σκ, σουκού, σου κου

Tο σαββατοκύριακο. Είναι αργκό που λέγεται πολύ μεταξύ των φαντάρων κυρίως για να δηλώσουν αν έχουν άδεια ή όχι το σαββατοκύριακο. Αντίστοιχα και πσκ για Παρασκευο-σαββατοκύριακο.

Επιτέλους πήρα σκ έξω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Με την έννοια του «καταφέρνω» λέγεται και για ομάδες και αποτελέσματα παιχνιδιών.

- Λες να το μπαλέψουμε το παιχνίδι την Κυριακή; Θα παίξει ο Ιωνικός εναντίoν της Barcelona, αλλά δεν τη μπαλεύει με την καμία.

%

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

σκορδομπούτσογλου, σκορδοπούτσογλου

Ο ό,τι νά 'ναι, ανώνυμος, τυχάρπαστος.

-Μου χάλασε το στέρεο. -Ε, σου 'πα να μην πάρεις μάρκα Σκορδομπούτσογλου...

Δες και -ογλου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο σχετικός με το πέος. Δεν έχει συγκεκριμένη σημασία, αλλά χρησιμοποιείται γενικώς μειωτικά για κάποιον.

Πού πα' ρε ο Πεοκλής...!

βλ. και πουτσικλής.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα ηλεκτρονικά και/ή τυχερά παίγνια. Ο όρος προκύπτει από τον μπλικι-μπλίκι θόρυβο που επικρατεί σε τέτοια μαγαζιά (μπλιμπλικάδικα).

-Που είναι ο Τάκης;
-Που να 'ναι ο τελειωμένος; Στα μπλιμπλίκια τραβιέται όλη μέρα... εκεί θα 'ναι και τώρα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω σεξ. Λέγεται ειδικά εάν περηφανευόμαστε σε φίλο - πολύ γαμημένα σωβινιστική η ελληνική τελικά...

- Σκόραρες ρε χθες;
- Χατ-τρικ!
- (Καλά, χέσε μας ρε παίχτη...)

Σκόραρε κυριολεκτικά με την πούτσα (από Khan, 10/10/11)Ο σκόρερ του τελικού μουντιάλ 2014 Mario Gotze. (από Khan, 14/07/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ηλεκτρονική μουσική - ειδικά για τους μη εντρυφήσαντες στο είδος.

Πάλι μπλιμπλίκια ακούς ρε 'συ; Αρντάν!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γκομενάκι αρσενικού γένους.

Πάμε να ψωνίσουμε κάνα τεκνό μωρή;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάνω πλάκα / μπαλαμουτιάζω κάποιον. Τελευταία έχει περιπέσει σε αχρηστία, γιατί ο ελληνάρας ανακάλυψε πως η πρόταση «με δουλεύεις ρε μαλάκα;» υποδηλώνει πως ο συγκεκριμένος ελληνάρας είναι δυνητικά δουλέψιμος, δηλαδή δυνητικά κορόιδο (το οποίο ο ελληνάρας δεν μπορεί να πιστέψει δι' εαυτόν φυσικά!)

Με δουλεύεις ρε μαλάκα;

Δες και δουλεύω κάποιον ψιλό γαζί.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λύση στο πρόβλημα της αγαμίας, όταν η μόνη διαθέσιμη είναι γκόμενα-γαρίδα: βάζει τσουβάλι στη μάπα ο μάγκας και κάνει τη δουλειά του.

- Εντάξει σώμα ρε φίλε, αλλά δε βλέπεται!
- Τσουβάλι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified