Χαρακτηρισμός κάποιου συγκροτήματος metal (ή ακόμα και rock) επειδή έχει αντιχριστιανικούς στίχους ή αναφέρει το σατανά στους στίχους του. Βέβαια, πολλές φορές, συνήθως οι μεγάλοι σε ηλικία μπορεί να το λένε για την metal μουσική γενικότερα, γιατί έχουν την εντύπωση ότι στη σκηνή αυτή είναι όλοι σατανιστές.

Το λήμμα αυτό έχει τις ρίζες του στο rock του '60-'70 με τα «ανάποδα» σατανιστικά μηνύματα σε δίσκους των Led Zeppelin αλλά και σε τραγούδια συγκροτημάτων όπως Black Sabbath και AC/DC που αναφέρουν το σατανά, την κόλαση κλπ. Βέβαια τα «σατανιστικά» θέματα έφτασαν στο αποκορύφωμα το '90 με ακραίες black/death metal μπάντες όπως Darkthrone, Deicide, Dimmu Borgir κλπ.

(Γιαγιά προς εγγόνι την ώρα που χτυπιέται με π.χ. Slayer)
Παιδί μου, πάψε να ακούς αυτούς τους σατανάδες! Θα σε κάνουν αγριάνθρωπο!

Πολύ σκληρός χέβυ ντιούτυ αντισατανάς. (από patsis, 19/11/11)(από Khan, 27/01/13)

βλ. και σατανίλα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το όνομα Χουντάλας είναι συνώνυμο της γούνας στην Ελλάδα. Αυτό βέβαια δεν είναι διαφήμιση, γιατί εμείς στο slang.gr δεν γουστάρουμε ούτε τις γούνες ούτε αυτές που τις φοράνε και υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των ζώων, οπότε να πάει να #@!%*& ο εν λόγω κύριος...

Στο θέμα μας τώρα... Εκτός από γουνεμπόρους στην Ελλάδα είχαμε και πολλά πραξικοπήματα, με πρώτη μούρη το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 (την γνωστή «χούντα των συνταγματαρχών»). Κάποιοι ανεκδιήγητοι τύποι αποφάσισαν να σώσουν την Ελλάδα από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» κάνοντας «επανάσταση» και στέλνοντας τους αντιφρονούντες σε Γυάρο και Λονγκ Άιλαντ (Μακρόνησο). Τελικά, μετά από μια επταετία (κατά την οποία μοιράστηκαν πολλές άδειες για ταξί και περίπτερα στα «καλά παιδιά»), με την εξέγερση του Πολυτεχνείου και με μισή Κύπρο λιγότερη, η χούντα έλαβε το τέλος της. Θα ήταν σενάριο για κωμωδία με ξεκαρδιστικούς πρωταγωνιστές (βλέπε τα βίντεο με τον Παττακό), αν δεν ήταν τραγωδία.

Ο χουντάλας λοιπόν είναι ο χουντικός ή ο νοσταλγός της χούντας. Λέγεται με σαφή ειρωνική διάθεση και συναντάται επίσης ως χούνταλο. Γενικά πάντως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν χαρακτηρισμός για κάποιον που συμπεριφέρεται σαν φασίστας (παράδειγμα 3).

Ο χουντάλας ονομάζει το πραξικόπημα του 1967 «επανάσταση». Δεν παραλείπει να λέει τι καλά και ηθικά παιδιά που υπήρξαν οι συνταγματάρχες, τι ησυχία, τάξη και ασφάλεια που επικρατούσε τότε και, κλασικά, ότι «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται»...

Τώρα τελευταία μάλιστα, ο χουντάλας αρχίζει να πιστεύει πως ο Αλαβάνος είναι ο Αντίχριστος και πως η άνοδος των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ είναι η τελευταία τρομπέτα της Αποκαλύψεως...

  1. (Από blog)
    «Και μια ιδιαίτερη προσφορά του blog: Όποιος θέλει να δει από κοντά τον Παττακό, μπορεί να πάει μια Κυριακή πρωί στην Αγία Βαρβάρα, τέρμα Πατησίων. Πιστός χριστιανός, φυσικά, ο χουντάλας, σχεδόν 100 ετών πια, εκκλησιάζεται όποτε μπορεί να περπατήσει! Έχει καθαιρεθεί στο βαθμό του στρατιώτη, αλλά ο κ. Χριστόδουλος τον προσφωνεί ακόμα «στρατηγό»!»

  2. - Πώς τα πέρασες τα Χριστούγεννα;
    - Πώς να τα περάσω... Είχα πάει στους συγγενείς της δικιάς μου και άκουγα όλο το βράδυ τον παππού της τον χουντάλα να λέει τι καλά που ήταν τότε που τους τεντιμπόηδες τους έστελναν για διακοπές στη Μακρόνησο!

  3. (από το Facebook)
    «Άρα αυτός ή ο οποιοσδήποτε κουκουλοφόρος (nickname, μούφα εικόνα) που το μου έσβησε τα posts προάγει σκοπιμότητες εκτός facebook, ή απλά είναι σκατοχούνταλο του ελέους στο μυαλό.»

Βλέπε και χουντόσκυλο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ερωτικός τύπος, που κύρια ερωτογενής του ζώνη είναι η Λεωφόρος Συγγρού.

Πού τον βρίσκεις, πού τον χάνεις τον Επαμεινώνδα, στη Συγγρού είναι. Αμιγής συγγρουσιακός τύπος!

Par excellence συγγρουσιακός τύπος (από HODJAS, 18/02/11)

Got a better definition? Add it!

Published

Το στριπτητζάδικο που προσφέρει άφθονο φραπέ. Μπορεί να λεχθεί είτε με θετική, είτε με αρνητική αξιολογική σημασία.

Θετική: Το φτωχό πλην τίμιο φραπενείο είναι ο παράδεισος του φραπελάγνου φραπεδοκράτορα, ενδεχομένως και του ποδοφραπελάγνου.

Αρνητική: Λέγεται για στριπτητζάδικα που έχουν φύγει από το στυλ του κλαμπ και πλησιάζουν αυτό του κωλόμπαρου. Ή και αυτό του συνήθους καφενείου. Δηλαδή το φραπενείο είναι το παρακμιακό στριπτητζάδικο. Μερικά φραπενεία είναι τέτοιας αισθητικής, που όταν μπαίνεις σου έρχεται να παραγγείλεις κανένα χταποδάκι και καμία ποικιλία (όχι χταποδιάρα), ή κανά τάβλι σαν να βρίσκεσαι σε πραγματικό καφενείο.

  1. Το Club Cordonouris είναι το φτωχό πλην τίμιο φραπενείο, όπου κάθε φραπεδοκράτωρ θα βρει την υγειά του!

  2. Ξεχάστε το Baby Ωχ και το Murano που ξέρατε! Τα θρυλικά κλάμπ του χτες τείνουν να εξελιχθούν σε φραπενεία, που η μουσική και τα ντεκόρ είναι πλέον για την πούτσα!

(από BuBis, 07/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λαζαράκια αποκαλούνται τα ζυμωτά ψωμάκια που κάποτε έπλαθαν ευσεβείς νοικοκυρές σε σχήμα σπαργανωμένου βρικόλακα και έδιναν στα έντρομα παιδιά τους κάθε Σάββατο του Λαζάρου. Το μακάβριο αυτό έθιμο είχε κι άλλες σαδογοτθικές διαστάσεις, καθώς πίστευαν ότι ο Λάζαρος είχε αφήσει ευχή και κατάρα: «Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει...».

Σλανγκιστί, λαζαράκια αποκαλούνται όλα τα αζήτητα εμπορεύματα - σαβούρες που οι καταστηματάρχες νεκρανασταίνουν από τα σκονισμένα κιτάπια τους την περίοδο των εκπτώσεων και τα μοστράρουν στις βιτρίνες ως μέγα-ευκαιρίες.

- Λίλιαν πάμε για χοντοθεραπεία; Έχει εκπτώσεις 70% σε όλα τα προϊόντα Πούτσι!
- Πούτσες-εκπτώσεις Καυλάουρα, μόνο κάτι λαζαράκια της συμφοράς έχουν μείνει....

May the real Lazaraki please stand up please stand up please stand up  (από Vrastaman, 19/01/09)Εδώ θα βρειτε πολλά λαζαράκια (από Vrastaman, 19/01/09)O οίκος Πούτσι (από Vrastaman, 19/01/09)Λαζαράκια (από PUNKELISD, 11/08/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνηθισμένος τρόπος να πεις το φυτό, τον σπασίκλα.
Και «φυτουκλιάρης».

Μέχρι τελευταία στιγμή διαβάζει ο φύτουκλας!

(από Khan, 27/01/13)Τουκανοφύτουκλας (από Khan, 10/01/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Την βρίσκω με σημαίνει «μου αρέσει», «γουστάρω», αλλά κυρίως «με ερεθίζει σεξουαλικά».

Υπάρχει και η έκφραση όπως την βρίσκει κανείς, μια φράση που δηλώνει μεγάλο πλουραλισμό.

Την βρίσκει με άντρες.

Την βρίσκει με αράπηδες.

Την βρίσκει με Κινέζες.

Την βρίσκει με γίδες.

Τσιβιλίκας σε παλιά διαφήμιση. (από vikar, 27/09/10)(από Khan, 08/08/14)

Δες και την αυτοβρίσκω. Ακόμη: την ακούω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πολύ κακό λήμμα, το λήμμα που παραμένει στο slang.gr, μόνο και μόνο χάρη στην ανοχή και μακροθυμία των γουεμπ-μαστόρων.

Υποκοριστικό: Ceci n'est pas slangue!

-Άσε μας ρε φίλε με τα λύματά σου πρωί πρωί, την όρεξή σου νομίζεις ότι έχουμε; Τα λυματάκια σου και σε άλλη παραλία!

-Ενδεχομένως το λήμμα «λύμα» να είναι λύμα.

Βλ. και λημματολάσπη

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση που λέγεται προειδοποιητικά ύστερα από την επισήμανση αστυνόμων στον οπτικό ορίζοντα, προς παρευρισκομένους που δεν έχουν χαμπαριάσει.

Η φράση προέρχεται από παιδικά βιβλία και παιδικές εκπομπές που μάθαιναν και μαθαίνουν στα παιδιά τα ζώα του αγρού, της φάρμας, της ζούγκλας κ.λπ.

Η φράση λέγεται στους μικρούς μας φίλους με παρηγορητική και παραμυθιακή προσωδαία, καθώς με την εμφάνιση των μπάτσων, δώσ' του κλότσο να γυρίσει κ.λπ.

- Και... οι φίλοι μας τα ζώααα... εκεί στο στενό με τα δέντρα...
- Έτσι, έτσι, και είχα ανησυχήσει...

(από xalikoutis, 19/01/09)(από xalikoutis, 19/01/09)(από xalikoutis, 19/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη (κώλος+βαλβίδα) μηχανολογικής προσέγγισης για τον πρωκτό, το γκρόβερ.

  1. - Θα πάρω τρεις καριόλες μαζί όταν τα κονομήσω και θα τις βάλω
    τη μια να μου παίρνει πίπα ,την άλλη να μου πιπιλάει τ' αρχίδια και την τρίτη να μου γλύφει το κωλοβαλβιδόνι...

  2. - Μου κάηκε το κωλοβαλβιδόνι με τα καυτερά που φάγαμε χτες...

(από pavleas, 20/01/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified