Selected tags

Further tags

Πολύ κρύο. Τόσο που ψοφάνε τα πάντα.

Βγήκα χτες και το μετάνιωσα. Ψόφος κακός σου λέω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παγώνω απο το υπερβολικό κρύο.

- Ξύλιασα εχθές περιμένοντας επί μια ώρα το λεωφορείο να περάσει.
- Εμ κι εσύ που πήγαινες με τέτοιο χιόνι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σύνθετη λέξη εκ των τούρμπο και καιρός. Για τους μη επαΐοντες των ατμοσφαιρικών μηχανών εσωτερικής καύσης, είναι γνωστό ότι η χαμηλή θερμοκρασία είναι το Α και το Ω για την απόδοση του αυτοκινήτου με turbo κινητήρα. Η χαμηλή θερμοκρασία του περιβάλλοντος ευνοεί την πτώση της θερμοκρασίας και μέσα στον κινητήρα, αφού ο αέρας που εισέρχεται είναι κι αυτός πιο κρύος. Ε, ένα κι ένα κάνουν δυο: Αν έχεις turbo αυτοκίνητο, μην το βγάλεις στον καύσωνα για κόντρα γιατί θα στενοχωρηθείς. Αντίθετα, αν πιάσουν τα μπιλοζίρια, ξαμολήσου.

- Τα βάζουμε μεγάλε;
- Τι λε ρε μάγκα; Τώρα που σκάει ο τζίτζικας; Κάτσε να πιάσει κάνας τουρμπόκαιρος και θα σου ξηγήσω τ' όνειρο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η σέξι μετεωρολόγος νέας κοπής, που λιγότερο δείχνει τα μετέωρα φαινόμενα και περισσότερο μετεωρίζει τον κώλο της. Το σινάφι της Έλενας Πούτση και της Πετρούλας. Παίρνει την δουλειά με βυζογραφικό.

«Μόλις τελείωσε» η μετεωροκώλος, μόλις τελειώσαμε κι εμείς...

(από Dirty Talking, 04/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λολοπαίγνιο που φορέθηκε ιδίως αυτόν τον χειμώνα 2012-2013, λόγω του ακριβού πετρελαίου θέρμανσης και της προσπάθειας να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι να ζεσταθεί ο κοσμάκης, ο πλέον κλασσικός από τους οποίους είναι ασφάλουσλυ το σεχ. Κάνει κρύο, καιρός για τρίο άλλωστε, η ομοιοπαθητική καυλοριφέρ βέρσους πουτσόκρυο είναι η πιο ενδεδειγμένη.

  1. Επειδη καλοριφερ δε βλεπω να αναβουμε ουτε εμεις, εχω βαλει το καΥλοριφερ στο φουλ, μηπως πιασει θερμοκρασια και ζεσταθούμε με την κυρά (Εδώ).

  2. Θερμαντικο σώμα που σου προκαλεί σεξουαλικο ερεθισμο. Καυλοριφερ. (Εδώ).

(από Khan, 31/01/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στις χειμωνιάτικες μέρες που έξω βρέχει ή χιονίζει και κάνει κρύο, το ζευγάρι δένεται περισσότερο μέσα στην ζέστη του σπιτιού (όσοι έχουν θέρμανση) και κάνουν διάφορα πράγματα.

- Πάμε κανά σινεμά τσιμπητέ;
- Πού να τρέχουμε μέσα στην καταιγίδα; Θα κάτσουμε μέσα με την Λούλα. Κάνει παγωνιά, καιρός για εξήντα εννιά!

Σχετικοάσχετο (από Khan, 26/01/14)

Καιροί για έρωτες: κάνει κρύο, καιρός για δύο, κάνει κρύο, καιρός για τρίο, κάνει παγωνιά, καιρός για εξήντα εννιά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο στενόχωρος. Κατά μια άλλη έννοια οι συχνά εναλασσόμενες καιρικές συνθήκες.

- Ρε παιδί μου τι καιρός είναι αυτός; Τη μια συννεφιά με κρύο, την άλλη ζέστη και υγρασία...
- Ναι μουνόχωρος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κρυώνω πάρα πολύ, τουρτουρίζω.

Άναψε το καλοριφέρ, γιατί θα γίνουμε αρχαίοι εδώ μέσα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τρέμω από το κρύο. Πιθανή προέλευση από τη λέξη Τάρταρα, που ήταν ο λεγόμενος Κάτω Κόσμος κατά την αρχαιότητα. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη Κόλαση του Δάντη, τα Τάρταρα ήταν ο χώρος που πέθαινες από το κρύο, παρά καιγόσουνα από τις φλόγες.

  1. Σχόλιο από forum:

Τι να πω κι εγώ η κακομοίρα που γενικά είμαι πολύ κρυουλιάρα το χειμώνα -με τα πιο μικρά κρύα- και πολύ ζεστουλιάρα το καλοκαίρι και υποφέρω πραγματικά; και καλά, το καλο καίρι ανοίγεις κλιματιστικό και κάπως παλεύεται η κατάσταση, το χειμώνα όμως; Ακόμη στο γραφείο δεν έχουν ανάψει τα καλοριφέρ, το γραφείο μου είναι 2Χ2 και το χειρότερο είναι ότι είμαι μαζί με έναν συνάδελφο που δεν κρυώνει με τίποτα και δεν θέλει να ανάψουμε κλιματιστικό γιατί ζεσταίνεται!!!και κάθεται και με το πουκαμισάκι όλη τη μέρα, ενώ εγώ φοράω πουλοβεράκι και από πάνω την καπίτσα μου και πάλι τουρτουρίζω..........τι να πω......

  1. Χωρίο ιστολογίου:

Μετά από 1 τσιγάρο και κάμποσες φωτογραφίες, είμαι Θησείο. Κι εκεί, τα ίδια. Κρίμα. Πέρυσι, η πόλη είχε μια δοξαστική ομορφιά. Φέτος, τίποτα. Έχω αρχίσει να τουρτουρίζω... Θέλω να ζεσταθώ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται ως παρεμφερής ορισμός με το δάγκωσα το καβλί μου όταν κάνει πολύ κρύο...

- Ρε συ ... πώς είναι ο καιρός έξω;
- Γάμησέ τα... δάγκωσα τα αρχίδια μου!!!!

New testicle eating champion crowned (από notheitis, 06/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified