Το μέρος που είναι γεμάτο άντρες.

- Λες να πάμε για ποτό σε εκείνο το ροκάδικο; - Όχι ρε, εκεί είναι πάντα αρχιδόκαμπος, πάμε σε κανένα κλαμπάκι να δούμε κανένα γκομενάκι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει αρχίδια. Χρησιμοποιείται αποκλειστικά στον online γραπτό λόγο. Κάποιοι λένε οτι τα δύο @ μοιάζουν με αρχίδια. Όμως, μιας και δύο Ο μοιάζουν περισσότερο, οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από το @ρχίδι@.

-Brikes lisi telika?? -@@

-Mpike simera o sjkfg_123?
-Ksero go to mlk? St' @@ mou....

(από nick, 04/12/09)

Δες και στα παπάκια μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημείο -πολλές φορές απόμερο- που ενδείκνυται για κατούρημα. Κατουρημένο πολλές φορές, συνήθως βρωμάει κι έχει λίμνες ούρων.

- Πω, πάει να σκάσει η φούσκα μου!
- Ε κατούρα ντε...
- Πού; Εδώ δημόσια;
- Ε πήγαινε εκεί στην κολώνα. Όλοι για κατουρώνα την έχουν.

10 πράγματα που δεν πρέπει να κάνεις στον νόμιμο κατουρώνα. (από Galadriel, 21/09/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χώρος ή κατάσταση που επικρατούν με διαφορά οι άρρενες. Που οι γυναίκες είναι μετρημένες στα δάχτυλα, αν υπάρχουν. Παράφραση του πιτσαρία.

Πού μας έφερες μωρέ μέσα στην πουτσαρία;! Εδώ ήταν που θα βρίσκαμε γυναίκα; Μαλάκα!

με 1 ψηφο, δώρο 3 π... τσες (από GATZMAN, 11/06/12)

Δες ακόμη: αρχιδόκαμπος, πουτσοσπορά, πουτσοχώραφο, τσατσάρα. Αντώνυμο: μουνοθύελλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το νταραβέρι. Η δοσοληψία. Χρησιμοποιείται ευρέως για πάρε-δώσε με ναρκωτικά.

- Μέρ' φέρε εσύ τα φράγκα και θα πάω εγώ να κάνω το βέρι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πρέζα, ηρωίνη. Προκύπτει μάλλον από το:

πρέ-ζα -> ζα -> ζα-μπόν

Έφερε καλό ζαμπόν και γίναμε καλά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κάρφωμα, η μη επαρκής συγκάλυψη μιας πράξης.

Όπως την κοιτάγαμε σα λιγούρια, λογικό ήταν να γίνουμε χου.

Συνώνυμο: κάρτα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κάρφωμας, αυτός που φαίνεται τι κάνει αφού δεν έχει συγκαλυφθεί επαρκώς.

- Καλά ρε μαλάκα, στον Τάκη το χουίτη έδωσες τα λεφτά να μας φέρει το πράμα; Θα τον δέσουν!

Βλέπε και χου και τα σχόλια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακυρώνω, παρατάω, αφήνω στα κρύα του λουτρού.

  1. Τον περίμενα μέσα στο κρύο μέχρι τις 10 και δεν ήρθε. Με γείωσε ο μαλάκας.

  2. Ήταν να πάμε για ποτάκι, αλλά το γειώσαμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κάρφωμα, όταν γίνεσαι στόχος.

- Όχι εδώ το βέρι ρε, θα γίνουμε κόζι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified