Further tags

Ο γκέι στα αρτινά. Απαντά σε θηλυκό γένος κατ'αναλογία προς την "αδελφή".Πιθανότατα από τη λέξη "γκέι" απ' όπου έχει τον ίδιο αρχικό φθόγγο και την -ουέρα, κατάληξη επιτατική - μεγεθυντική της σημασίας κατ'αναλογία προς το "μάνα - μανάρα", "πόδι - ποδάρα" και με τάσεις γιουχαΐσματος με τη χρήση του "ου".
Απευθύνεται στους άρρενες ομοφυλόφιλους που έχουν κάποια υπερβολή στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά που τους προδίδει. Με άλλα λόγια είναι υποτιμητική εκδοχή αντίστοιχη της "κραχτής" ή "αδελφάρας ξεγυρισμένης", αυτού που φαίνεται όσο και όπως φαίνεται αλλά δεν ενδιαφέρεται για τα προσχήματα και βέβαια ούτε να το κρύψει ειδικά μεταξύ του κύκλου του που είναι εξοικειωμένος πλέον.

"Πω, ρε μάνα μ', τί'ναι φτούνη η γκουέρα; Φρύδι τσίτα, αποτρίχωση κάργα, χείλη φουσκωτά, λίγο κόκκινα, πουκάμισο λαμέ με λέλουδα, χέρι σπαστό... Κάποιος να βρεθεί να τον μαζέψει μην τον πετύχει κάνας αδερφός του..."

Got a better definition? Add it!

Published

Απογοήτευση μετά από μία ήττα. Συνθετικό των δύο λέξεων: απογοήτευση + ήττα.

Πάλι τίποτα ο ΠΑΟΚ. Σκέτη απογοήττα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

α) Παροξυσμός ή μελαγχολία που προκαλείται από την επιθυμία για ένα ανέφικτο ιδεώδες.

Άσε με ρε μάνα, διάβασα τον «Φαίδρο» και έπαθα νυμφοληψία.

β) Το πάθος που προκαλείται στους άνδρες από όμορφα, νεαρά κορίτσια. (βλ. «νυμφίδιο»)

Σκέτη νυμφοληψία είναι η κόρη σας, κυρά Μαίρη. Τυχαίνει μήπως να ψάχνετε καθηγητή φιλολογίας;

18ος αιώνας. Από «Νυμφόληπτος» — αιχμάλωτος των νύμφων.

Got a better definition? Add it!

Published

Μαλλιαρή ελληνοποίηση της οφ-σορ εταιρείας (υπεράκτιας).

Οι offshore εταιρείες είναι νόμιμες, όμως είναι γνωστό ότι αποβλέπουν στην καταστρατήγηση των φορολογικών νόμων, σκοπός όχι και τόσο ηθικός.
Για πάρτη μιας οφσόρας, ο Γ. Βουλγαράκης είπε το περίφημο "ό,τι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό", που πρόσφατα ενστερνίθηκαν κι άλλοι, πρώτη φορά αριστεροί και τα λοιμά.

Και η Κύπρος αντάμα με την Ελλας έδιναν η μιά στην άλλη δωδεκάρια στην Γιουροβύζιον και χρεωνόμασταν αλλα όχι μαζί, διότι η Ελλας είχε την κύπρον κάτι ωσάν μπάφερ αποτέκα και ό,τι δεν πήαινε Ελβετίαν και νήσους Καημάνας, πήαινεν ομόλογα και φτήνεια οφσόρα εις την Νήσον και ήρθεν ο μέγας νους ο Τιραμόλας ο εγγονός του Παπατζή και υιός του Εραστή και το έκατσε το μέγα Πανελληνιον σκαφος και το ήκαμε Ακίλε Λάουρο. (The cultural barbecue)

Ως Οφσόρες, -όπως λέμε Αζόρες- ελανσαρίσθη υπό του Τζίμη Πανούση:

  1. [...] τα κανονικά φρικιά είναι αυτοί οι μαυροχρηματάδες οι λεγόμενοι, οι οποίοι ξεπλένουν οφ-σορ εταιρείες κυπριακές στο όμορφο νησί μας. Το σύμπλεγμα των νησιών είναι Οφσόρες όπως λέμε Αζόρες (Τζ. Πανούσης, σε ιστολόγια της Αντιπάρου)

  2. Απ' τις μεγάλες μίζες μας που κρύβομε σ' οφσόρες
    ας βγάλομ' ένα ποσοστό αυτές τις μαύρες ώρες..
    .`(lefkadanews)

  3. -Μόλις είπε το Στουρνάρι "εκτιμω πως στα στρώματα και στα μπαουλα κρύβονται 20 δις". 3 ΚΑΠΗ γηραιών πεθάνανε απ'τα γέλια
    -στο τέλος θα ψάχνουν κ στον κωλο μας
    -εκεί μόνο το σκατό μας παξιμάδι θα βρουν, ας ψάξουν στις οφσόρες καλύτερα ΕΔΩ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

ξίξα, ξίκης

Ξίξα στη Β. Ελλάδα, είναι η ελαφρόμυαλη, η λειψή και στο λεξικό βλέπω, -δεν γοίδα γιατί- ότι είναι το θηλυκό του ξίκης.

Συνώνυμο: χαζιά.

ξίκ (η)ς, ξίξα, ξίτκου· ξίκης, ανόητος, χαζός, ελαφρόμυαλος, [τουρ. eksik= ελλιπής].

Ο Ξη, σε σχόλιό του στο λήμμα ξίκικος, προτείνει την ορθογραφία ξύκης, ξύκισσα :

Στα Χιώτικα το ξίκικος λέγεται απλά ξύκης και είναι συνήθης χαρακτηρισμός, ιδίως για τούς κατοίκους του Βροντάδου. Θηλ. ξύκισσα , σαν α΄συνθετικό ξυκο- (ξυκοτράγουδα), ξυκομπές (πιό τούρκικη ευμολογία), σαν β' συνθετικό -ξυκος (θεόξυκος).
Γιατί με υ κι όχι με ι; Άν το ακούσεις ζωντανά προφέρεται ύψιλον (πιό παχύ) κι όχι ψιλό (γιώτα), με μισάνοιγμα στα χείλη (ξέρω, ξέρω ι-ψιλόν κλπ αλλά το υ προφέρεται παχύ) και επίσης σαν επώνυμο (άρα από παλιότερο παρατσούκλι) γράφεται με υ. Πιστεύω, παρά τους Μπάμπηδες κλπ οτι όσο μπορούμε να αποδώσουμε τον ήχο καποιου ι με το αντίστοιχο από τα δικά μας (που το καθένα προφέρεται αλλιώς) καλό είναι να το κάνουμε. Συχνά λέω μεγαλόφωνα μια λέξη και μου βγάζει την ορθογραφία της.

dryhammer εδώ κι εδώ

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την παρατήρηση του Ξιου και θυμάμαι θαμπά μια διαφήμιση με κάποιον που πρόφερε έτσι το πρώτο i της Ζυρίχης, που και να μην ήξερες πώς γράφεται, θα έβαζες ύψιλον.

  1. Που ήσαν μαρή ξίξα;

  2. "Welcome to Βροντάδες, ξύκηδες, ούργιοι κι αγαλιάδες". (εδώ)

  3. -Ρε τι ωραια λεξη το σουρουκλεμε
    -εχω καλυτερες : Ξίκη, Σερσέμη, Μισκίνη
    -καινουργια ξενη γλώσσα;
    -Χαλκιδικιωτικα ΕΔΩ

  4. "Ας έρθουν να με πιάσουν" ΛΕΕΙ Η ΡΟΥΠΑ. ΣΩΣΤΗ ΑΝΤΑΡΤΙΣΑ. ΟΧΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΞΙΚΗ ΤΟ ΚΟΝΚΛΑΒΙΟ. (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όπως γράφει κι εδώ, νέα τρέλα σαρώνει την πολιτική: μετά τις Ρουβίτσες, τις Βαρουφίτσες τώρα και Μεϊμαρίτσες! Τόση λατρεία για το Βαγγέλα!

Τα τρελιά μιλφογκρούπιζ του Μεϊμαράκη, δηλαδή.

  1. μειμαριτσες παντου, αυτη η μαστιγα ΕΔΩ

  2. Τις Ρουβίτσες τις ήξερα, τις Μεϊμαρίτσες όμως όχι ... Γιατί ένα νέο κορίτσι να θέλει να βγει φώτο με το Μεϊμαράκη? Νομίζω με ξεπερνά πέρα από κάθε άλλο ... αλλά μου δείχνει και το "μέλλον" αυτής της έρμης χώρας. lifo

  3. άσε μας μεϊμαρίτσα μου #meimarakis #vouli ΕΔΩ

  4. Δεν ελπίζω τπτ δε φοβάμαι τπτ ειμαι Μεϊμαρίτσα! #ERTdebate2015 ΕΔΩ

  5. Τα πάλαι ποτέ ΚΑΠΗ εχουν γεμίσει Μειμαριτσες #ekloges2015_round2 ΕΔΩ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ένεση, ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή στην Β. Ελλάδα.

  1. Στελλα φαρμακοποιέ, θελω να αρρωστήσω για να μου κανεις ενεσα! Σ'αγαπω! Εισαι θεα! (Θεολογική Σχολή) ΕΔΩ

  2. -Ηρθα για δουλεια
    -σιγα τη δλεια π κανς, τι δλεια κανς, σκαυς;; https://www.youtube.com/watch?v=TSj9_qv6dHg
    -χαχχαχαχαχαχ βλαμαδι
    -να σε κανω μια ενέσα να σε πω
    - κατσε να σε εξετασω
    -θα πονεσω γιατρε μου;
    -λιγο
    -τι λιγο μαρη χαζιά, μοιαζω για κοροιδο; μια εντριβη κι αμα θες, ειμαστε οικονομικα ασθενεστεροι
    -σκυψε τοτενες ΕΔΩ

  3. Ρε με αυτο που ακουο θα χτυπισο ενεσες ενδοφλεβιες η στην καροτηδα κατευθιαν μια και εξω ΕΔΩ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

χαζιά, τρελιά, ζουρλιά

Στη Βόρεια Ελλάδα (στην Δράμα σίγουρα), ίσως και τη Θεσσαλία, λέγονται κι έτσι τα επίθετα χαζή, τρελή, ζουρλή.
Βρήκα το χαζιές (γυναίκες) και τα ζουρλιά πουλιά (πέμπτο και τελευταίο παράδειγμα, αντιστοίχως).

  1. Η άλλη το πιτόγυρο το λέει "καλαμάκι". Καλάμια και παλούκια μαρή χαζιά. ΕΔΩ

  2. -Πόσο καλύτερα θα ήταν αν κοιμόμασταν τώρα μαζί.. Ε παιδιά;
    -Είσαι χαζιά; Το μυστικό του πετυχημένου γάμου είναι να κοιμασαι χώρια

  3. Υπερβολικια, χαζια, τρομακτικια... γιατί ... Ελληνικιά γραμματικιά.. ΕΔΩ

  4. Ποιός μαρή χαζιά ;) Και για την Παλμύρα ο Τσίπρας να τρέξει; Ντιπ για ντιπ το 'χασες. ΕΔΩ

  5. Φαίνεται ότι τα γάντια είχαν το ίδιο γούστο με τον Βασίλη: δεν μπορούσαν τις «χαζιές». (δ. παπαδούλης, Η ΑΓΓΕΛΟΚΡΟΥΣΜΕΝΗ)


  1. ναι ρε μαρίνα, τι τρελιά που είσαι, καλή καρδιά #katipsinetai ΕΔΩ

  2. -Μέρα χωρίς χαμόγελο είναι (σημάδι ότι τα ´χεις κάνει πουτάνα ολα) χαμένη μέρα.
    -ελα μαρη τρελια σπάσε ένα μικρο μην πάει χαμένη!! κρίμα ειναι!!!! ΕΔΩ


  1. 15Αύγουστος στην Αθήνα. Θα κάτσω να δω την ταινία του Γιάνναρη & μετά θα βάλω ένα νυφικό να τρέχω σαν τη ζουρλιά στους δρόμους. ΕΔΩ

  2. -Αν πετύχω πρώην μου έξω με την δικια τoυ, λέω: "Ορίστε μια χαρά περνάς, τι μου στέλνεις μηνύματα κάθε βράδυ;" και φεύγω....!
    -χαχαχαχαχαχαχαχα! είσαι ζουρλιά! ΦΒ

  3. Ύστερα, απόξω, η βροχή έπαψε και τα πουλιά πέτουνταν πάλι σαν ζουρλιά. Ένα, μου φάνηκε ολόιδιο με κείνο που ο αδερφός μου είχε φκιάξει στο τζάμι της μπαλκονόπορτας της δύσης, βουτώντας το δάχτυλό του, στη θλίψη του φθινοπώρου! ΕΔΩ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η χαμηλοκώλα, με επιπλέον γιδιότητα πισωκούνας.

  1. ακουστηκε στη γειτονια "κουνησου μωρη μποθρονα χαμηλοκουνα" και βγηκαν ολοι οι αντρες εξω γιατι νομιζαν οτι εβριζαν τις γυναικες τους (εδώ)

  2. Σε αναλογίες σώματος και στήθος είναι καλύτερο το πίσω, αλλά είναι άσχημη :-? Το δεξιά είναι λίγο χαμηλοκούνα αλλά το πρόσωπο με ενθουσιάζει (Phorum):
    Η Μέρκελ γυμνόστηθη (χαζοτουκάν;) σε παλιά φωτογραφία

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει την μπασκλασαρία, τη λαϊκουριά με μια υποψία ηθικής έκπτωσης γιατί βέβαια, κατά την -κούνια που σας κούναγε- ταξική γνώμη των υβριστών, η προστυχιά πάει μαζί με τη φτώχεια. Παλιότερα, τα ξύλινα τσόκαρα, όχι του Dr. Scholl αλίμονο, τα φορούσαν οι πλύστρες και γενικά όσες δούλευαν μέσα σε νερά.

Συνώνυμα: Τσόκαρα, κλατσάρες.
Σλανγκασίστ: Deinosavros, εδώ

  1. Ελλάδα η χώρα που η τσοκαρία δεν έχει οικονομική τάξη αλλά διαχέεται κάθετα στον κοινωνικό ιστό. Πάντα ασορτί.
    Από δω
  2. Λείψανα αγίων, μαυρογιαλούροι, αυτοδιοικητική τσοκαρία. Συνήλθα με αυτό Bach: Piano Concerto No. 1 / Schiff https://youtu.be/TLOrt63CbIE (εδώ)

  3. Και η πασοκογενής αριστερή τσοκαρία πόσο υποκριτικά επικαλείται το σύνταγμα οταν ανέχτηκε να γίνει λάστιχο χάριν του σοσιαλισμού παλιότερα (εδώ)

  4. τσοκαρο, λαικογκομενα, τσοκαρια ραχηλ μακρη, τι ηταν αυτες οι εκλογες του 12 ρε πουστη μου, με λοταρια να εκλεγονταν καλυτεροι θα βγαιναν.. (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified