Ο ιδιοκτήτης μαγαζιού με φρουτάκια, ήτοι φρουταρίας με slot machines (που λένε και στο χωριό μου), καθώς και αυτός που παρανόμως λειτουργεί ένα τοιούτο ευαγές ίδρυμα.

Ενίοτε λέγεται έτσι και το ίδιο το μηχάνημα με τα φρουτάκια, ο κουλοχέρης άκα ληστής με το ένα χέρι, ο τακουνάς και μανάβης.

  1. Μανάβηδες του τζόγου στην Κατερίνη. Μετέτρεψαν το internet café σε… μανάβικο. (Εδώ).

  2. Παλιές καλ(κ)ές συνήθειες. Ο μανάβης και τα φρουτάκια. Αντίθετα στις φήμες που θέλουν την Ελληνική κυβέρνηση να νομιμοποιεί τα φρουτάκια και αντίστοιχα video games εκτός χώρων καζίνο για να εισπράξει τους αντίστοιχους φόρους σας ενημερώνουμε ότι η επαναφορά του … Μανάβη είναι οδηγία του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. (Εδώ).

(από Khan, 13/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Κάλεσμα για τα γατάκια
  2. Άτυχη προσπάθεια φλερτ
  3. Επιφώνημα άμετρου θαυμασμού

Πςς, και γαμώ τις φάσεις!

βλ. και τσσς!, τσ-ξςςςς!...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Απ' τον συνδυασμό των λέξεων «καυλί» και «καλά». Είναι η σύντομη εκδοχή του «έτσι θα είναι πιο καλά για τον πούτσο μας».

- Τώρα που τα έφτιαξα με την Χριστίνα θυμήθηκε να με πάρει τηλέφωνο η Μαρία για να βγούμε;
- Ε πιο καυλά ρε μαλάκα. Πάρτην και κανόνισε.

(από HardcoreGR, 13/04/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαλάκας, ο αυνανιστής, ο τρόμπας, αυτός που κάνει συνέχεια μαλακίες.

Πρέπει να φύγει ο τρομπέο απ' την παρέα μας. Όσο είναι μαζί μας, δεν πρόκειται να βρούμε γκόμενα. Την άλλη φορά πήγαινε κι έλεγε μαλακίες και την έδιωξε όλη την παρέα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που δεν είναι μόνο αξιαγάμητος και γαμήσιμος, αλλά είναι κάτι παραπάνω: είναι γαμιστερός και θέλουμε να ξεσκιστούμε μαζί του.

- Πολύ γαμήσιμο το μωρό, ιλέβεν ο κλοκ!
- Ξεσκίσιμο θα έλεγα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Την έμπνευση για το λήμα μου έδωσε η ανάγνωση του λήματος άρον άρον. Η εκλεκτή Galadriel έδωσε συνώνυμα το πετάδην και το σφαιράδην, γεγονός που ξύπνησε μέσα μου καταχωνιασμένες στρατιωτικές μνήμες.

Σφαιροπετάδην λοιπόν, σύνθετη λέξη από το σφαίρα - σφαιράδην και το πετάω - πετάδην, που χρησιμοποιείται για να εκδηλώσει ανάγκη για χρήση ταχύτητας πετούμενης σφαίρας κατά την τέλεση κάποιας εντολής.

Συνώνυμο είναι και το γνωστό σφυροπετάδην, το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί παράφραση του παραπάνω λήμματος, στην ουσία όμως πρόκειται περί σύνθετης λέξης από τη σφύρα-σφυρί και πάλι το πετάδην, όπου η σφαίρα αντικαθίστανται με σφυρί για να δηλώσει τόσο την ταχύτητα όσο και την σοβαρότητα των επιπτώσεων με την οποία πρέπει να τελεστεί μια (στρατιωτική) εντολή.

Άλλη συνώνυμη έκφραση: τσακίσου πήγαινε, χτες.

Λοχαγός 1 σε μένα:
- Να πας σφαιροπετάδην στον κάτω λόχο και να ζητήσεις 4 στρατιώτες για να μαγειρεία.
- ΜΑΛΙΣΤΑ.
(λαχανιασμένος μετά από το σφαιροπετάδην)
- Κ. Λοχαγέ 2, ο Λοχαγός 1 ζητάει 4 άντρες για τα μαγειρεία.
- Να του πεις να πάει να γαμηθεί.
- ΜΑΛΙΣΤΑ.
(μετά από επιπλέον λαχάνιασμα)
- Κ. Λοχαγέ, ο Λοχαγός μου είπε να σας πω να πάτε να γαμηθείτε.
- Κάτσε εδώ, θα τον φτιάξω τον πούστη.
(αχ τι εποχές)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κοινωνάω (μτβ.): χύνω το σπέρμα μου σε στόμα.

Την κοινώνησα τη γκόμενα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ας ξεκινήσουμε τη σημερινή μας διάλεξη κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα σε αγγειοπλάστες και κεραμίστες. Ο όρος αγγειοπλάστης αναφέρεται στον παραδοσιακό τεχνίτη που δούλευε πάντα με τον βρισκούμενο κόκκινο πηλό κατασκευάζοντας τα χρηστικά ή / και διακοσμητικά αντικείμενα που όλοι γνωρίζουμε, από ακροκέραμα μέχρι γλάστρες. Εξ ου και οι ονομασίες τσουκαλάς, γλαστράς, πιθαράς κλπ. Ας σημειωθεί ότι η διάκριση είναι υπαρκτή και στα αγγλικά (potter / ceramist).

Ο πιο σαϊριλέ όρος κεραμίστας άρχισε να επικρατεί από τα εβδομήνταζ και μετά, με την άφιξη του νέου αίματος στον κλάδο, δλδ νέων ανθρώπων που επέστρεψαν από την Εσπερία έχοντας σπουδάσει εκεί το αντικείμενο, και φέρνοντας μαζί τους νέα για τη χώρα υλικά και τεχνοτροπίες.

(Αντιπαρέρχομαι την κλασική μαλακιούλα σύμφωνα με την οποία ο πρώτος αγγειοπλάστης ήταν ο Κύριος, αφού μας έπλασε από χώμα και νερό. Ίσως γι' αυτό γουστάρουμε ως είδος να κυλιόμαστε στη λάσπη. Κουφάλα Δημιουργέ, τα πάντα εν σοφία εποίησες!).

Είναι περισσότερο στους κεραμίστες που αποδίδονται τα εύσημα του «καλλιτέχνη» (για να εξηγούμεθα: σε πάμπολλες περιπτώσεις διόλου άστοχα), ενώ οι μάστορες αγγειοπλάστες αντιμετωπίζονται κάποιες φορές από ορισμένους ανόητους σαν λαϊκουριά, ή σαν γραφικοί και κομματάκι παρακατιανοί νταξ-ρε-παιδί-μου (νάτη πάλι η μαλακιασμένη, όσο και πούστικη, ορολογία «έντεχνο / λαϊκό» και η σχετική αρμαθιά από παπαριές. Α ρε Μάρκο, δεν το 'ξερες πως είσαι άτεχνος να πας να βγάλεις το Κονσερβατουάρ ντε Παρί. Μόνο ν' αλητεύεις ήξερες και να κελαηδάς χασίσικα ταξίμια...). Τεσπα, το θέμα είναι ότι πάμπολλοι λαϊκοί τεχνίτες φτιάχνουν παπάδες, καθολικούς συγκεκριμένα.

(Εσείς εκεί στη γαλαρία που θορυβείτε, τον κακό σας τον φλάρο! Και τη Δευτέρα με τον κηδεμόνα σας!).

Έτσι κι αλλιώς όμως, είτε κεραμίστας, είτε αγγειοπλάστης, τα τίμια χέρια του είναι κυριολεκτικά βουτηγμένα στη λάσπη, η δουλειά βαριά, κι από χαΐρι όχι και σπουδαία πράματα.

Ας περάσουμε τώρα στην ουσία, με την ελπίδα ότι η παρούσα διάλεξις φωτίζει το θέμα και δίνει στους σύσσλανγκους μια καλή γεύση από την τρέχουσα αργκό του σιναφιού των ανθρώπων της λάσπης, όπως αποκαλούν οι ίδιοι τον πηλό. Πάμε λοιπόν :

stoneware: υαλοποιούμενος (δλδ με πολύ χαμηλό πορώδες) πηλός ψηλής θερμοκρασίας, με πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα και αντοχή από τον κοινό κόκκινο ή λευκό πηλό. Καθώς πρόκειται για εισαγόμενο υλικό, δεν υπάρχει ελληνική λέξη που να το χαρακτηρίζει. Από τους κεραμίστες χρησιμοποιείται εξ ίσου η γαλλική λέξη γκρε (gres).

ατσαλίνα: εργαλείο από λεπτό, εύκαμπτο φύλλο μετάλλου, συνήθως ανοξείδωτο και σε διάφορα σχήματα. Χρησιμοποιείται ομοίως στη διαμόρφωση ή το φινίρισμα των κομματιών.

γεράνι, γερανάκι: είδος δείκτη που τοποθετείται δίπλα στο πανωτρόχι για να βοηθά τον τεχνίτη να φτιάχνει τα κομμάτια στις ίδιες διαστάσεις. Με λίγη φαντασία, το σχήμα του παραπέμπει στο ομώνυμο πτηνό.

καβούλα: η μικρή μπάλα πηλού που παίρνει ο τεχνίτης (τροχατζής) για να αρχίσει τη διαμόρφωσή της στον τροχό.

κούκος (Τι κάνεις ρε λακαμά, θα τινάξεις εργαστήρι και σπίτι στον αέρα !!!): κούφιος κύλινδρος από πυρίμαχο υλικό, σε διάφορα μήκη. Αυτοί οι (άσχετοι με τον ερχομό της Άνοιξης) κούκοι, χρησιμοποιούνται μαζί με πλάκες από το ίδιο υλικό για να στηθούν μέσα στο καμίνι ράφια πάνω στα οποία τοποθετούνται τα κεραμικά για να ψηθούν.

λύκος: ο κρατήρας που εμφανίζεται στην επιφάνεια του τελειωμένου κεραμικού και οφείλεται στην ύπαρξη μέσα στη μάζα του πηλού αναφομοίωτου ασβεστίου (λόγω προβλήματος στον βιομηχανικό εξοπλισμό). Με τον καιρό και την ατμοσφαιρική υγρασία, το ασβέστιο ωθείται προς την επιφάνεια και τελικά ανοίγει κανονική τρύπα πετώντας και ολόκληρη φλούδα από το σμάλτο.

μάζεμα: η συστολή του κεραμικού αντικειμένου, συνεπεία είτε του στεγνώματος, είτε του ψησίματος.

μαλακό / σκληρό (Όλο στο κακό και στο πονηρό ο νους σας): οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το εύτηκτον ή μη ενός υαλώματος. Όσο πιο μαλακό, σε τόσο χαμηλότερη θερμοκρασία ωριμάζει (λιώνει). Χρειάζεται να πω και για το σκληρό;

μπαντανάς (Ασταδγιάλα ρε!!! Σα δε ντρέπεστε λίγο λέω 'γω!!!): πολύ αραιωμένος λευκός πηλός σε ρευστή κατάσταση, με τον οποίο καλύπτονται κεραμικά από κόκκινο πηλό, συνήθως ωμά, για να ψηθούν στη συνέχεια για πρώτη φορά. Η διαδικασία αυτή γίνεται για να διευκολύνει την διακόσμηση του κομματιού, εφόσον τα χρώματα αποδίδουν πολύ καλύτερα πάνω στη λευκή, μπαντανισμένη επιφάνεια από ότι στο φυσικό, κεραμιδί χρώμα του κόκκινου πηλού.

μπαντανόγυαλο: αυτοσχέδιο υάλωμα το οποίο στη σύνθεσή του περιέχει μεγάλο ποσοστό πηλού σε σκόνη.

μπισκουί/ μπισκότο (Μην το φας ! Θα ξεράσεις !): λατινογενής λέξη που σημαίνει δίπυρο, ψημένο δύο φορές. Πρόκειται για παραδοξολογία, εφόσον με τον όρο αυτό περιγράφονται τα αδιακόσμητα κεραμικά που έχουν ψηθεί μόνο μία φορά.

Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται και σε άλλες γλώσσες από το σινάφι των κεραμιστών (biscuit, biscotto, bizcocho).

ξεγυριστήρι: άλλο εργαλείο, με ξύλινη λαβή και μεταλλικές θηλιές διαφόρων σχημάτων στη μία ή και στις δύο άκρες. Ο γούγλης απέδωσε αποτελέσματα για «ξεγυριστάρι», είδος πριονιού. Άλλη επαγγελματική αργκό αυτή.

πανωτρόχι: ο περιστρεφόμενος δίσκος που βρίσκεται πάνω-πάνω στον τροχό του αγγειοπλάστη, και πάνω στον οποίο τοποθετείται ο πηλός για να διαμορφωθεί το αντικείμενο.

πελεκούδα: ξύλινο, πεπλατυσμένο εργαλείο σε διάφορα σχήματα, που χρησιμοποιεί ο τροχατζής για τη διαμόρφωση του κομματιού.

πετσικάρω: άντε, μη βαριέστε! Πάρτε τα ποδάρια σας και πάτε εδώ να διαβάσετε τα γενικότερου ενδιαφέροντος σχόλια. Και να προσέχετε μεταξύ άλλων στο στέγνωμα των κομματιών για να μην έχετε τέτοια φαινόμενα.

πυροχρώματα: τα βιομηχανικά παρασκευασμένα χρώματα με τα οποία ζωγραφίζεται το κεραμικό. Πολλές φορές αποκαλούνται και στέινς (από το αγγλικό glaze stains = χρώματα βαφής υαλωμάτων).

σιδέρωμα: η διατήρηση για κάποιο χρονικό διάστημα (συνήθως 30-60 λεπτών) μιας συγκεκριμένης (συνήθως της τελικής) θερμοκρασίας στο καμίνι για να λιώσει καλύτερα, και άρα να ψηθεί σωστά το σμάλτο. Έξυπνα παιδιά είστε, αντιλαμβάνεστε βεβαίως ότι το ρήμα είναι σιδερώνω.

τορνέτα, τροχάκι: μικρός, επιτραπέζιος χειροκίνητος τροχός πάνω στον οποίο τοποθετούνται τα κεραμικά για περαιτέρω επεξεργασία ή διακόσμηση.

τραβάει (Τι θα κάνω με σας που έμπλεξα;;!!!): το ρήμα χρησιμοποιείται για να δηλώσει την επιθυμητή απώλεια ενός ποσοστού υγρασίας του πηλού, ώστε να έρθει στην σωστή σκληρότητα για να δουλευτεί. Άμα παρατραβήξει όμως, δεν δουλεύεται με τίποτα.

τρίχιασμα: η εμφάνιση λεπτότατων ρωγμών στο κεραμικό κατά τη φάση του στεγνώματος. Μπορεί να οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή, χειρισμό, στέγνωμα ή και σε ανεπάρκεια του ίδιου του υλικού για την κατασκευή του συγκεκριμένου κομματιού. Το τρίχιασμα, κατά το πρώτο ψήσιμο εξελίσσεται σε κανονικότατο ράγισμα, οπότε τρίχες κάναμε.

τσίγκρισμα: το σπάσιμο μιας μικρής φλούδας πηλού και σμάλτου, συνήθως στα ευαίσθητα χείλη του κεραμικού, συνεπεία κάποιου χτυπήματος.

φαγιάνς: ο κοινός λευκός πηλός. Το όνομα προέρχεται από τα περίφημα φαγεντιανά κεραμικά (της ιταλικής κεραμούπολης Faenza).
φάρμακο: έτσι αποκαλούν πολλοί αγγειοπλάστες τους χημικούς διασπορείς που προστίθενται σε πολύ μικρή αναλογία στον ρευστό πηλό που προορίζεται για χύτευση αντικειμένων σε καλούπια.

φρίτα: βιομηχανικά παρασκευασμένη βάση υαλώματος, η οποία χρησιμοποιείται είτε αυτούσια (ενίοτε ως διορθωτικό υλικό), είτε με την προσθήκη άλλων υλικών για να φτιαχτεί ένα συγκεκριμένων ιδιοτήτων και εμφάνισης υάλωμα. Εδώ.

φυλλιέρα, μακαρονιέρα: προφάνουσλυ πρόκειται περί μηχανημάτων / εργαλείων που επιτρέπουν την κατασκευή φύλλων (πλακών) ή μακαρονιών από πηλό.

χερώνω (Εγώ φταίω, που κάθομαι κι ασχολούμαι...): το ρήμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία κολλήματος χερουλιών σε άψητα κεραμικά φλυτζάνια με τη βοήθεια γλίτσας πηλού ως συγκολλητικής ουσίας. Βλ. και κρακελάρω.

Πηγή: κάποιες γνωριμίες του λημματογράφου στο σχετικό σινάφι.

Έλα, μη χαζεύεις ! Έχουμε μάθημα ! Φτιάξε το γερανάκι στο ύψος, και θυμήσου ότι το φλυτζάνι θα μαζέψει, άρα βάλτο λίγο ψηλότερα από το μέγεθος που θέλεις. Πιάσε την καβούλα και κεντράρησέ τη στο πανωτρόχι, αγκάλιασέ τη με τις παλάμες και πάμε. Έχε δίπλα σου την πελεκούδα, μ' αυτή θα φορμάρεις το κομμάτι. Για τη λουρίδα που θέλεις να βγάλεις, θα δουλέψεις το ξεγυριστήρι. Έτσι μπράβο.
Άστο να τραβήξει λίγο και πιάσε να το χερώσεις. Πιό μετά θα το μπαντανίσεις και θα το αφήσεις να στεγνώσει τελείως. Έστησες τα ράφια με τις πλάκες και τους σωστούς κούκους ; Άντε τώρα να το ψήσεις μπισκουί.
Έτοιμος για τη ζωγραφική ; Ρε συ, εσύ ζωγραφίζεις στ' αλήθεια !
Πάμε τώρα να γυαλώσουμε και να ξαναψήσουμε. Το σμάλτο θα το σιδερώσεις μισή ώρα στους 1020 C. Αμόλυβδο είναι, μην το φοβάσαι.
Άντε, καλό καφέ ! Και να το προσέχεις το φλυτζάνι σου μην τσιγκρίσει ή πέσει κάτω. Η ομορφιά είναι εύθραυστη...

Νταξ, τα ενδεικτικά παραδείγματα είναι ανέμπνευστα, ζορισμένα και φτωχά, αλλά πρώτον είναι απολύτως αληθινά και δεύτερον έλεορ ρε πστ μου ! Χώμα έγινα και λάσπη μέχρι να το τελειώσω !

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για ένα άτομο που επιδίδεται σε ένα ανηλεές κλάσιμο κατά τη διάρκεια της μέρας. Ξυπνάει κλάνει, ντύνεται κλάνει, περπατάει κλάνει, κοιμάται κλάνει, κλπ. Η μυρουδιά, συνήθως αποπνικτική, βοηθάει στην απομάκρυνση ανεπιθύμητων ατόμων και όχι μόνο (sυχνά του φεύγουν οι κλανιές όπως-όπως βέβαια). Χαρακτηριστικό παράδειγμα κλάστη είναι ο φούντη-καχεξίας, ο οποίος έδωσε πνοή στο σπορ!!!! Φήμες λένε πως μία φορά του έφυγε μία στο δρόμο και οι πίσω αλλά και οι μπροστά (!!!!) πεζοί αναρωτιούνταν φανερά ενοχλημένοι από πού έρχεται η περίεργη τούτη μυρουδιά!!!

- Ποοποο .... τι βρωμάει έτσι; ρώτησε ο Αποστόλης. - Μα η κλανιά του Σάκη φυσικά..., απάντησε ο Γιάννης.
- Ρε παιδιά έφαγα αμύγδαλα και μου έρχεται να κλάνω..., είπε ο Σάκης.
- Ναι, αλλά εσύ τις αφήνεις ό,τι και να φας!!!!!!, είπε ο Γιάννης προκαλώντας το γέλιο στον Αποστόλη...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα καλιαρντά είναι ο αστυνομικός, καθώς και ο χαφιές, ο σπιούνος, ο ρουφιάνος. Προφ από τον Ιούδα Ισκαριώτη, που έδωσε στεγνά τον Κύριό μας, και έκτοτε σιχτιρίζεται κάθε Μεγάλη Τετάρτη εν χορώ από το χριστεπώνυμο πλήρωμα ως δούλος και δόλιος.

Με τα ξεφωνητά και τις τσιρίδες μου αριβάρανε οι γιούδες και οι ρούνες και με αβέλανε στην καλιαρντόπρεσα. Γύρισα σεληνού στο τσαρδί. Κοπάνησα όλα τα μπαρόμπιλα για να συνεφέρω. (Αποκατέ).

(από Khan, 20/04/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified