Πούστας ειναι ενας ανδρας ο οποιος απολαμβανει πεη. Μπορει να χρησιμοποιηθει ως συνθετικο με αλλες λεξεις, στην οποια περιπτωση προσδιδει την εννοια του λατρη/γνωστη (enjoyer/enthusiast) στην λεξη (π.χ πατουσοπουστας, ο λατρης των πατουσων).

[...] και ο Κωλοκοτρωνης, με την γνωστη θυμοσοφια του, απαντησε: "Εγω ημουν και θα ειμαι παντοτε πουστας ναι ω ναι πεη ναι αχα πεη αχα αχα ναι ω ναι πεη ναι"

Got a better definition? Add it!

Published

Η επικολληση της καταληξης -ιδης σε λεξεις αποδιδει μια Ποντιακη αισθηση στον ομιλουμενο λογο.

Που πας ρε πανιβλακιδη, γαμω τον θεο

Got a better definition? Add it!

Published

Ενας ανθρωπος ή μια κατασταση χαρακτηριζεται ως Σάση Γουάση οταν καποιος ειναι καχυποπτος για αυτον τον ανθρωπο ή κατασταση. (Σάση Γουάση μπορει να υπαρξει και ως Σάση Γκάση, Σάς, Αμόγκας, Αμίγκος ή Αμούγκας).

Δεν ξερω μπρο μου, το να ερθω σπιτι σου και να ειμαστε μονοι μας μου ακουγεται λιγο Σαση Γουαση, λεγω τη αληθεία

Got a better definition? Add it!

Published

Ενας ανθρωπος "εισπνεει Κώπιο" οταν δεν θελει να αποδεχτει οτι μια κατασταση παει λαθος και προσπαθει να πεισει τον εαυτο του οτι παει καλα. (Μερικες φορες το Κώπιο λεγεται και Κωπέρνικο ή Κωπερνίκιο).

Η Μεγαλη Ιδεα ηταν τρεις τονους Κώπιο το οποιο καταναλωναν οι Ελληνες τον 20ο αιωνα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καποιος ο οποιος ειναι πονηρος, σαν αρουραιος

Κατεβηκα τρια λεπτα απο το αμαξι για να κατουρησω και πεταχτηκαν δυο πωντικονιοι μεσα απο ενα φρεατιο και μου κλεψαν δυο ροδες απο το αμαξι, δεν μπορω να εχω τιποτε στην Λαρισα γαμω την παναγια

Got a better definition? Add it!

Published

Καποιος (ή και καποια!) που βρωμαει εξαιρετικα.

Ο Χριστος και η παναγια ρε Βρωμικοπικουλωνιε, κανε μπανιο σε περικαλω

Got a better definition? Add it!

Published

Πρόκειται για άτομο με την ιδιότητα του Σαπίλος (ή Σάπιλ), που όμως φέρει -από επιλογή ή εκ φύσεως- καράφλα.

-Βλέπεις τους τύπους εκεί που αράζουν; Ο ένας είναι μεγάλο σαπίδι. -Ποίος από όλους; -Ο καραφλοσάπιλ..

Ετυμολογία

καραφλός, ο + Σαπίλος (ή Σάπιλ), ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άτομο που επιδίδεται συχνά στην πράξη του σάπινγκ.

Ο τύπος την άραξε σε μιά καρέκλα σε όλο το γλέντι και δεν κουνήθηκε καθόλου. Μιλάμε για τεράστιο σάπιλ..

Συνώνυμα

σαπίδι, το


Παράγωγα

Καραφλοσαπίλος (ή Καραφλοσάπιλ), ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παράδειγμα εδώΠχ:Περίμενα στο μετρό και πέρασε ένας τύπος που κοίταζε με ένα χαμένο βλέμμα τόσα έντονα και έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα που άρχιζα να κριπουλιάζω και σηκώθηκα κι έφυγα

Η συναισθηματική κατάσταση στην οποία περιέρχεται κάποιος εξαιτίας ενός προσώπου ή ενός περιστατικού που περιέχει στοιχεία ικανα να προκαλέσουν φόβο/άγχου/αμηχανία

Got a better definition? Add it!

Published

Καβλόρδα, η (ουσ.). Η ξαφνική υπέρτατη πείνα που κυριεύει ένα θηλαστικό μόλις αντικρύσει ή συλλογισθεί τον πραγματικό ή δυνητικό ή φανταστικό σύντροφό του. Η παρουσία φαγητού είναι προαιρετική.

- Παίρνω άδεια από τη μονάδα, γιατί τρεις μήνες είχα να τη δω. Μου γύρισε το μάτι από την καβλόρδα. Δεν ήξερα αν ήθελα να την πηδήξω ή να τη φάω.

- Και σκάει η Βεατρίκη με χειροπέδες και νουτέλα.
- Πω ρε φίλε, καβλόρδα!

- Έβλεπα στον ύπνο μου τη Λέα Σεϊντού να τρώει παγωτό ξυλάκι και με είχε πιάσει μια καβλόρδα, πού να στα λέω.

Got a better definition? Add it!

Published