Further tags

Μουνίδα (munida) στην καθομιλουμένη αποκαλείται ένα από τα μεγαλύτερα γένη καρκινοειδών των τεσσάρων θαλασσώνε. Σλανγκιστί όμως αφορά σε άλλη οικογένεια (ενίοτε δαγκανοφόρου) πανίδος: στις μούνες που αναπτύσσονται και ενδη-μούν σε συγκεκριμένα οικοσυστήματα.

Της πατρίδας μου η μουνίδα χαρακτηρίζεται από πλουσιότατη βιοποικιλότητα, από τα λιλιπούτεια τουμπανάκια-πουτσομεζέδες μέχρι και τα δίμετρα και καμαρωτά λεβεντόμουνα τ. ανέβα να φιλήσεις, κατέβα να γαμήσεις. Οι συναγωνιστές και συναγωνίστριες του σλανγκρρ έχουν ήδη ταξιμουνήσει πληθώρα καυλιδερών και μη ομοταξιών, όπως ενδεικτικά: κλεψυδρομούνες, μπουκαλομούνες, αρχοντομούνες, αχλαδομούνες, πιπινέζες, μηλαρούδες, μικρές τουμπανίστριες, κοντοπούτανα, ζουμπουρλούδικες φρατζολίνες, λειψυδρομούνες, αχλαδομουνοπατσαβούρες, διάφορες συνομοταξίες μπαζοειδών και ταλιμπάν.

Νέα είδη ανακα... αποκαλύπτονται καθημερινά.

- Έχουμε τη χλωρίδα την πανίδα και την... μουνίδα.
(εδώ)

[Παρακάτω αναπαράγω email αγνώστου μητρός που μόλις έλαβα]

Η μουνίδα της Ελλάδος

Πουτσομεζές ο Μεγαλόβυζος

(Phallovoris Μagnomaestus)

Πουτσομεζές ο Μεγαλόβυζος
Ενδημικό είδος όλης της Ηπειρωτικής Ελλάδας κυρίως της επαρχίας, συμπεριφέρεται ως αρπακτικό χρησιμοποιώντας το στήθος του και το μακιγιάζ για να προσελκύσει το ταίρι. Είναι κοινωνικό και κυνηγάει σε αγέλες. Έχει αναπτύξει δυνατή φυσιολογία πάνω από την μέση όπου και είναι το δυνατό του σημείο καθώς υστερεί γενικά γραμμής και ιδιαίτερου κάλλους στο σώμα.

Ύψος: 1.50-1.65
Κώμη: συνήθως ξανθή, αλλά ποικίλλει σε όλο το εύρος.
Ξέρει να μαγειρεύει; Ίσως
Ξέρει να γαμιέται; Ίσως

Ο Μεγαλόβυζος δεν απειλείται με εξαφάνιση.
Phallovoris ΜagnomaestusPhallovoris Μagnomaestus

Καμπυλωτός ο ήμερος

(Inflecta Domesticus)

Καμπυλωτός ο ήμερος
Δημοφιλές και πολυπληθές είδος που βρίσκεται και οικόσιτο σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και κυρίως στις αυστηρά αστικές. Είναι αποκλειστικά ημερόβιο, μη επιθετικό, φημιζόμενο για την μετρημένη ομορφιά ή τα σωματικά προσόντα που κρύβει καλά κάτω από την καθημερινή εμφάνιση. Συχνά συγχέεται με τον ημιάγριο συγγενή του, τον Μεγαλόβυζο.

Ύψος: 1.60-172
Κώμη: Καστανή-Μελαχρινή, ανάλογα με τον βιότοπο.
Ξέρει να μαγειρεύει; Ναι
Ξέρει να γαμιέται; Ναι

Ο Καμπυλωτός δεν απειλείται με εξαφάνιση.
Inflecta DomesticusInflecta Domesticus

Μούναρος ο Ανορεξικός

(Archontomounarus Anorexicus)

Μούναρος ο Ανορεξικός
Γηγενές ή και αποδημητικό, ο Ανορεξικός συναντάται συνήθως σε ακριβές αστικές περιοχές της Ελλάδας, σε κοπάδι ή κατά μόνας. Καμουφλάρεται σαν μοντέλο για να προσελκύσει κάποιο δυνατό ταίρι αλλά συνήθως είναι πιο δύσκολο στο ζευγάρωμα, όπου αναγκάζει τα αρσενικά να μονομαχήσουν. Έχει φυσικό εχθρό τον Μεγαλόβυζο. Έχει μεγαλοπρεπή εμφάνιση και είναι το αγαπημένο είδος πολλών φυσιοδιφών.

Ύψος: 1.67-1.77
Κώμη: Ξανθιά έως πολύ ξανθιά, σπανίως κόκκινη.
Ξέρει να μαγειρεύει; Όχι συνήθως.
Ξέρει να γαμιέται; Όχι συνήθως.

Δεν απειλείται, αλλά βρίσκεται σε κάποια σπανιότητα.
Archontomounarus AnorexicusArchontomounarus Anorexicus

Μούναρος ο Κομψός

(Mounarus Elegantis)

Μούναρος ο Κομψός
Το είδος αυτό του γένους Μούναρος αποτελεί μια μικρή μειοψηφία σε όλον τον Ελλαδικό χώρο καθώς αποτελεί φοβερό δείγμα κάλλους και μαστίζεται από την λαθροθηρία. Είναι είδος που κυνηγάει μόνο του, έχει σωματικά χαρίσματα και μπορεί να αντιμετωπίσει σχεδόν κάθε ανταγωνιστή καθώς είναι στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας (κορυφαίος καταναλωτής). Μπορεί να ζήσει παντού και μερικές φορές απαντάται και σε σπίτια απλών ανθρώπων όπου καταλήγει εκεί τυχαία. Λέγεται ότι είναι μεγάλη τύχη να βρεις στον σπίτι σου έναν Μούναρο. Διατηρεί κάποια αντιπαλότητα με τον Καμπυλωτό τον Οικόσιτο ο οποίος συχνά τον θεωρεί εισβολέα.

Ύψος: 1.60-1.75
Κώμη: Αποχρώσεις του καστανόξανθου ή και μελαχρινό.
Ξέρει να μαγειρεύει; Όχι συνήθως.
Ξέρει να γαμιέται; Δεν είναι ευρέως γνωστό καθώς πολύ λίγοι το έχουν «πιάσει».

Κινδυνεύει με εξαφάνιση.
Mounarus ElegantisMounarus Elegantis

Κόμματος ο Ψαγμένος

(Commatis Intellectualis)

Κόμματος ο Ψαγμένος
Σπάνιο είδος και αυτό, συνήθως απαντάται στον πυρήνα των αστικών περιοχών. Χρησιμοποιεί ιδιαίτερους κώδικες επικοινωνίας και έχει μια ελκυστική εναλλακτική εμφάνιση. Είναι φυτοφάγο και βοσκάει σε ιδιαίτερης μορφολογίας βοσκότοπους (θέατρα, βιβλιοθήκες, αριστερά στέκια, ψαγμένα cafe, ψαγμένα γυράδικα). Όταν υπάρξει έλλειψη τροφής μπορεί να κατεβεί και σε κυνηγότοπους άλλων αρπακτικών το οποίο προκαλεί συχνά αψιμαχίες, συνήθως με τον Anorexicus.

Ύψος: Μεγάλη ποικιλομορφία
Κώμη: Ο ελληνικός μελαχρινό (hellenicus) και ο ευρωπαϊκός κόκκινο (europae)
Ξέρει να μαγειρεύει; «hell no»
Ξέρει να γαμιέται; Συνήθως όχι.

Απειλείται (κυρίως σε νεαρές ηλικίες).
Commatis IntellectualisCommatis Intellectualis

Καυλοπαγίδα η Αθλητική

(Altius Fortius)

Καυλοπαγίδα η Αθλητική
Άλλο ένα αστικό-προαστιακό είδος που απαντάται κατά μόνας και χαρακτηρίζεται από μεγάλη αθλητικότητα και ταχύτητα. Είναι πολυπόθητος μεζές ιδιαίτερα για τα οπίσθιά τα οποία είναι πολύ δημοφιλή στην λαϊκή κουλτούρα. Οι εμπειρογνώμονες λένε ότι θέλει μεγάλη τέχνη για να καβαλήσεις ένα τέτοιο. Κυρίως ημερόβιο, αλλά κυνηγάει και την νύχτα καμουφλαρισμένο.

Ύψος: Μεγάλη ποικιλομορφία
Κώμη: Κάτι σε σκούρο κότσο.
Ξέρει να μαγειρεύει; Μεγάλη ποικιλομορφία.
Ξέρει να γαμιέται; Συνήθως ναι.

Δεν απειλείται, αλλά βρίσκεται σε κάποια σπανιότητα.
Altius FortiusAltius Fortius

Κοντοπούτανος ο Χαριτωμένος

(Brevis Cutis)

Κοντοπούτανος ο Χαριτωμένος
Ίσως ένα από τα πιο συχνά απαντώμενα θηλαστικά στην χώρα μας, τυπικό είδος και του άστεως αλλά και της υπαίθρου, ο Κοντοπούτανος είναι το καμάρι του ελληνικού οικοσυστήματος. Εξημερωμένο αλλά και άγριο, κυνηγάει σε μεγάλες ή μικρές αγέλες και φημίζεται για το πολύ χαριτωμένο πρόσωπό του, το οποίο αντισταθμίζει το χαμηλό ή μέτριο ανάστημα. Ως δραστήριο αρπακτικό ανταγωνίζεται αλλά και συνεργάζεται με όλα τα είδη σχεδόν στην μάχη για την επιβίωση. Κοντινός εξάδελφος του Καμπυλωτού, αν και λιγότερο εντυπωσιακός.

Ύψος: 1.45-1.60
Κώμη: Συνήθως καστανό και μελαχρινό.
Ξέρει να μαγειρεύει; Μεγάλη ποικιλομορφία.
Ξέρει να γαμιέται; Συνήθως ναι.

Δεν απειλείται.
Brevis CutisBrevis Cutis

Μουνίδα των Ελληνικών θαλασσώνε (από Vrastaman, 06/03/12)"88 lines about 44 women", the Nails. (από Khan, 28/11/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάποιοι θεωρούν τις διαφορές μεταξύ πορνογραφίας και ερωτικής λογοτεχνίας θολοκουλτουριάρικες δηθενιές ανάξιες καταγραφής σε περιοχές που πιάνει το μελάνι. Σαν αδιάσειστο τεκμήριο επικαλούνται την ακούσια αιμάτωση και την αύξηση της σχετικής υγρασίας σ’ αυτές ακριβώς τις περιοχές αναγνωστών κι αναγνωστριών.

Με σλόγκαν «μ’ ένα Άρλεκιν ..ξεχνιέσαι» τα γυναικεία / αισθηματικά μυθιστορήματα της ομώνυμης σειράς καλύπτουν (απ’ το ’49 στον Καναδά, απ’ το ’79 στην ψωροκώσταινα) τις ... λογοτεχνικές ανάγκες πλείστων όσων γυναικών κάθε ηλικίας και τάξης που τη βρίσκουν με ρομάντζα και καυτά ερωτικά πάθη σε ντεκόρ εξωτικά ή και κοσμοπολίτικα κάθε άλλο παρά ιφκινθιακά.

Με ευφάνταστους τίτλους στυλάκι «Απαγορευμένη Έλξη» και τον αξέχαστο σε μια παρέα «Βαθιά στην κοιλάδα, ψηλά στο βουνό», κάργα με αφόρητα κλισέ του τύπου «..προτού προλάβει να καταλάβει τι γινόταν, εκείνος την τράβηξε κοντά του και ανασήκωσε το πιγούνι της με το δάχτυλό του. Και για μια στιγμή που κράτησε αιώνες, η Ρόουζ ξέχασε τα πάντα, συγκλονισμένη από το άγγιγμά του..» οδήγησαν πολλές στον εθισμό με τον ακαταμάχητο ...Αρλεκίνο.

Που έχει τετράγωνο θεληματικό πηγούνι, αδρά χαρακτηριστικά, δυνατά και γραμμωμένα μπράτσα, κοιλιακούς σκακιέρα, στήθος μάρμαρο, λαίμαργα χείλη, αρχαιοελληνική μύτη, αετίσιο βλέμμα, ατσάλινη θέληση, τόλμη και γοητεία, περηφάνια και προκατάληψη, καυτό μόριο αλλά υπομονή και τρυφερότητα στο ξεπαρθένιασμα, είναι ψηλός, ματσό, συχνότατα γόνος κι αγνοεί το καραφλάζ και τις καπότες (πού να του χωρέσουν άλλωστε;).

Ηθικός αυτουργός του «δεν υπάρχεις» και του «δεν υπάρχουν άντρες πια»; Εξωπραγματικών προσδοκιών οπότε και κερατωμάτων, καταθλίψεων και διαζυγίων ή απλή φαντασίωση που υποβοηθά ενίοτε σε μη προσποιητούς συζυγικούς οργασμούς;

Ο όρος έπαιξε αρκετά μεταξύ γυναικών, κυρίως στα 80ζ, άλλοτε υποτιμητικά και κοροϊδευτικά, άλλοτε συνωμοτικά όπως κι άλλοι παρόμοιας ετυμολογίας όπως ο Νόρος από τα παρεμφερή Βίπερ Νόρα.


Αφιερωμένο στον alexismpolis για την εδώ εξέλιξη του όρου.

Το πρόβλημα δεν είναι η θεματολογία του γιατί ακόμη και στο αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο που κινούνται τα βιβλία που κρύβουν βαθιά μέσα στις σελίδες τους ένα ’’Αρλεκίνο’’ μπορεί κάποιος να βρει κάτι καλό. Το θέμα είναι ότι όλα τα βιβλία του είδους γράφονται από γυναίκες και απευθύνονται σε γυναίκες με τρόπο κάθετο που δεν αφήνουν την παραμικρή ελπίδα σε άντρα, πιθανό αναγνώστη, να τους ρίξει μια ματιά παραπάνω.

(Απ’ το δίχτυ)

...σχεδόν βάναυσα... (από jesus, 26/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από την σύνθεση των λέξεων «σεξ» και «βόμβα». Είναι η γκόμενα η οποία είναι μούναρος και ταυτόχρονα δείχνει ότι μπορεί να σε βάλει κάτω και να σου πετάξει τα μάτια έξω.

- Τελικά η καλύτερη γκόμενα που είχα ήταν η Γιώτα.
- Πως ήτανε; Δεν την είχα δει.
- Άστο φίλε. Ήταν ξανθό τούμπανο και θύμιζε την Πετρούλα Κωστίδου. Μιλάμε για την απόλυτη σεξοβόμβα, τι να σου λέω τώρα.

(από HardcoreGR, 13/05/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. To γνωστό κουρασάν, με λάθος προφορά. Αρτοσκεύασμα από μαλακή ζύμη, με ή χωρίς γέμιση.

  2. Μεταφορικά, το έξω γεννητικό όργανο του άρρενος όταν αυτό παρουσιάζει μυϊκή ατονία ακόμα και μετά το σχετικό χρόνο προθέρμανσης. Υποκοριστικό: το κουρασανάκι.

Επίσης, βλ. μαλακοκαύλης.

  1. - Θα πάω στο περίπτερο, θες κάτι; - Πάρε ένα κουρασάν σοκολάτα. Το φτηνό.

  2. (συζήτηση μεταξύ θηλυκών)
    - Και; Και;
    - Τίποτα… Απογοήτευση. Κουρασανάκι ο Νικόλας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ανίδεος, ο γκέουλας, ο φολκσβάγκεν, ο φλώρος.

- Πολύ έξυπνο και ωραίο παιδί ο Γιάννης.
- Ποιός ρε; Αυτός είναι κοκοφίκος, δεν σκαμπάζει μία, άσε που το κουνάει λίγο το προσόψιο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ορίζεται ως ο ομοφυλόφιλος του οποίου ο πρωκτός είναι τούνελ διπλής κατεύθυνσης, ρουφάει άγγιχτα, με ταμπλό και τρίποντα, καρφώματα και λέι-απ, ενώ προσομοιάζει και σε πουστερία.

Η παραπομπή σε μπασκέτα έχει και λαογραφικό χαρακτήρα, καθώς το μπάσκετ είναι άθλημα στο οποίο υπερτερούν οι μαύροι αθλητές, καθώς έχουν μεγαλύτερα προσόντα, ενώ η άμυνα είναι πάντα man to man.

- Ὲεεεεεεεελα Σούλη, καλέ τι ψωλαράς ήταν αυτός ο Τζο; Μου έκανε τον κώλο μπασκέτα!
- Χα χα χου χα τι μου λες χρυσό μου! Σου έκανε και κάρφωμα;
- Τι να σου πω! Καλέ μου έσκισε το διχτάκι... Εν τω μεταξύ είχε τόσο μεγάλα αρχίδια που πήγαιναν αίρμπολ και χτυπούσαν τα δικά μου.... Εν τω μεταξύ ήρθε και ένας φίλος του από το Τόγκο μετά...
- Και; Και...;
- Καλά αυτός τον είχε πιο μεγάλο... Μου πετούσε τα τρίποντα άγγιχτα από τα 7,25! - Μμμμμμ... Ζηλεύωωωωω..... Εγώ γνώρισα έναν χθες στο glory hole, και ήταν στραβοψώλης... Με ραβέρσες σκόραρε!

(από dk636, 11/06/12)(από dk636, 11/06/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η χαραμάδα ή σχισμή του πρωκτού ανάμεσα στα δύο κωλομάγουλα, άκα η κωλοσχισμή. Οι γεωλόγοι την ονομάζουν κωλοχαράδρα, οι κομμωτές κωλοχωρίστρα, οι οικονομολόγοι κουμπαρά. Συνήθως την βλέπουμε σε άτριχα καυλοπίπινα ή σε τριχωτούς υδραυλικούς.

  1. Το σαβουαρ βιβρ των μαστορων λεει οτι οταν μαστορευεις πρεπει να φαινεται η κωλοχαραμαδα σου τρια με τεσσερα δαχτυλα. (Εδώ).

  2. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΔΡΑΜΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ.....
    Ο γνωστός σκηνοθέτης παρουσιάζει δείγματα κατάθλιψης, η δουλεία του που τόσο αγάπησε τον έχει υποβιβάσει σε κρυφό-προαγωγό. Καθημερινά πρέπει να ακολουθεί τις νουθεσίες της διεύθυνσης και να ''προάγει'' την εμφάνιση της παρουσιάστριας, δηλαδή τα γυμνά σημεία του κορμιού της! Η συγκεκριμένη όμως, για δικούς της λόγους (βλ.€), φοράει όσο δυνατόν λιγότερα προς τέρψιν της διοίκησης και του οφθαλμολάγνου αντρικού κοινού. Ο καημένος σκηνοθέτης, εκεί που παλιά έδινε εντολές στους βοηθούς του : ''βυζιά'', ''κώλο'',..... ''χαραμάδα'', τώρα πρέπει να φωνάζει ''ΟΧΙ βυζιά'', ''ΟΧΙ κώλο'', ''ΟΧΙ ....
    ...αμυγδαλές''! (Εδώ).

  3. Η ΦΕΤΙΝΗ ΣΕΖΟΝ,ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΣΙΧΛΕΣ, ΚΟΤΣΥΦΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΦΗ, ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟΥΡΚΙΚΑ F-16! ΟΠΟΙΟΣ ΓΑΤΟΣ ΠΕΤΥΧΕΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΗΜΑΙΑΚΙ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΣΤΕΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ ΚΩΛΟΧΑΡΑΜΑΔΑ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΜΙΑ ΚΟΥΤΑ ΜΟΝΟΒΟΛΑ! (Εδώ).

  4. Στην κωλοχαραμάδα πρέπει και μετά πινέλο!
    (Από σάιτ με οδηγίες για τραβέλια)

(από vikar, 02/08/12)

Σε άλλες γλώσσες: plumber's crack (αγγλικά), Bauarbeiter-Dekolleté (γερμανικά).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νεαρή κοπέλα- πιπίνι, που βρίσκεται ηλικιακώς στις καύλες της απάνω, στα ντουζένια της, προκαλώντας αντίστοιχη καύλα στους θεατές της. Πρβλ. και το καυλοπιτσιρικάς (που δεν έχει βέβαια αποκλειστικά σεξουαλική σημασία).

  1. Στο υπογειο αριστερα,ευπαρουσιαστο καυλοπιπινο,με ξανθο μπουκλε μαλι με μαυρες ανταυγειες,ωραιο κορμι,και πορνοπροκλητικο βλεμμα. (Από το θρεντ «Ρομαντισμός και Μπουρδέλα» γνωστού μπουρδελοσάη).

  2. εννοειται οτι ρωτησα το καυλοπιπινο το οποιο μου εξηγησε τι περιπου χρειαζεται (οσο αυτη εξηγουσε εγω καταστρωνα σχεδιο δρασης... ΑΛΛΑ λογαριαζα χωρις τον ξενοδοχο) καθως αυτη δεν ηταν και η υπευθυνη μολις ειπα οτι θα γραφτω,φωναξε την αλλη κοπελα η οποια μου ειπε μεσα στα αλλα οτι για να γραφτω πρεπει να μου παρουν την αρτηριακη πιεση ....
    Εν τω μεταξυ ο πιπιναρος σχολαγε εκεινη την ωρα και ειχε βγαλει τα ρουχα της δουλειας και θα πηγαινε για εξασκηση αλλα ηρθε αυτη να μου παρει την αρτηριακη πιεση .. με παει στο δωματιο και μου βαζει το μηχανημα... 140 σφυγμοι το δευτερολεπτο... (Εδώ).

H Adriana Lima, ονείρωξη όλων των λημματολάγνων. (από Khan, 16/06/12)

Got a better definition? Add it!

Published

Πλάσμα το οποίο ξεχειλίζει τόσο πολύ από καύλα... που λέγεται ότι έχει βουτηχτεί στο ιαματικό καυλόνερο. Παρόμοια περίπτωση με τον Οβελίξ, μόνο που εκείνος έγινε χοντρός και δυνατός, ενώ οι βουτηγμένες στο καυλόνερο προκαλούν ονειρώξεις και σπερματεγχύσεις, ακόμα και ασταμάτητο μπαρμπούτι.

Στο 99,99% των περιπτώσεων χρησιμοποιείται για γυναίκα, ενώ για άντρες μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο χάριν αστεϊσμού.

(Αληθινή περιγραφή χορεύτριας σε στριπτιτζάδικο από τον dj)
- Και τώρα ετοιμαστείτε να υποδεχτείτε τη Λάουρα, μια γυναίκα βουτηγμένη στο καυλόνερο...
Λάουρα είσαι καύ(ε)λα, είσαι καύ(ε)λα...

(από bmwgkouklidis, 24/06/12)

σχετικά με τον Οβελίξ βλ. έχω πέσει στη μαρμίτα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυρία άνω των πενήντα, με εμφάνιση και ντύσιμο πορνοστάρ, που κάνει μπαμ από χιλιόμετρα μακριά ότι ψάχνει απεγνωσμένα για άγριο και αχαλίνωτο σεξ.

Κατ' επέκταση κάθε γυναίκα ώριμης ηλικίας που ντύνεται και στολίζεται σαν εικοσάρα, προκαλώντας τους άντρες αλλά και τις ...συνομήλικές της.

Κι εκεί που την είχα στήσει στην άκρη του δρόμου και έκανα ωτοστόπ, σταματάει ένα κάμπριο με δυο καυλόγριες μέσα, άλλο πράμα σου λέω ρε φίλε! Έμεινα κάγκελο, δεν ήξερα τι να κάνω!

Βλέπε και gilf / τζιλφ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified