Ο σκράπας, ο κακός μαθητής, ο ανεπίδεκτος μαθήσεως.

- Μήδεν στα θρησκευτικά ρε;! ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ;! «ΣΛΑΠ!» Κουμπούρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πρεζάκιας, το πρεζόνι, ο ναρκομανής τέλος πάντων. Προκύπτει από την πρέζα, την ηρωίνη.

Βλ. και ζέο, ζάκι.

- Και του 'δωσες λεφτά;
- Ε, του 'δωσα. Δεν είδες πώς ήταν ο πρέζονας...;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παίρνω πρέφα / χαμπάρι, είμαι ενημερωμένος σε κάποιο αντικείμενο, γνωρίζω. Συνήθως χρησιμοποιείται αρνητικά για κάποιον που δεν πληρεί τα προαναφερθέντα.

- Καλά και θα πας μέχρι εκεί για να του αλλάξεις εσύ την ώρα στο PC του;
- Αφού δε σκαμπάζει μία από κομπιούτερς!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκ του αγγλικού man (άνδρας). Χρησιμοποιείται ως φιλική προσφώνηση, όπως τα δικέ μου, παιχταρά μου, αρχηγέ μου κτλ. Η ευρεία χρήση του στη νεοελληνική δικαιολογείται από τη δημοτικότητα του μαύρου lifestyle, της «μαύρης» μουσικής (hip hop, rap) και του MTV.

  1. Πού 'σαι ρε μαν;

  2. Και δε μου λες ρε μαν...

Δες και -μαν.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται και σφιχτερμάνος, κατά το πολισμάνος. Ο σφίχτης, τούμπανος, μουσκουλάτος, φουσκωτός. Ο πολύ γυμνασμένος και συνήθως με λίγο μυαλό. Δουλεύει πόρτα στο μαγαζί της γειτονιάς για να πληρώνει τις κρεατίνες του.

Της την πέφτω και μετά από λίγο σκάει ο γκόμενός της, ένας σφίχτερμαν, και την κάνω με ελαφρά...

Βλ. και μπρατσορακέτας, σφίχτης, μπονταίος, πρησμένος, σβάρτσος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πέσιμο, το γλίστρημα, η σαβούρδα. Την τρώμε και συνήθως προκαλούμε τον γέλωτα των γύρω...

Την είδα που με κοίταγε από τις εξέδρες και λέω μέσα μου «παιχταρά μου, τώρα πρέπει να κάνεις την κίνηση να την εντυπωσιάσεις». Και με το που πάω να σουτάρω το ανάποδο ψαλίδι, τρώω μια σούπα, όλη δική μου! Ε, κι άρχισε να γελάει με τις φίλες της και την έκανε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η αρνητική απάντηση σε πρόταση εξόδου, φτιαξίματος, γάμου κ.ό.κ. Συνήθως τη ρίχνει η γυναίκα και την τρώει ο άνδρας.

- Της τά 'ριξα χθες το βράδυ...
- Και;
- Μου την έριξε κι αυτή...
- Ποια ρε;
- Τι ποια ρε μαλάκα; Τη χυλόπιτα!

Το ρίχνω χυλόπιτα σε άλλες γλώσσες: einen Korb geben (γερμανικά, «δίνω ένα καλάθι»), dar calabazas (ισπανικά, «δίνω κολοκύθες»)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τσιγκούνης, σπαγγοραμμένος.

- Κέρνα μια μπύρα κι εσύ μια φορά ρε εβραίε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που καπνίζει πολύ, το φουγάρο.

-Ανάβει το ένα μετά το άλλο. Μερικές φορές καπνίζει και δύο μαζί. Τούρκος σου λέω...!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός που εκφράζει θυμό, τσαντίλα, αγανάκτηση.

- Μόλις μου είπε οτι με τα λεφτά για το νοίκι αγόρασε γούνα, έγινα Τούρκος!

Τούρκος γίνεται τούρκος σε ριάλιτι (από Khan, 11/12/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified