλήματος. Η αναφορά προέρχεται από την εποχή της αμερικανικής ποταπαγόρευσης τη δεκαετία του '30, όταν ο Αλ Καπόνε ήταν ο Βασιλιάς του Εγκλήματος στο Σικάγο των ΗΠΑ.
- Κύριε Κώστα προσέξτε στις σκάλες, η αστυνομία έχει τοποθετήσει κορδέλες στο σημείο που βρέθηκε νεκρός κάποιος άγνωστος και θα πάρει αποτυπώματα.
- Τσ τσ τσ τσ τσ, Σικάγο γίναμε, η Αθήνα δεν ήταν έτσι κάποτε...
Got a better definition? Add it!
Η καλύβα ή πρόχειρο υπόστεγο, φτιαγμένο με κλαδιά, άχυρο ή καλάμια. Το πρόχειρο σπιτάκι ή κατάλυμα.
Η λέξη προέρχεται από τα τουρκικά [τουρκ. çardak -ι]. Συχνά χρησιμοποιείται ως υποκοριστικό, βλ. τσαρδάκι.
Ουδεμία σχέση με τον ουγγρικό χορό τσάρντας.
Καλώς ήρθες στο τσαρδί μου! Βλέπεις, δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο, απλό και φτωχικό. Το αγαπάω όμως και νιώθω ωραία, δε θα το άλλαζα ούτε με παλάτι.
Got a better definition? Add it!
Συνώνυμο της γκιλοτίνας για τον αποκεφαλισμό των καταδίκων, που αποτελείται από δύο ορθοστάτες ανάμεσα στους οποίους κινείται μια τριγωνική λεπίδα. Μεταφορικά χρησιμοποιείται για κάτι πολύ επικίνδυνο, που απειλεί ή αφαιρεί ζωές. Η ρίζα είναι από τα γαλλικά carmagnol(e) -α (χορός που χόρευε ο λαός κατά τη γαλλική επανάσταση) και δη όταν αποκεφάλιζε βασιλείς ή έκαιγε παλάτια.
Η Λεωφόρος Καβάλας είναι σκέτη καρμανιόλα, μέχρι στιγμής ο φόρος αίματος που έχει πληρωθεί είναι τεράστιος.

Got a better definition? Add it!
Καβάντζα ή καβάτζα: κατάλληλο μέρος για στήσιμο σκηνής (απήνεμο, ανήλιαγο, κλπ κλπ).
Το αίσθημα ιδιοκτησίας, νομής κατοχής και ψιλής κυριότητας προς αυτό το μέρος και των βοηθητικών του χώρων (γύρω καβάτζες) συνήθως αυξάνει ευθέως ανάλογα προς το βαθμό χιπισμού (άρα και αντι-ιδιοκτησιακής ρητορείας) του κατασκηνωτή.
Επίσης, βαρετό θέμα συζήτησης μεταξύ ελευθεροκατασκηνωτών που βρίσκονται τον Σεπτέμβρη και δεν έχουν ουσιαστικά κάτι να συζητήσουν...
- Μου 'κατσε στο Κεδρόδασος μια καβάτζα μπερεκέτι, φίλε...μέχρι Νοέμβρη καθόμουνα, σου λέω...
- Ναι, ε; Γαμώ φίλε...
Βλέπε και χεσοκαβάντζα.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Λέξη που χαρακτηρίζει ανθρώπους, καταστάσεις, μέρη, ουσίες.
Για κάποιον μάλλον άγνωστο λόγο η λέξη έχει καταλήξει να σημαίνει το τελείως αντίθετό της. Έχω την εντύπωση (και με διορθώνετε αν κάνω λάθος) ότι, κανονικά, ξενέρωτος είναι αυτός που δεν περιέχει νερό, δεν έχει δηλαδή αραιωθεί, διατηρεί όλη του την ουσία και τη νοστιμιά, ο ανέρωτος (βλ. το ούζο του άντρα του Πολλά Βαρύ που μην του μιλάτε το πρωί), ο άκρατος, ο αμιγής, ο ως ωσεκτουτού δυνατός, ο σκληρός (άντρας, τσιγάρο), ο καπάτσος και λοιπά και λοιπά.
Όμως τελικά (ή και αρχικά;) ξενέρωτος σημαίνει βαρετός, ανούσιος, άγευστος, μη ενδιαφέρων.
Ή μήπως λέω Άλαν Ντάλον;
Τι ξενέρωτα πράγματα ρε πούστη... Είναι δυνατόν τώρα να τρώμε έτσι ωραία όλοι μαζί και αυτός να σηκώνεται να πάει, λέει, να πλύνει τα δόντια του για να μην φάει άλλο; Αν είναι δυναμό!
Δες και ξενέρωμα.
Got a better definition? Add it!
Πώς μπορείς όσο πιο λακωνικά γίνεται να περιγράψεις τη συμπρωτεύουσα; Αρκεί να αλλάξεις το «θ» με «ξ»... Μια πόλη που έννοιες όπως χαλαρότητα, διασκέδαση, καλοφαγία, ομορφιά (κυρίως γυναικών) κτλ οδηγούν αναπόφευκτα σε αυτό που περιγράφει η παραπάνω λέξη-έννοια: το απόλυτο ξεσάλωμα... Η λέξη χρησιμοποιείται από γηγενείς αλλά κυρίως από όλους εμάς που όταν μπορούμε απολαμβάνουμε τις παραπάνω ομορφιές της Θεσσαλονίκης.
Όσον αφορά την προέλευση της λέξης, πάμε στο 1993 και στο ομώνυμο άλμπουμ (και τραγούδι) των Ξύλινων Σπαθιών «Ξεσσαλονίκη».
- Πού θα πας ρε Ανδρέα πάλι τριήμερο;
- Φίλε ένα έχω να πω στα παιδιά... Ξεσσαλονίκη ...
- Όχι ρε τύπε, κατάλαβα! Πανικός!
- Άσ' τα θα γουστάρουμε τρέλα!
Got a better definition? Add it!