Ο έχων έναν τον όρχι.

- Κι εκεί που έπαιζε μπάσκετ, του στρίβει το ένα αρχίδι, και τελικά του το κόψανε με εγχείρηση...
- Τι λε ρε παιδί μου... μονάρχης δηλαδή ε...

Monarch (από Vrastaman, 30/07/08)Μονάρχης και ο Steve του Sex & the City. Μ\' ένα αρχίδι την γκάστρωσε τη Μιράντα ο πούστης! (από Hank, 05/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται ειρωνικά στα μεγάλα γυαλιά, με χοντρούς φακούς (πατομπούκαλα, γυαλαμπούκες κτλ).

- Δε βλέπω τι λέει...
- Ε βάλε τα κυάλια σου...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πολύ μπάρμπας, παππούς. Άμα λάχει και ξεμωραμένος. Συνήθως με λίγα δόντια και πηγούνι που πλησιάζει τη μύτη. Θηλυκό: μουστόγρια.

- Μέχρι να περάσει τον δρόμο ο μουστόγερος, χάσαμε 10 φανάρια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από τοn γνωστό Κύκλωπα της μυθολογίας. Χαρακτηρισμός για στραβούς, τυφλούς, κυρίως οδηγούς.

- Πού πας ρε ηλίθιε; Δε βλέπεις το STOP; Πολύφημε!

να πα να βαλ\'ς γυαλιά ρεεεεε (από xalikoutis, 20/10/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το τα λέμε και τα lebel. Χαιρετισμός που σημαίνει σκέτο τα λέμε, αλλά πιο κουλ.

- Την κάνω φίλε...
- Τα λέμπελ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το σωστός + τοστ. Σημαίνει σωστό(ς) και υποδηλώνει την αναγνώριση μιας πράξης, μιας κουβέντας κτλ. Όσο περισσότερα ο, τόσο περισσότερο σωστός.

- Ε, μ' αυτά που μου είπε την παράτησα...
- Σωστόοοοοοοστ...!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ρευστό χρήμα, από το αγγλικό cash.

-Κάτσε να πάω στο ΑΤΜ γιατί ξέμεινα από κασέρι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η μεταλλάδικη / βλαχοαμερικάνικη / 80's χαίτη, το μουλέτι.

Κοίτα ένα χαιτικό ο τύπος! Κλάνει μαλλί στην κυριολεξία!

Λέξεις για τη χαίτη: (μαλλί-)λασπωτήρας, μάλετ, μουλέτι, χαιτικό, δες και χαιταίος

Σε άλλες γλώσσες: mullet (αγγλικά), nuque longue (γαλλικά), Vokuhila (γερμανικά), svenskerhår (δανέζικα), czeski piłkarz (πολωνικά), hockeyfrilla (σουηδικά), takatukka (φινλανδικά)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκ του αγγλικού mullet. Η μακριά πίσω και κατά προτίμηση κοντή μπροστά κόμη, η χαίτη. Χαρακτηριστικό των ανδρών στα 80s, των hillbillys και των μεταλλάδων.

Χαχα! Πού πας ρε με το μουλέτι; Σε πάγο σε είχανε;;!

Σεβασμός!... (από vikar, 10/12/08)(από jesus, 24/10/11)

Σύγκρινε με μοϊκάνα.

Λέξεις για τη χαίτη: (μαλλί-)λασπωτήρας, μάλετ, μουλέτι, χαιτικό, δες και χαιταίος

Σε άλλες γλώσσες: mullet (αγγλικά), nuque longue (γαλλικά), Vokuhila (γερμανικά), svenskerhår (δανέζικα), czeski piłkarz (πολωνικά), hockeyfrilla (σουηδικά), takatukka (φινλανδικά)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

μλκ, mlk

Σύντμηση του μαλάκας, στον –online κυρίως– γραπτό λόγο. Χρησιμοποιείται περισσότερο ως φιλική προσφώνηση και με λατινικούς χαρακτήρες (greeklish) (mlk).

ασε ρε μλκ που της το ειπες αυτο lol!!!11

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified