Αλλιώς και φάδερ οφ, χρησιμοποιούταν στο Γαλάτσι πιο πολύ, και σημαίνει ο ξενέρωτος, ο βλάκας, ο χάλιας σε ντύσιμο, ή καθυστερημένος κλπ!!
Αλλιώς και φάδερ οφ, χρησιμοποιούταν στο Γαλάτσι πιο πολύ, και σημαίνει ο ξενέρωτος, ο βλάκας, ο χάλιας σε ντύσιμο, ή καθυστερημένος κλπ!!
Δες και μαδερίλα.
Got a better definition? Add it!
Κυριολεκτικά: Η κακοσμία που βγάζει ο βοσκός από πρόβατα, γίδια, τράγους, αγελάδες, σκυλιά και λοιπά ζωάδια του.
Μεταφορικά: Εκ του rap άσματος «Τραγίλα» του Constantine Cullen. Ότι εκπέμπει ο χωριάταρος που βγαίνει στις πλατείες και στον καφενέ με την μπιστόλα καταμεσής ζωσμένη ή το δίκαννο. Έχει τον τσιφτέ στο Χάιλουξ με τρακτέρ ζαντολάστιχο και κάγκελα οπίσω, σαρίκι στον «καρφίχτη» και γλάκα στις στράτες. Συνήθως τρομοκρατεί κι απειλεί όσους είναι από άλλα χωριά αλλά κυρίως τους ξένους.
Ρε μπάρμπα, έναν καφέ ήρθαμε να πιούμε. Πρέπει να μυρίζουμε και την τραγίλα; Μια στροφή απ' το σπίτι για μπανάκι δεν έβλαψε.
Βγαίνω απ΄το μητάτο με Αγιο-Κωσταντινάτο και τα ρούχα μου βρωμούνε τραγίλα οχου αναθεμάντο με έκαμε ανω κατω για πάρτυτζι εγίνικα σε ένα χωριό ξεφτίλα.
Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα, γαζώνω πινακίδες οξω από τον άγιο Συλλα
Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα το Chivas δεν με πιάνει πίνω κούπες με βενζίνα
Κείνη αρχικά μου λέγε μαγαπα μα δυο μήνες μετά μουβγάλε μαγλατά, δεν ήθελε ποτέτζι να τάχει με βοσκό που να λαλεί Τουοτα διπλοκαμπινο ΓΑΜΩΩ!!
Θαρρεί πως είναι Βιόλα την έχει δει μουνάρα δεν θέλει τα στιβάνια απ΄την Αγιά Βαρβάρα.
Θα πάω τσι παναγίας να κάμω αρτοπλασία στο καφενείο αμα με δει να δώσει σημασία.
Οοοοοοοοο οοοο αγαπημένη τω πολλώ
Οοοοοοοο οοοο αγαπημένη τω ψολώ
Βγαίνω απ΄το μητάτο με αγιοκωσταντινάτο και τα ρούχα μου βρωμούνε τραγίλα
οχου αναθεμαντο με έκαμε ανωκατω για πάρτυτζι εγίνικα σε ένα χωριό ξεφτίλα
Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα γαζώνω πινακίδες οξω από τον Άγιο Συλλα
Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα το Chivas δεν με πιάνει πίνω κούπες με βενζίνα
Ήμουνα μερακλής βοσκός και άντρας τσι παρέας κι είχα το καταψύκτητζι πάντα γεμάτο κρέας με είχε κάθε βράδυ μες τη δικήτζι αγκάλη και εδά μονάχος στο Υoutube την βγάνω με Κουναλη.
Αν κάτεχε ο Κύρης σου ότι η κόρη του γαμπρίζει θαναχε πέσει μπρούμυτα στο πάτωμα ναφρίζει.
Για δες πως με κατάντησες σαν το ερημοκλήσι που δεν εβρεθηκέ ποτέ παπάς να λειτουργήσει.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Έννοια, η οποία όταν χρησιμοποιείται αναφορικά με τη μουσική, και πιο συγκεκριμένα με τη μέταλ / ροκ μουσική, δηλώνει τα εξής πράγματα:
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν και περιπτώσεις όπου οι ενδυματολογικές αυτές επιλογές δεν εξαντλούνται μόνο στα στενά όρια της εικόνας στα πλαίσια του συμμετέχειν σε μπάντα, αλλά και στην ευρύτερη κοινωνική ζωή των μελών των συγκροτημάτων, αλλά και των οπαδών τους (ή αυτών που ασχολούνται με τα ευρύτερα μουσικά ιδιώματα στα οποία εντάσσονται τέτοιες μπάντες), όπως είναι π.χ. οι γκοθάδες ή (σε μικρότερο ίσως βαθμό) οι μπλακμεταλλάδες. Ως προς το ευρύτερο περιτύλιγμα, η σατανίλα αφορά το καθαρά καλλιτεχνικό μέρος της δουλειάς, τουτέστιν το artwork, ήτοι τις απεικονίσεις στα εξώφυλλα-εσώφυλλα του δίσκου ή σιντί, οι οποίες θα αφορούν ή θα παραπέμπουν σε σατανική ή δαιμονολογική θεματολογία (πάλι δαίμονες, σατανάδες, κόλαση, το υπερφυσικό κλπ).
Σε αυτό τα πλαίσιο θα πρέπει να τονιστεί το εξής: η σατανίλα, αναφορικά με το εξωτερικό ίματζ, δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με αξεσουάρ που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με κάποια μουσική. Σατανίλες μπορούν π.χ. να χαρακτηριστούν και τα πιο ιδιόμορφα κοσμήματα (ή στολίδια σε στιλ κοσμημάτων, ακόμη και τραϊμπαλάκια), καθώς και πολλά άλλα πράγματα που μπορεί να απεικονίζουν σατανικές ή γενικά δαιμονικές / υπερφυσικές μορφές (π.χ. ζόμπια), χωρίς αυτός ή αυτή που τα φοράει να έχει καμία σχέση με συγκεκριμένα μουσικά είδη, ή το ευρύτερο σατανιστικό lifestyle.
Η σατανίλα μπορεί επίσης να υποδηλώνει τα κρυφά μηνύματα που (φημολογείται ότι) μπορεί να έχουν στίχοι οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν άμεσες σατανικές και σατανιστικές αναφορές, όπως συνέβαινε δεκαετίες πριν με τους στίχους των Led Zeppelin, των Eagles και άλλων συγκροτημάτων.
Σε μη μουσικό, αλλά ευρύτερο καλλιτεχνικό και πολιτιστικό περικείμενο, η σατανίλα ενδέχεται να αφορά πάλι τη θεματολογία ενός έργου (π.χ. βιβλίο ή κινηματογραφικό έργο), τον τρόπο προβολής ή παρουσίασής του, την όλη ατμόσφαιρα που μπορεί να αποπνέει και τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλεί σε όποιον το παρακολουθεί (ασχέτως τρόπου). Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου υφίσταται σατανίλα χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη σατανική θεματολογία, αλλά μόνο και μόνο με τη δημιουργία της αντίστοιχης ατμόσφαιρας και των αναλόγων συναισθημάτων μέσα από τις στιλιστικές-καλλιτεχνικές επιλογές του εκάστοτε δημιουργού.
Από το ελληνιστικό Σατανάς (Σατανᾶς < Σατᾶν -ᾶς < εβρ. sātān -αντίπαλος, διάβολος).
2.Ξεκινάω Shadows of the Damned σήμερα και στα καπάκια ένα Rayman για να καλύψει την σατανίλα! (Από εδώ)
βλ. και σατανάδες
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Αναφέρεται στους τζογαδόρους, φανατικούς παίκτες τυχερών παιχνιδιών του ΟΠΑΠ, που παίζονται στα «Προποτζίδικα» της γειτονιάς...
- Αυτός είναι ρεμάλι, βρωμάει προποτζίλα...
Got a better definition? Add it!
Δάνεισμα της αγγλικής λέξης pure (αγνό). Χαρακτηρισμός ο οποίος αποδίδεται σε καταστάσεις, σε πρόσωπα, σε τόπους και αντικείμενα που είναι καθολικά αγνά.
-Πςς... Πήτερ Τος! Καλά, το κομμάτι αυτό είναι τρελή πιουρίλα.
-Η παραλία που πηγαίνω κάθε χρόνο έχει απίστευτη ομορφιά. Σκέτη πιουρίλα.
Βλ. και επικίλα.
Got a better definition? Add it!
Από τη λέξη πάτος + κατάληξη -ίλα.
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει:
α) αντικείμενα του πεταματού, υπό την έννοια ότι βρίσκονται στον πάτο της ποιοτικής κλίμακας του ομιλούντος,
β) (συχνότερα) καταστάσεις / εμπειρίες έσχατης κατάντιας (βλ. και πιάνω πάτο) ή, στην πιο ελαφριά εκδοχή, με κατάληξη τουλάχιστον απογοητευτική ως προς τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η χρήση μπορεί να επεκταθεί και για παρακμιακά μέρη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις ο όρος είναι αμοιβαίως εναλλάξιμος με τη λέξη σαπίλα. Ωστόσο, ενώ ο χαρακτηρισμός πατίλα μπορεί να μεταφέρει αποκλειστικά μειωτική διάθεση (η εκφορά συνοδεύεται από ξινισμένη γκριμάτσα, βλ. παράδειγμα 1), συχνότερα υπαινίσσεται χαρά, ευχάριστη έκπληξη ή επιδοκιμασία του ομιλούντος για την καλτίλα του σκηνικού (συνοδεύεται από χαμόγελο και ανασήκωμα των φρυδιών, βλ. παράδειγμα 2). Η «κατάντια», δηλαδή, που αναφέρθηκε προηγουμένως, αφορά μόνο στην αντικειμενική εκτίμηση της κατάστασης, που συχνά ουδεμία σχέση έχει με την υποκειμενική!
Συναντάται επίσης ως πατιλιά.
[i]1. - Έλεος ρε φίλε! Δηλαδή εγώ που ξεσκίστηκα όλο το εξάμηνο με τις εργασίες και έτρεχα σαν το Βέγγο να προλάβω τις προθεσμίες, πήρα τον ίδιο βαθμό με την άλλη που κατέβηκε μόνο στο τέλος στις εξετάσεις;! Τι πατίλα είναι αυτή ρε γαμώτο;!
- Κάτσε ρε... ξεχνάς τη μοριοδότηση...
Got a better definition? Add it!
Ο ογκώδης μπόντι-μπίλντερ.
Βγήκε ο κρεατίλας στην παραλία να μας μοστράρει την κορμάρα.
Got a better definition? Add it!
Από το hardcore (σκληροπηρυνικό). Έκφραση για δύσκολες καταστάσεις και σκληρούς προγραμματιστές με μεγάλα @@. Κυκλοφορεί ως έκφραση στην ελληνική demoscene community.
Πώπω ο τύπος έγραψε ολόκληρο τον κώδικα 100% σε assembly. Μιλάμε για πολύ κορίλα!!!
Got a better definition? Add it!
Μια -ίλα κάπως πιο αφηρημένη, αλλά που βρωμάει εξίσου με τα λήμματα εις -ιλα της Ιρονίκ. Πρόκειται για την πολιτική ορθότητα. Βρωμάει, λοιπόν, εξίσου όσο και το ορθόν μιας πολιτικιάς που δεν έκανε γκαζόζα. Δεν είναι τυχαία η έκφραση πολιτική ορθό-τητα, καθώς οι φανατικοί οπαδοί της είναι συχνά πρωκτικάντζες και σπασαρχίδες. Ως κορεκτίλα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε λ.χ. τα υπερβολικά αυτός ή αυτή (he or she) τα οποία βαραίνουν την ροή ενός κειμένου. Είναι και πασέ συν τοις άλλοις, τώρα η μόδα είναι να μπαίνει τυχαία είτε το αυτός είτε το αυτή, αλλά με προσπάθεια του συγγραφέως να είναι καλοπροαίρετος. Ή την υπερβολική μέριμνα κάποιου να μην πει κάτι απαξιωτικό για τους γκέουλες. Όπως, όμως, ξέρουμε, ο δρόμος για το κράξιμο είναι στρωμένος από κορεκτίλες.
(Εντέλει η πολιτική ορθό-τητα μάλλον δεν του πάει του Ρωμιού, καθώς θεωρείται ως μια πρωκτικαντζοσύνη πιο σύμφυτη στο πνεύμα της Εσπερίας παρά στο δικό μας. Σύγκρινε λ.χ. και το θέμα του ορθού πολέμου, που αναπτύχθηκε στην Δύση, αλλά όχι στην Ανατολή, ανθρωπιστικοί πόλεμοι σήμερα. Ή το θέμα των Δικαστηρίων για Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας κ.τ.ό. Εξ ου και ο ολοκληρωτισμός είναι κυρίως δυτικό φαινόμενο, σε αντιδιαστολή προς τον αυταρχισμό, που είναι ανατολικό).
Ως κορεκτίλας, πάντως, δεν χαρακτηρίζεται μόνο ο οπαδός του politically correct. Μπορεί να είναι ο τηρητής οποιασδήποτε ορθό-τητας, λ.χ. των ζαμπουνιών, του σαβουάρ-βίβρ, και γενικότερα όποιος είναι υπερβολικά by the book, προβλέψιμος, συντηρητίκλας και με έλλειψη ευλυγισίας και δυνατότητας να εκπλήσσει.
Στο Δ.Π. υπό Ιρονίκ.
- σωματικά, ίσως (και μάλλον) ναι, μπορεί και να τους χρωστάμε κάτι ψιλά. Κατά τ' άλλα όμως θεωρώ ότι ως επί το πλείστον ανήκουν στη κατηγορία των συντηρητικών, καθότι κορεκτίλες, ένθερμοι υποστηρικτές του γάμου, κλπκλπ. (Εδώ).
Got a better definition? Add it!
Μια μυρωδιά όπως η αριστερίλα, αλλά πιο δυνατή.
Πήγα να ανοίξω το άρθρο του, αλλά απέπνεε κομμουνίλα και το ξανάκλεισα.
Όλη η κομμουνίλα του 1980 έχει μετακομίσει στον ΣΥΡΙΖΑ τώρα.
Άσε να μπει και κανάς πατριώτης στη Βουλή, γιατί έχουμε πήξει στην κομμουνίλα.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified