Διόλου κολακευτική παρομοίωση για άτομο.
Αντίθετα, προσδιορίζει φυσιογνωμία πιο άσχημη κι απ' το χρέος.
Ειρωνικά:
- Τι ωραία γκόμενα που 'πιασε ο Μπάμπης; Σαν το σκύλο που χάσαμε.
Διόλου κολακευτική παρομοίωση για άτομο.
Αντίθετα, προσδιορίζει φυσιογνωμία πιο άσχημη κι απ' το χρέος.
Ειρωνικά:
- Τι ωραία γκόμενα που 'πιασε ο Μπάμπης; Σαν το σκύλο που χάσαμε.
Got a better definition? Add it!
Ο όρος αναφέρεται σε πιπίνια λυκειακής ηλικίας, απαραιτήτως ενδεδυμένα με σταράκια ανεξαρτήτως χρώματος, που εντυπωσιάζουν με την γλουτιαία περιοχή τους και κάνουν τον ανδρικό πληθυσμό να τις παρατηρεί από τη μέση και κάτω...
- Μαλάκα τσέκαρε ένα σταράκι που περνάει...
- Πωπω, σκέτο κωλ σταρ!!!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Απαξιωτικά, η πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, παρατημένη, παραμελημένη με μισοχαμένα λογικά, η γριά, η τζαντόγρια, η παλιόγρια, η σκατόγρια.
Τούρκικης προέλευσης.
Αλλά και μεταφορικά για μεσήλικες που το παίζουν ντεμέκ νέοι.
Δεν τη βλέπεις; Αυτή είναι σα γριά χαρχάλω.
Δεν κοιτάς που χαρχάλιασες (γέρασες), μου θες και γούστα...
Got a better definition? Add it!
Θεσσαλονίκη.
Η πόλη με τις πιο ωραίες γυναίκες (κατά δήλωση επισκεπτών). Ή μήπως όχι;;
Ο μέσος θεσσαλονικιός, ο όποιος έχει βαρεθεί να βλέπει κάθε φλόμπα να παστώνεται ντάλα μεσημέρι, φορώντας γυαλί ήλιου - 14ιντσες τηλεοράσεις, τσάντα πιο μεγάλη από το μπόι της και τουπέ τουλάστιχον κόρης του Χίλτον (που σε αντίθεση με την Paris, οι δικές μας είναι ηθικές και τις τσόντες που γυρίζουν τις έχουν για εγχώρια κατανάλωση, δεν τις διανέμουν ανά την υφήλιο), είναι σε θέση να διακρίνει την ωραία από την φτιαγμένη, και πολύ περισσότερο να στιγματίζει δηκτικά το ειλικρινές μπάζο, αφού ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος.
Εδώ έρχεται η φράση μας! Καθώς είμαστε ανώτερος λαός και δεν έχουμε ανάγκη αυτά τα ξενόφερτα μετρά, επιμένουμε στα λεωφορεία!
Το 14αρι κάνει τη διαδρομή κέντρο - Ντούμπα, είναι ιδιαίτερα δημοφιλές επειδή η ίδια η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη και τα λεωφορεία είναι εκείνα τα τεράστια σαν ακορντεόν με τη φυσούνα στο κέντρο, από αυτά δηλαδή που το gps δίνει άλλο στίγμα στον οδηγό και άλλο στη γαλαρία.
Συνδυαστικά λοιπόν, λέμε ότι την τάδε την τράκαρε το δεκατεσσάρι, το οποίο είναι τεράστιο και ικανό για μεγάλες ζημιές σε περίπτωση ατυχήματος, για να τονίσουμε ότι η γκόμενα απέναντι είναι τόσο μα τόσο χάλια (στα μούτρα κυρίως).
Κυρίως απευθυνόμαστε σε γκόμενες με τουπέ, που είναι τελείως αίσχος, νομίζουν όμως ότι είναι θεές, και όχι τόσο στις αληθινά άσχημες, αλλά με επίγνωση της κατάστασης.
Δεν το απευθύνουμε σε άντρες.
- Πώς είσαι έτσι ρε κοπελιά. Σαν να σε τράκαρε το δεκατεσσάρι μού βγήκες. Μου μοστράρεσαι και για ωραία.
- Έλα ρε φίλε δεν είναι και τόσο τραγική. 400 χιλιάρικα (σ.σ.: σε δραχμές) λαμαρινοδουλειά είναι και έστρωσε.
Got a better definition? Add it!
Κλασική ευφάνταστη και ολίγον χιουμοριστική απάντηση κόντρα στη γκρίνια και τις διαμαρτυρίες παραξηγιάρηδων που αρπάζονται και θίγονται με το παραμικρό, με στόχο τη συνειδητοποίηση του μεγέθους της υπερβολής που διακατέχει τη συμπεριφορά των τελευταίων από μέρους τους και την αποκατάσταση της ηρεμίας.
- Ρε Χάρε πως βγαίνεις έτσι; Να με σκοτώσεις θες; Ασταδιάλα πρωϊνιάτικα...
- Καλά ντε, δε σε είπαμε και καμπούρη, ωχουού...
Got a better definition? Add it!
Συνήθως χρησιμοποιείται ως πάρε + ουσιαστικό, αλλά στην ανάγκη και σκέτο λόγω βιασύνης (π.χ. «πάρε-πάρε»! δηλ. κοίτα γρήγορα, που ακολουθείται απο σκούντημα ή νεύμα).
Σημαίνει: Τσέκαρε, κόψε, μπάνισε (ή μπάνα), κοίτα, κόζαρε (ή κόνιαρε), φάε (ιδίως στη φράση «φάε ένα μαλάκα»).
Η έκφραση προέρχεται νοηματικά απο τον πληρέστερο ιδιωματισμό παίρνω μάτι, δηλ. είτε παρατηρώ ως οφθαλμοπόρνος παρακαταθέτοντας το οπτικό αντικείμενο στον σκληρό δίσκο για μελλοντική ανάκτηση-χρήση (future reference – βλ. και το πρωθύστερο παίρνω μαλακία την τάδε, παίρνω θέμα ή υλικό ή δουλειά για το σπίτι κλπ) είτε εξετάζω εξονυχιστικά κάτι, είτε σκανάρω τον χώρο ταχύτατα ως αητός, προκειμένου να μην μου ξεφύγει κάποια λεπτομέρεια.
Συνήθως η έκφραση λέγεται απο αργόσχολους τύπους ή σχολιαρόπαιδα σε δρόμους πόλεων ή παραλίες, που τσεκάρουν τους περαστικούς κάνοντας κι απο ένα σχόλιο σχετικό με την εμφάνισή τους (past remarkable) και ιδίως για γυναίκες (σφυρίγματα, ατάκες κλπ).
Να μην συγχέεται με το παιδικό παιχνίδι «πάρ’ τον παπά», κατά το οποίο ο ένας πιάνει ή χτυπά με την εξωτερική πλευρά των δαχτύλων τ’ αρχίδια του διπλανού του, λέγοντας την φράση αυτή και μετά πάει γαϊτανάκι στον επόμενο κι ο τελευταίος χάνει (έτσι και σε πάρει πρέφα όμως ο ιερωμένος συνήθως τσαντίζεται πολύ για κάποιον ανεξήγητο λόγο)...
-Μαααααααλάκα! Πάρε ένα μουνί τρικάπακο!
-Πώωωωωωω! Πού είμαστε εμείς ρε;
-Πάρε-πάρε!
-Πού ρε;
-Εκεί απέναντι τον τύπο με το κασκόλ και την καπελαδούρα καλοκαιριάτικα!
-Τί σούργελο αδερφάκι μου!
-Παίδες, σόρρυ που άργησα, ήταν άρρωστη η γιαγιά μου και...
-Πάρε έναν τρόμπα! Ρε σε περιμένουμε δυο ώρες κι έρχεσαι να μας πείς αυτή τη μαλακία;
Got a better definition? Add it!
Κυριολεκτικά είναι «η πίτα της κυρίας» (τούρκικο). Συνήθως το χανούμ μπουρέκ αναφέρεται σε ένα είδος ατομικού γαλακτομπούρεκου, αλλά πολλές φορές ονομάζονται ως χανούμ μπουρέκ διάφορα φαγητά (είναι γεγονός ότι επικρατεί μεγάλη σύγχυση για το ποιο φαγητό ή γλυκό είναι το χανούμ μπουρέκ και θα μπορούσα να απλώσω σεντόνι αλλά θα κατηγορηθώ ότι δεν είναι σλάνγκ).
Ως χαρακτηρισμός είναι η παχιά και αφράτη γυναίκα συνήθως κοντού αναστήματος και με ιδιαίτερα μεγάλη περιφέρεια. Ο χαρακτηρισμός αυτός υπονοεί ότι το χανούμ μπουρέκ είναι ένα είδος γαλακτομπούρεκου και ως εκ τούτου η γυναίκα χανούμ μπουρέκ είναι παχιά και αφράτη όπως η κρέμα του γαλακτομπούρεκου. Το χανούμ μπουρέκ με αυτή την έννοια δεν χρησιμοποιείται υποτιμητικά αλλά χρησιμοποιείται από άντρες που τους αρέσουν οι γυναίκες με πολύ μεγάλες περιφέρειες για να εκφράσουν θαυμασμό. Πρέπει να αναφερθεί ότι η γυναίκα χανούμ μπουρέκ ΔΕΝ είναι η νταρντάνα ανδρογυναίκα αλλά η, κατά αυτούς που τους αρέσει, ερωτική χοντρούλα.
Μερικές φορές χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει συλλήβδην γυναίκες από την Μέση Ανατολή.
Ο όρος αναφέρεται επίσης και σε τραγούδια ανατολίτικης προέλευσης, συνήθως τσιφτετελοειδούς ρυθμού.
Πήγα χθες στον Χατζή και πήρα ένα χανούμ μπουρέκ, μόλις το είχε σιροπιάσει! Ναρκωτικό σκέτο σου λέω!
- Κοίτα η Μαιρούλα κούνημα, σαν κρέμα τρίζει το κωλομέρι της! - Άστα, χανούμ μπουρέκ είναι η Μαιρούλα. Να τη βάλεις κάτω, να χωθείς μέσα στα βυζιά της και τα κωλομέρια της και να χαθείς μες στον παράδεισο!
...Τελικά το αποφάσισα, είμαι ανατολίτισσα χανούμ μπουρέκ κι ας με πέταξε η μοίρα μου στα ανατολικά παράλια του Ατλαντικού... (απόεδώ).
Ένα από τα προβλήματα που έχω με την Ελλάδα είναι αυτή η μόνιμη αλλοιθώρια στην ανατολά. Τα χανούμ μπουρέκ κωλοτράγουδα, τα ντέφια και οι λαϊκούρες που τις χαίρεται ο Αμπντούλ στην Βαγδάτη και την Δαμασκό... (από εδώ).
Got a better definition? Add it!
Κλασική, μάλλον, παιδική προστακτική της μαρίδας, απευθυνόμενη σε ψηλό τύπο, άρτι αφιχθέντα επί του πεδίου των παιγνίων.
Επίσης, απαντάται και ως μπασκετο-καζούρα, από τον κόουτς προς τα τσικότσεντερ-φόρια που εξέχουν από το υπόλοιπο τημ, σαν μια πούτσα στο Αιγαίο.
Τέλος, εκστομίζεται ως χιουμοριστική φιλοφρόνηση από έκθαμβους θαμώνες κωλόμπαρων, μόλις αντικρίσουν το νέο, ημίγυμνο, κατάξανθο πουλέν με το 20-ποντο...
Κυρ-Τάσος:
- Πώς το είπαμε, ρε Μπάμπη, το ψηλό;
Μπάμπης, assbartender:
- Λουντμίλλα...!
Κυρ-Τάσος:
- Λουντμίλλα, έλα δω κούκλα μου να σε πώωωω!
Λουντμίλλα:
- Νjεεεεε, τι θέλjεις;
Κυρ-Τάσος:
- Κατέβα να φάμε, μωρό μου!
Όλοι παρέα:
- Ούχαχααχαχαχα!
Got a better definition? Add it!
Όλοι γνωρίζουμε το γνωστό καμάκι «ζαχαροπλάστης ήταν ο πατέρας σου;». Αυτό εδώ είναι μια παραλλαγή που συνήθως χρησιμοποιείται σε μπάζα ή στον υπερβολικά μαλάκα της παρέας, για να τονίσεις την ασχήμια της κοπέλας ή του άντρα (συνήθως κοπέλας) ή την υπέρτατη μαλακοσύνη του φίλου σου!
— Πο πο πο... κοπελιά, τσοφλέμπορας είναι ο πατέρας σου;
— ...
— Κοίτα παιδί ρε γαμώτο... Χαζός είναι; Ρε Νίκο, τσοφλέμπορας είναι ο πατέρας σου;
— Άντε στο διάολο ρε!
Δες ακόμη: μάγειρας ήταν ο μπαμπάς σου;
Got a better definition? Add it!
Κυριολεκτικά είναι το αποβαλλόμενο δέρμα των ερπετών που αποτελείται μόνο από νεκρά κύτταρα και που όλοι έχουμε δει κάποια φορά σε περιήγηση στην εξοχή. Λέγεται και «πουκάμισο» ή φιδόντυμα.
Επίσης κάτι ανάλογο συμβαίνει με τα αμφίβια, αλλά και με τα έντομα, όπως τα τζιτζίκια, που το δέρμα τους το συναντάμε το καλοκαίρι στα δέντρα και είναι πορτοκαλί (παράδειγμα 1).
Σλανγκικώς όμως, έτσι χαρακτηρίζεται συγκεκριμένο ρούχο, συνήθως μπλουζάκι, από όλους τους βλέποντες (καμιά φορά κι από τυφλούς που έχουν οξυμένη την όσφρηση), όταν ο κάτοχός του το φοράει συνέχεια -αφενός διότι είναι πτωχός κι έχει, βαριά, άλλο ένα, αφεδύο διότι είναι τσίπης και δεν πάει να αγοράσει κάνα ρούχο και αφετρία επειδή είναι πολύ κολλημένος (στα όρια του αυτισμού) και θέλει να φοράει μόνο αυτό το ρούχο σε σημείο που όλοι να τον θυμούνται εξ ανακλητικής μνήμης με το συγκεκριμένο.
Οι μασχαλιαίες περιοχές βέβαια σφύζουν από αμμωνιαζόλ και, όταν το βγάζει το βράδυ για να κοιμηθεί, το ακουμπά στο πάτωμα διότι πλέον στέκεται όρθιο δίκην θώρακος πανοπλίας (παράδειγμα 2).
Το δεύτερο δέρμα
Όταν το παλιό «πουκάμισο» της κολουβρίδας ξεραθεί,
το φίδι το αποβάλλει, μιας και το δέρμα αυτό, που αποτελείται
από στρώματα νεκρών πλέον κυττάρων, δεν αναπτύσσεται μαζί με το ερπετό.
Με τον ίδιο τρόπο αποβάλλουν το παλιό τους δέρμα και τα αμφίβια.
Μετά το στάδιο της νύμφης, τα έντομα εξελίσσονται σε τέλειους οργανισμούς.
Αντίθετα τα θηλαστικά και τα πουλιά σχηματίζουν εκ νέου μικρές
ομάδες δερματικών κυττάρων, αποβάλλοντας τα νεκρά κύτταρα.
Τα μαλάκια, όπως τα σαλιγκάρια, δεν παύουν να αναπτύσσονται ποτέ,
κάτι που φαίνεται από τις ραβδώσεις στο καβούκι τους.
Αντίθετα, τα σπονδυλωτά αναπτύσσουν τα οστά τους σε συγκεκριμένες φάσεις της ζωής τους.
- Είδες τον Γρηγόρη;
- Μπα! Έχω να τον δω τρεις-τέσσερις μέρες.
- Νά' τος ρε έρχεται καμαρωτός με το δεύτερο δέρμα του...
- Τον πούστη, ακόμα το φοράει ρε, θα 'χει κολλήσει απάνω του.
- Και θα στέκεται και όρθιο, γάμησέ τα, ευτυχώς που έχω δέκα μποφόρ ιγμορίτιδα...
Got a better definition? Add it!