Selected tags

Further tags

Η πασκόβζα είναι λιμνίσιο ψάρι στην περιοχή της Βοιωτίας.Προκείται για κακάσχημο ψάρι με μεγάλη φουσκωτή κοιλιά που εάν κολυμπήσεις γυμνός κοντά της θα πραγματοποιήσει τρομερή και αιφνίδια επίθεση στα τρυφερά σας.Η λέξη επίσης χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τις άσχημες γυναίκες με μεγάλη κοιλιά.Ιστορικά προέρχεται από την περίοδο πριν την αποξήρανση της λίμνης της Κωπαΐδας.

-Άσε φίλε πήγα για ψάρεμα και έπιασα μια πασκόβζα.
-Τι λες ρε Τάκη;Που τη βρήκες τη λίμνη εδώ γύρω;
-Δεν κατάλαβες...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ψαρὰς ποὺ ψαρεύει μὲ ἐκρηκτικὰ, συνήθως δυναμίτη.

Ἰδιαίτερα καταστρεπτικὸς, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνος τρὸπος ψαρέματος. Τἰς παλιότερες ἐποχές ἔβλεπε κανεὶς στὰ νησιὰ πολλοὺς ψαράδες μὲ κομμένα χέρια, τοὺς πιὸ "τυχεροὺς". Οἱ ἄτυχοι "ἁναπαύονταν" στὸ κοιμητῆρι τοῦ νησιοῦ, ἐνῶ ἀπὸ κάποιους δὲ βρίσκανε οὔτε κομμάτι γιὰ νὰ θάψουν.

Ξακουστοὶ φουσεκάδες ἦταν οὶ Σπετσιῶτες, ποὺ κρατοῦσαν (κατὰ τὰ λεγόμενά τους) τὴν παράδοση τῶν παλιῶν μπουρλοτιέρηδων! Σχετικὸ τὸ πρῶτο παράδειγμα ποὺ "ψάρεψα" στὸ γούγλη.

Τὰ φουσέκια τὰ φτιάχνανε ἀπὸ δυναμὶτη, ποὺ ἔβρισκαν ἀπὸ τὰ λατομεῖα. Ἀπαραίτητα ἐπίσης ἦταν τὸ καψοῦλι καὶ τὸ βραδύκαυστο φυτίλι, ποὺ τὰ ἔβρισκαν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ. Ἀργὸτερα "ἐκσυγχρονίστηκαν" κι ἔριχναν μπουκάλες ὑγραερίου, πραγματικὲς βόμβες βυθοῦ, ποὺ "σήκωναν καὶ τὶς πέτρες ἀπὸ τὸν πάτο τῆς θάλασσας".

Ἑτυμολογία: Από το φισέκι > Τουρκ. fişek (αντιδάνειο εκ του φυσίγγιο). Ἀπὸ 'δῶ

Ο Περικλής ο Μπούμπουλης έκανε πολλά καλά στους φουσεκάδες. Τους πιάνανε, τους πηγαίναν στ’Ανάπλι και πήγαινε ο Περικλής και τους έβγαζε. Με τον πατέρα δούλευε ένα παιδί, λιγάκι χαζό που έβγαινε και πουλούσε στα σπίτια. Πάει και στου αστυνόμου, πόσο κάνουν, τόσα. «Γιατί είναι πιο φτηνά;», ρωτά ο αστυνόμος. «Γιατί είναι από φουσέκια» του λέει το παιδί. Κι έπιασε τον πατέρα. ἐδῶ

Τὸ δεύτερο παράδειγμα μοῦ τό 'χουν διηγηθεῖ γιὰ πραγματικὸ. Μπορεῖ ὅμως νά 'ναι καὶ ἀνέκδοτο. Δὲν περιέχει τὴ λέξη ἀλλὰ εἶναι σχετικὸ.

Στὴν Κατοχὴ ἕνας ρακένδυτος πιτσιρικὰς μάζευε γόπες ἀπὸ τσιγάρα στὸ πεζοδρόμιο. Ὅπως εἶχε σκύψει τοῦ 'φυγε μιὰ πορδὴ. Τότε ὁ καλαμπουρτζῆς τῆς παρέας, ποὺ ἦταν ἀραχτὸς μπροστὰ στὸ καφενεῖο, φώναξε σὲ ἄπταιστη καθαρεύουσα:

"Χωροφύλαξ συλλάβατε τὸν μικρὸν. Ἁλιεύει γόπας διὰ δυναμὶτιδος!"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

σλανγκασίστ : τσετία.

Τσέτα ή λεντισιά ήταν ένας τρόπος ομαδικού ψαρέματος, κυρίως από τους ψαράδες της Ερμιονίδας μέχρι τη δεκαετία του '60. Το ψάρεμα γινόταν ως εξής: Όλες οι βάρκες που συμμετείχαν παρατάσσονταν η μία δίπλα στην άλλη και σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, ξεκινώντας από την ακτή μέχρι περίπου το τέλος της αποχής. Στη συνέχεια άρχισαν να κινούνται όλες μαζί παράλληλα προς την ακτή ανεβοκατεβάζοντας άσπρες πέτρες δεμένες με σκοινί. Με τον τρόπο αυτό τρόμαζαν τα ψάρια και τα οδηγούσαν όπου ήθελαν, συνήθως σ' έναν κλειστό όρμο όπου τα έπιαναν με δίχτυα ή συνηθέστερα με δυναμίτες.

Αποχή: η βραχώδης παράκτια υφαλοκρηπίδα.

Πιθανή ετυμολογία από τους Τσέτες (τουρκ. cete): ληστοσημμορία (από εδώ)

Με την συμμετοχή του κόσμου πέραν κάθε προσδοκίας, πραγματοποιήθηκε ανήμερα του Αγίου Ανδρέα, η αναβίωση της θρυλικής Τσέτας στο Πόρτο Χέλι, με διοργανωτή τον Πολιτιστικό Σύλλογο « ΦΑΡΟ» και την συνεργασία του τοπικού Συλλόγου Αλιέων.Η λεντισιά (Τσέτα), αποτελούσε τον πιο δημοφιλή και περίτεχνο τρόπο ομαδικού ψαρέματος, μέχρι και πριν από μισό αιώνα περίπου, στην ευρύτερη γεωγραφική ενότητα της Ερμιονίδος. (από εδώ)

Η μέθοδος αυτή ήταν ιδιαίτερα καταστρεπτική επειδή "άδειαζε" τις παράκτιες περιοχές από ψάρια. Για το λόγο αυτό απαγορεύτηκε από το 1959 όπως φαίνεται και από την σχετική απαγορευτική εγγύκλιο του ΥΕΝ:

ΛΕΝΤΙΣΙΑ Ή ΤΣΕΤΑ

Ειδική μέθοδος αλιείας που διενεργείται με ομάδα αλιευτικών σκαφών, τα οποία φέρουν δίχτυα που κυκλώνουν συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές. Στη συνέχεια, κρεμούν στο βυθό με σχοινιά άσπρες πέτρες και τις κινούν προκειμένου να εκφοβίσουν τα ψάρια και να τα κατευθύνουν προς τα δίχτυα ώστε να συλληφθούν. Έχει απαγορευτεί η χρήση της από το 1959 Β.Δ 11-10-57 (Α?/222). (από εδώ)

Αυτού του είδους το ψάρεμα εξαντλούσε τα αλιευτικά αποθέματα πολύ γρήγορα και γι' αυτό η τσέτα έπρεπε να αλλάζει συχνά τόπο. Φυσικά οι ψαράδες των περιοχών που έφτανε η τσέτα δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι και έτσι η λέξη τσέτα απέκτησε και δεύτερη, μεταφορική, σημασία : ομάδα ανθρώπων που αρπάζουν και/ή καταστρέφουν πράγματα, καρπούς κλπ.

Πλάκωσε η τσέτα του γείτονα (καμιά δεκαριά παιδιά κι εγγόνια) κι όχι σύκο, ούτε πράσινο φύλλο δεν αφήσανε!

Η έκφραση με τη μεταφορική της σημασία ήταν παλιότερα σε χρήση στη ντοπιολαλιά της Κύθνου, συνήθως από ανθρώπους της θάλασσας . Πιθανόν να χρησιμοποιείται μ' αυτήν την έννοια και σ' άλλες παράκτιες περιοχές.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τεμπέλης, ο νωθρός, ο μαχμουρλής, ο εις κατάστασιν σπαρίλης ευρισκόμενος, ο σπαριλόμπεης. Μάλλον εκ του ψαριού σπάρος (βλ. και σπαρίλα). Ο σπαρίλας είναι όχι τόσο ο οριστικά και αμετάκλητα τεμπέλης/ ατάλαντος/ μη μοτιβαρισμένος, αλλά μάλλον πιο πολύ αυτός που βαριέται να κάνει μια μικροδουλειά, έχει νωθρότητα σε μικρολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, βρίσκεται σε μουντ απραξίας.

  1. Οι πιο πολλοί άνθρωποι πάντως δεν άντεχαν να περιμένουν την τύχη κι έτσι τα παρατούσαν. Αλλά όχι κι ο Μπελέιν, όχι! Δεν ήταν κάνας τζιτζιφιόγκος ο Μπελέιν. Ήταν πυραυλοκίνητος ο Μπελέιν! Μεγαλείο, μέγκλα ήταν. Λίγο σπαρίλας βέβαια, αλλά τούρμπο. (Τσαρλς Μπουκόφσκι, Παλπ, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο, 2015, μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης).
  2. Άσε που περιμένω τελευταία στιγμή ο σπαρίλας να φτιάξω το οτιδήποτε και έχω ξεμείνει κιόλας. (Εδώ).
  3. Ως γνωστόν, είμαι μεγάλος σπαρίλας και δεν κάνω πότε κάτι μόνος μου...Θέλω πάντα παρέα :D Ακομα και για να κάνω την παραμικρή αλλαγή στο PC θα πρέπει να έχω παρέα έστω και τηλεφωνική... Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το σύστημα να είναι μέσα στην μπίχλα και το κύκλωμα της υδρόψυξης να είναι στα πρόθυρα του να αρχίσει να αποκτά "ζωή". (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το ψάρεμα σκάρων με ψαροντούφεκο.

Τα τελευταία χρόνια (πιθανότατα εξ αιτίας της ανόδου της θερμοκρασίας της θάλασσας) έχει αυξηθεί εντυπωσιακά ο αριθμός κάποιων ψαριών, όπως οι σκάροι, που προτιμούν πιό ζεστά νερά. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την σημαντική μείωση της διαθεσιμότητας άλλων ψαριών, όπως ροφοί, στήρες, σαργοί, σηκιοί, ακόμα και χειλούδες (η χαρά του ατζαμή ψαροντουφεκά τις παλιές, καλές εποχές) καταλήγει σε ψαριές αποτελούμενες,σχεδόν αποκλειστικά, από σκάρους.

Αυτόν τον όρο τον πρωτοχρησιμοποίησα πριν από λίγα χρόνια

-Μήτσο πας για ψαροντούφεκο;

-Όχι, για σκαροντούφεκο πάω.

και τώρα τον γνωρίζουν κάποιοι φίλοι μου στην Κύθνο. Δέν ξέρω αν τον σκέφτηκε και κάποιος άλλος, πράγμα όχι απίθανο.

Ο σκάρος sparisoma cretense, όπως φαίνεται κι από την λατινική του ονομασία ήταν από παλιά κάτοικος των θαλασσίων περιοχών της Κρήτης, κατά κύριο λόγο, αλλά και των νησιών του Νοτίου Αιγαίου. Στο Κεντρικό Αιγαίο εμφανίζονταν περιστασιακά, όταν οι συνθήκες (προφανώς η θερμοκρασία) ήταν ευνοϊκές. Στο Βόρειο Αιγαίο ήταν τελείως άγνωστος. Τώρα έχει διαδοθεί σέ ολόκληρο το Αιγαίο, ακόμα και σε περιοχές που παλιά ήταν άγνωστος.

Εμφανίζεται σε δύο χρώματα: Οι αρσενικοί έχουν γκρίζο χρώμα, είναι μεγαλύτεροι σε μέγεθος, υπερκινητικοί, με επιθετική συμπεριφορά απέναντι σε άλλους αρσενικούς, που μπαίνουν στην εδαφική τους επικράτεια.

σκάρος γκρίζος (αρσενικός)

Οι θηλυκοί είναι μικρότεροι σε μέγεθος, έχουν λαμπερό κόκκινο χρώμα με φωτεινές χρυσοκίτρινες κηλίδες και πιό ήρεμη συμπεριφορά.

σκάρος κόκκινος (θηλυκός)

Πάντως όλοι έχουν τρυφερό, νόστιμο κρέας και είναι ιδανικοί για τη σχάρα!

Σ.Σ. Μόλις επέστρεψα από σύντομες αλιευτικές διακοπές (σκαροντούφεκο) στην Κύθνο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μπακαλιάρος στην Κρήτη, προφ ο παστός, τι παστός, δηλαδή, αλίπαστος και βάλε! Γιατί ήταν κάποτε το φτηνό διαθέσιμο ψάρι, ειδικά στην σχετικώς μακρινή από τη θάλασσα ενδοχώρα.

Ηταν "πιστός φίλος" των Πορτογάλων, "ψάρι του βουνού" το έλεγαν οι Ισπανοί, "Φτωχογιάννη" οι Κρητικοί, άλλαξε το διατροφικό χάρτη της Ευρώπης. Στα παραθαλάσσια μέρη είναι εύκολο να βρεθεί ψάρι, στα ενδότερα όμως ο παστός μπακαλιάρος δίνει τη λύση, φτηνή και νόστιμη». πηγή

Η τιμή του παστού μπακαλιάρου φαίνεται πως ήταν προσιτή. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει πως στο χρηματιστήριο της αγοράς τροφίμων ένα κιλό μπακαλιάρος πήγαινε ένα κιλό λάδι όσο θυμόταν! Προχθές που τον αγόρασα 11 ευρώ είχε το κιλό. Το λάδι φέτος ίσα που ξεπερνά τα 2 ευρώ! Αχ γιαγιά που είσαι να δεις πως έγινε είδος πολυτελείας ο φτωχογιάννης! πηγή

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκ των λέξεων "αστακός" και "δίχτυ", το δίχτυ για το ψάρεμα του αστακού. Το εν λόγω είναι δίχτυ βυθού, από χοντρό και γερό νήμα με μεγάλα μάτια, μανωμένο, χωρίς φελλομόλυβα κι αφού προορίζεται για συγκεκριμένο θήραμα, ανήκει στα λεγόμενα επιλεκτικά αλιευτικά εργαλεία.

Με δεδομένο δε ότι ο αστακός εξαιτίας του τραχέος κελύφους του, περαιτέρω της περιορισμένης κινήσεώς του επί του βυθού και τέλος της έλλειψης ευελιξίας του, αρκεί απλά να πλησιάσει στο δίχτυ για να συλληφθεί, γίνεται κατανοητό ότι το αστακόδιχτο κατά κανόνα δεν χρειάζεται (συνεπές)λέντισμα και νετάρισμα, πολλώ δε μάλλον μαντάρισμα.

Οι περισσότεροι ερασιτέχναι αλιείς άμα τω σαλπαρίσματι, το ξαναμολάρουν για την επόμενη καλάδα κι έτσι το δίχτυ βρίσκεται σε μόνιμη δραστηριότητα, πράγμα που είναι και λογικό και πρακτικό αφού η διάρκεια του συγκεκριμένου ψαρέματος (= παραμονής του διχτυού στο βυθό)ξεκινάει από τις δέκα ώρες και σε περιπτώσεις τρικυμίας μπορεί να φτάσει μέχρι και δύο μέρες.

Επειδή όμως μέχρις εδώ δεν διαφαίνεται η σλανγκική χρήση του αστακόδιχτου, πάμε στα ετρούσκικα:

Αστακόδιχτο είναι το κακοπαθημένο δίχτυ, το οποίο προοριζόταν για άλλη χρήση, αλλά το γαμήσανε οι φώκιες, τα υφαλοπιασίματα με τα επίμονα βιντζοτραβήγματα και κυρίως η βαρεμάρα (και η απογοήτευση) του ψαρά να ασχοληθεί σοβαρά με το εν γένει συγύρισμά/συντήρηση του διχτυού. Για να μην πεταχτεί και βέβαια για να μην αντικατασταθεί(κόστος που απαιτείται για 500 μέτρα νάιλον δίχτυ τη σήμερον Μάη του 2015, γύρω στα 700 ευρώ) ο ψαράς του τροποποιεί τη χρήση, το βαφτίζει αστακόδιχτο, το απογυμνώνει από φελλά- μολύβια (αν έχει)και το πετάει στη θάλασσα κι ό,τι βγάλει.

σ.σ: Προκειμένου να του πιάνει άχρηστο τόπο, καλύτερα να το ψαρεύει. Κι άμα βγάλει; Τότε είναι που δε θα πεταχτεί ποτέ. Οι αλιείς είναι φύσει προληπτικοί κι ότι τους βγάλει μια φορά μεροκάματο το αγαπάνε μέχρι θανάτου. Από βάρκες μέχρι αλιευτικά μέσα, μέχρι σημάδια (τόποι ψαρέματος) και καιρικές συνθήκες, οι εμμονές και η μυστικοπάθεια πάνε και σύννεφο και χέρι-χέρι.

Η καταγωγή του είναι νησιωτική από Χίο, βεβαίως, και φαντάζομαι όχι μόνον. Τα Ψαρρά μπορεί να έχουν τη χάρη της πληθώρας των αστακών, στα Καρδάμυλα όμως το έχω ακούσει να χρησιμοποιείται κατά κόρον από τον Νικόλα και τους συν αυτώ που έχουν βαλθεί να γεμίσουν τις αποθήκες των (αλλά και άλλων, μη τρεφόντων αγάπη εις το hoardıng) με κουρέλια.

Αντώνυμο μάλλον είναι το αψάρευτο δίχτυ, του κουτιού που λέμε.

Συνώνυμο το κουρέλι/κουρελόδιχτο.

Πλάτων καρδαμυλίτης αλιεύς: εδώ δε πως το κάμανε..να γαμήσω και τις χελώνες, να γαμήσω και τα δολφίνια..Τι 'α ράψεις απο έδεφτο το πράμα;

Γιώργος λαγκαδούσος παραγιός: 'Α το κάμεις αστακόδιχτο αφεντικό, όπως έκαμες και τα άλλα δύο που σου πεφτώσανε τα κήτη.

Πλάτων αλιεύς: αστακόδιχτο 'α κάμω το σώβρακό σου που το φορείς από πρόπερσυ...

Γλωσσίδιον:

- νήμα: προφ. το χρυσίζον κομμάτι του διχτυού. Μπορεί να είναι νάιλον, "πολύκλωνο κρυσταλιζέ" και μεταξωτό (για επιδέξια ψαρέματα). Αν και η σκέψη ότι οι Κινέζοι ως πρωτοπόροι στην εν λόγω μέθοδο (από το 2800 πΧ) τα φιάνανε από μετάξι είναι ρομαντικοτάτη, η μέχρι τούδε αλήθεια υποστηρίζει ότι τα πρώτα δίχτυα ήσαν φτιαγμένα μεταξύ άλλων από ήμερη κάνναβη. Οι δικοί μας που ήσαν πιο ξύπνιοι φτιάναν δίχτυα από την εύκαμπτη ιτιά - και τρώγανε τους σπόρους της κάνναβης για να ρίχνουν τα τριγλυκερίδια (αφού ως γνωστόν εμείς είχαμε από τότε χοληστερίνη).

- μάτια: τα ανοίγματα του διχτυού, [μετριέται και τεντωμένο και χαλαρό]. ενδεικτικά 7mm για την αθερίνα, 220mm για τον αστακό. Εξού και το επιλεκτικό του αλιευτικού εργαλείου, μόνο αστακός πιάνεται σε φτούνη τη χοάνη. Μάτι πάντως λένε οι μυημένοι στα αλιευτικά και το άνοιγμα του διχτυωτού καλσόν.

- μανωμένο : με περισσότερα του ενός φύλλα διχτυού (δύο-τρία). το "απλάδι" επί παραδείγματι είναι μονό φύλλο και κερδίζει σε (κατά νόμο)ύψος(έως 10μ αντί των έως 4μ του μανωμένου). "μανός": ο χαλαρός, αραιός βρόγχος που διευρύνει το πάχος του διχτυού και καλύπτει έτσι μεγαλύτερη επιφάνεια σε πλάτος στο βυθό.

- φελλά: φελλοί, τα σαν λουκουμάδες πορτοκαλοκόκκινα κοκκάλινα/από PVC μέρη, που περνώνται από το πάνω σκοινί των διχτυών. Εσχάτως αντικαθίστανται από φελλόσχοινο (σχοινί με καρδιά από φελλό) για να μην ζορίζονται τα δίχτυα στο σήκωμα και να μην κακοπαθαίνουν, όπως τα αστακόδιχτα, κακή ώρα.

- μολύβια: βαρίδια από μολύβι, συνήθως μακρόστενα κυλινδρικά, περνώνται στο κάτω σχοινί. Εσχάτως αντικαθίστανται από μολυβόσχοινο (σχοινί με βάρος έως και 500 γρ. ανά μέτρο) για τους ως άνω λόγους. Πάνω φελλοί και κάτω βαρίδια δια της άνωσης και της βαρύτητος εξασφαλίζουν την επιθυμητή υποθαλάσσια στήση, ναι,ναι στήση του διχτυού.

- Λέντισμα: το ξεμπέρδεμα των διχτυών μετά το μάζεμα. Σε άλλα μέρη (Μεσολόγγι κατά το νετ και Πορτοχέλι όπου μετέφεραν οι Μεσολογγίται την τεχνογνωσία των)το λέντισμα αναφέρεται ως ιδιότυπος τρόπος ψαρέματος που θυμίζει ένα συνδυασμό του ποταμίσhου"παρακλαδιού"(για τους Πελοποννησίους αναγνώστας) με "βολόδιχτο" (για τους μερακλήδες και ατρομήτους μεταμεσονυκτίους αλιείς).

- Νετάρισμα: το καθάρισμα από υπολείμματα οστρακοειδών, φυκιών κλπ. Οι Χίοι το χρησιμοποιούν στην καθομιλουμένη αρκετά:

1) Πα' νετάρω (τελειώσω-σπατσάρω- καθαρίσω) τις δουλειές μου

2) Νετάριζε (βγόδωνε, σάλευγε) να φεύγωμε

- σαλπάρισμα: μάζεμα του διχτυού εκ του ιταλ. salpare, πιθανολογώ ως παραλληλισμό με το σήκωμα της άγκυρας ως τελευταία πράξη των προς αναχώρηση πλοίων. Όποιος γνωρίζει, σχολιάζει.

- μολάρισμα: ρίξιμο των διχτυών εκ του ιταλ. mollare , να αμολάς, να αφήνεις, να χαλαρώνεις. ΟΧΙ εκ του ψωνίζω με τα μάτια στο δα μωλλ.

-Καλάδα: το σύνολο της ψαριάς, αντιδάνειο εκ του ιταλ. calare- να χαμηλώνεις (βυθίζεις) κι αυτό με τη σειρά του από το Χαλάω/Χαλαρώνω. Γενικώς γίνεται της καργιόλας με τη λέξη καλάρω. Άλλος τη χρησιμοποιεί για σηκώματα διχτυών, άλλος για ριξίματα κι άλλος για το σύνολο του ριξιμοσηκώματος.

- μαντάρισμα: ότι κάνουμε και στις τρούπιες κάρτσες.. με τη διαφορά ότι βλέπεις τον άλλο ολόκληρο γαϊδούρι κοκκινόσβερκο να κάθεται με τη σακοράφα στα βότσαλα αξυπόλητος με γυρισμένα τα μπατζάκια και δώστου σταυροβελονιά. Έχει κάτι το σουρεάλ η όλη σκηνή. Ειδικά όταν παρεμβαίνει σε κουβέντες που νομίζεις ότι δεν παρακολουθεί γιατί έχει δήθεν το μυαλό του στον αργαλειό. Μέγιστη αφορμή για κοπροσκύλιασμα μακριά απ' τη γυναίκα το μαντάρισμα..

Και δύο μπόνους που προκύπτουν από το γλωσσάρι αλά ινσέψιο:

βολόδιχτο:δίχτυ μικρού σχετικά μήκους (100-200 μ) με πυκνότατη πλέξη (πολύ μικρά ανοίγματα) με το οποίο κυκλώνεις την περιοχή ενδιαφέροντος, έπειτα προκαλείς θόρυβο χτυπώντας τα κουπιά στη βάρκα για να ωθήσεις τα ψάρια προς το δίχτυ και το μαζεύεις σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα (άμα τη γραφή του κύκλου).

Παρακλάδι: Γαμώ τις φάσεις. Εκτροπή της ροής του ποταμού στα σημεία που διακλαδίζεται με πασσάλους και λοιπά σύνεργα(μουσαμάδες, κλαδιά κτλ) προκειμένου να διοχετευθεί όλο το νερό στο ελεύθερο κλαδί. Στη συνέχεια στερεύει το νερό στο ταμπουριασμένο κλαδί και καταλήγει εν είδει ρυακίου να φιλτράρεται όλο μαζί με τα εντός του ψάρια μέσα από ένα συρμάτινο χωνί ("καλαμωτή") στρατηγικά τοποθετημένο. Μετά από τρεις ώρες δουλειάς δέκα ατόμων βγάζεις κάνα κιλό ψαράκια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έτσι ονομάζεται υποβρύχιος ογκόλιθος, που βρίσκεται μόνος του, στο βυθό της θάλασσας. Αν υπάρχει συστάδα ογκολίθων αποκαλούνται κατρακύλια ή βολάδες. Δεν πρέπει να συγχέεται με τις συμπαγείς εξάρσεις του βυθού, υφάλους ή κουφόξερες, αν είναι κάτω από την επιφάνεια και σκοπέλους ή ξέρες αν "ξενερίζουν".

Τα μονόπετρα αποτελούν σημαντικό στοιχείο του θαλάσσιου οικοσυστήματος, γιατί, στις φυσικές κρυψώνες που σχηματίζουν, κρύβονται πολλά θαλάσσια είδη, άλλα για να προφυλαχτούν από τους θηρευτές και άλλα για να αιφνιδιάσουν το υποψήφιο θήραμά τους. Στη φύση, όμως, οι ρόλοι εναλλάσσονται τάχιστα και αυτός που περιμένει να "σερβιριστεί", γίνεται "μεζές".

Η αξία τους είναι πολύ μεγάλη και για τους ψαράδες (όπως κάποια άλλα μονόπετρα για τις γυναίκες), όπου (ιδιαίτερα τις παλιότερες εποχές) έπιαναν μεγάλα ψάρια (ροφούς, στήρες, συναγρίδες).

"Τράβα ανοιχτά από τον κάβο του πουνέντη, ίσα να βλέπεις την άμμο άκρη-άκρη. Άμα δεις τον άι-Νικόλα στην άλλη μεριά, πίσω απ' το κάβο του μαΐστρου, είσαι απάνω στο μονόπετρο. Άμα ρίξεις πετονιά μέτρησέ το και θάναι εικοσιεφτά οργιές. Ψάρεψε με τη ζόγκα σούρουπο και θα με θυμηθείς!"

Βέβαια υπάρχει και το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό μονόπετρο ή "μουνόπετρο", ήτοι δαχτυλίδι με μία (αλλά μεγάλη) πολύτιμη πέτρα, που μας προέκυψε, μαζί με τις υπόλοιπες αμερικλανιές (δεξίωση στο κτήμα "Σέκλανα", τούρτα, σαμπάνια, "γαμήσιο" εμβατήριο και του κιτς η μάνα κάθονταν) στα χρόνια της επίπλαστης ευμάρειας.

"Τι να σου πώ Μαίρη μου! Ακόμα πληρώνουνε το "γαμοδάνειο"! Ένα σκασμό λεφτά για τα ρούχα, γιά το στολισμό της εκκλησίας, για το κτήμα! Και στους έξι μήνες χώρισαν! Πάλι καλά που τους γύρισε το μονόπετρο η νύφη!"

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Θαλασσινός "τόπος" που δεν έχει ψαρευτεί για κάποιο διάστημα και ως εκ τούτου "πολλά υποσχόμενος" (στις μέρες μας υπάρχει μόνο στα όνειρα και τη φαντασία μας). Την άκουγα στα παιδικά μου χρόνια από τον παππού μου, τον καπτα-Μήτσο, κάποιες φορές που ετοιμαζόμαστε να πάμε για ψάρεμα. Πιθανή ετυμολογία από το αμάλαγος: αγνός, ανέγγικτος, παρθένος.

Θα πάμε να ζώσουμε το κάβο της τραμουντάνας*. Είχε δεκαπέντε μέρες γερό μελτέμι και είναι αμαλαγιά!

*τραμουντάνα: ο βόρειος άνεμος (από το ιταλικό tramontana, προερχόμενο από το λατινικό trans montanus: δια του όρους)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προσκολλώμαι, γίνομαι σόσιαλ μύδι, μουνόψειρα, στενός κορσές, καβουρογαμόψειρα.
Η πεταλίδα, όπως το μύδι και το στρείδι είναι μαλάκια, τα οποία προσκολλώνται στα βράχια. Μάλιστα, σύμφωνα με τελευταίες έρευνες τα δόντια της πεταλίδας είναι το ισχυρότερο βιολογικό υλικό στη γή, με αντοχή σε πίεση 4,9 GPa και μπορούν να συγκριθούν με τα ισχυρότερα ανθρακονήματα.

Με βάση τα προηγούμενα, δικαίως η έκφραση χρησιμοποιείται από παλιά, κυρίως από τους ανθρώπους της θάλασσας και όχι μόνο. Ο Τσιφόρος, για παράδειγμα την χρησιμοποιεί συχνά και με την ίδια έννοια και μάλιστα δεν την περιλαμβάνει στο ειδικό γλωσσάρι (βλ. του Τσιφόρου...), επειδή προφανώς την θεωρεί αρκετά διαδεδομένη.

Ρε ό,τι και να λέγαμε, είχε πεταλιδώσει και δεν ξεκόλλαγε με τίποτα! Τι να 'κανα κι εγώ; Λέω της Μαίρης:
«Δεν πάμε για ύπνο αγάπη μου, μήπως θέλει να φύγει ο Τάκης;» Ξέρεις τι μου απάντησε το ζώον;
«Α μπα, δε βιάζομαι να φύγω!»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified