Είδος ξυλουργικού εργαλείου για κόψιμο, πελέκημα και μεταφορικώς ο ανόητος, ο χαζός.

Ετυμολογία: σκεπάρνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκεπάρνιν / σκεπάριν < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκεπάρνιον < αρχαία ελληνική σκέπαρνον.

Μη του δίνεις σημασία, ο τύπος είναι σκεπάρνι.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο προγλωσσικός, ο χαζός, επειδή ο ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ είχε μεγαλώσει στη ζούγκλα, μαθαίνοντας κατ' αρχήν τη γλώσσα των ζώων.

Στην κοσμάρα του είναι ο μόγλης.

Got a better definition? Add it!

Published

Ο δύστροπος, ο πικρόγλωσσος, από τη φαρμακευτική ουσία κινίνη. Κλασικό αργκό που βρίσκουμε στο Λεξικό της Πιάτσας του Βρασίδα Καπετανάκη.

Μας δηλητηρίασε με τα σχόλιά του ο κινίνος!

Got a better definition? Add it!

Published

Γενικότερα, ο/η γκόμενος/α που κάποιος/α έχει ως καβατζογκόμενο/α. Ειδικότερα, ο άνδρας που μια λεσβία μπορεί να αξιοποιεί για διάφορες χρήσεις, ενώ η βασική σχέση της είναι με γυναίκα.

Μια χαρά η Μπέλα Μπάξτερ είχε τη ρεζέρβα της, ενώ και το ιατρείο έτρεχε και είχε και τη μαυρούλα της.

Got a better definition? Add it!

Published

O δειλός, που τρέμει.

  1. Δέχτηκε συμβιβασμο, ως τρεμολάζαρος, αντι να προσφύγει στο Ευρ.Δικαστήριο. Αυτή είναι η αλήθεια. Τα υπόλοιπα προχειρότητες και άγνοια. (Εδώ).
  2. eimai k tremolazaros. Βλέπω στρώματα,τυλίγουνε,καπνού το δωμάτιο και καταλύγουν να καταβροχθίζουνε το νού.. (Χιπ Χοπ).
  3. στα 8 την ειχα. σαν τρεμολαζαρος ειναι ωρες ωρες. (Σκρουτζ).

Got a better definition? Add it!

Published

To πέος λόγω σχήματος.

Το έχει ξεριζώσει το μανιτάρι του.

Got a better definition? Add it!

Published

Σλανγιωτατισμός για τον αυνανισμό.

Η Τζέσικα πεομαλάσσει στο πριβέ με ένα εξτραδάκι.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυνανίζομαι. (Δες).

Φαλλομυζεί όλη μέρα, θα τυφλωθεί.

Got a better definition? Add it!

Published

Γειά σου ρε παλιάρχιδα

αυτός που έχει παλαιά αρχίδια , ο μεσόκοπος ή ο ηλικιωμένος. Την λέξη την άκουσα στην λαχαναγορά του Ρέντη πριν από 50 χρόνια σε συνάντηση μεταξύ ηλικιωμένων που είχαν χρόνια να συναντηθούν. Χρησιμοποιείται ως φιλικός χαιρετισμός.

Got a better definition? Add it!

Published

Κατά το αγγλικό proud senior, είναι ο γονιός ΛΟΑΤΚΙ+ παιδιού, που βγαίνει από τη δική του ντουλάπα και γιορτάζει (celebrates) τον αυτοπροσδιορισμό του παιδιού του, ενίοτε συμμετέχοντας σε σχετικά ακτιβιστικά δρώμενα.

Στο Γκέι Πράιντ θα συμμετάσχουν και Περήφανοι Γονιοί.

Got a better definition? Add it!

Published