Κοινώς μπερδεύτηκα, τα έκανα σαλάτα!
- Ο Νίκος δεν ήταν αυτός που τα είχε με τη Μαρία;
- Μου φαίνεται έχεις μπερδέψει το πουλί σου με το πουλί του!
Κοινώς μπερδεύτηκα, τα έκανα σαλάτα!
- Ο Νίκος δεν ήταν αυτός που τα είχε με τη Μαρία;
- Μου φαίνεται έχεις μπερδέψει το πουλί σου με το πουλί του!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Ο Φλεβάρης λόγω του ότι έχει λιγότερες μέρες από τους άλλους μήνες χαρακτηρίζεται κουτσοφλέβαρος. Αλλάζοντας το πρώτο γράμμα, ο κουτσοφλέβαρος γίνεται πουτσοφλέβαρος. Ο όρος πουτσοφλέβαρος, είναι εύηχος και εκφραστικός όρος. Πώς θα μπορούσε όμως, να χρησιμοποιηθεί;
2.Ο όρος θα μπορούσε να ειπωθεί χιουμοριστικά, όταν κάποιος πάει να ρίξει ένα φλεβαριάτικο πέο κάτουρο, όταν κάποιος θέλει να φτιάξειπλεκτό φλεβαριάτικα, αλλά κι όταν κάποιος θέλει να βουτήξει φλεβαριάτικα τον κολιό στο ξύδι. Εδώ ειδικά παίζει παραφρασμένα η παραπάνω παροιμία ως: «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καυλοκαίρι θα μυρίσει», με έμφαση φυσικά στη λέξη καυλοκαίρι (καιρός όπου εφαρμόζεται το δόγμα:Τελεία και καύλα).
Όταν ο κουτσοφλέβαρος εκφέρεται πουτσοφλέβαρος, θυμίζει τον Χατζηχρήστο που ως Ζήκος στην ταινία: «Της κακομοίρας», έλεγε: «Αν ξεδιπλωθώ θα γίνω 1 και 90». Μα πως θα ξεζιπαριστεί ο πουτσοφλέβαρος; Ας είναι καλά το πρώτο συνθετικό της σύνθετης λέξης (πούτσος), που 'χει πτυσσόμενεςιδιότητες. Αλλά κι η λέξη «φλέβα» που περιέχεται στον όρο, κάνοντας συντροφιά με τη λέξη πέος, δίνει τη δική τους χροιά στα πράγματα. Να τι λέει ο link για αυτό.
Πέρι: Άκουσες Λίλιαν; Η Πούτση κι η Πετρούλα είπαν πως αύριο θα έχει πουτσόκρυο. Κανονικός πουτσοφλέβαρος!
Λίλιαν: Ε τότε, δεν έρχεσαι απ' το σπίτι να μου ρίξεις έναν ξεγυρισμένο πουτσοφλέβαρο; Λέω να φωνάξω και τη φίλη μου τη Μαρία, την κουτσή, ξέρεις, για να γίνει κουτσοφλεβαριάτικα το γαμήσι της κουτσής. Το συνιστά κι ο Πάνος ο φίλος μου.
Πέρι: Άμα θα 'ρθει κι η κουτσή Μαρία έδεσε το γλυκό. Μα για στάσου. Γι' αυτό το γαμήσι χρειάζεται και ένα τούβλο. Πού θα βρούμε;
Λίλιαν: Θα φωνάξουμε τον Μιστόκλα. Μιλάμε για το... τούβλο.
Ο Πέρι πάει να φύγει...
Λίλιαν: Πού πας;
Πέρι: Πάω τουαλέτα μωρέ για να ρίξω έναν πουτσοφλέβαρο.
Λίλιαν(με διάθεση πειράγματος): Πας να φτιάξεις πλεκτό, ή να κατουρήσεις;
Πέρι: Χα χα χα... Σωραία! Δε μου λες ρε, μιας και μιλάμε για ντύσιμο, δε μου 'πες, τι φόρεμα θα φοράς αύριο;
Λίλαν: Κούτσι φόρεμα, για να ταιριάζει στην περίσταση.
Got a better definition? Add it!
Φασπούτσι ή φασπούτς θα μπορούσαμε να πούμε το «μία στα όρθια» ή το πολύ γρήγορο πιστόλι που εκπυρσοκροτεί σε χρόνο dt. Η κατάσταση αν και κατά κανόνα είναι χαμηλής ποιότητας, σε πολλές περιπτώσεις καταφέρνει να εκτονώνει πόθους της στιγμής, με πολλή ένταση και μεγάλη ικανοποίηση στους συμμετέχοντες.
Το φασπούτσι. μπορεί να γίνει σε πολλούς χώρους όπως τουαλέτες καταστημάτων, αυτοκίνητο, παραλίες κ.λπ.
Αν δώσουμε στην «φάση» την έννοια που αφορά τις αλλαγές των φάσεων της σελήνης, τότε έχουμε τις αλλαγές των φάσεων της πούτσας ,σε διάφορες καταστάσεις όπως: μετά το πρωινό ξύπνημα, περιβάλλον πουτσόκρυου κ.λπ.
Αν δώσουμε στην «φάση» την έννοια του στιγμιότυπου σε αγώνα, τότε έχουμε την φάση σε γήπεδο με αντίπαλους τους δυο αιωνίους: μουνομάχοι vs μουνόλυσσας.
Εχτές ήπια τόσα ξύδια που δεν καταλάβαινα τίποτα! Μέχρι και φασπούτσι έφαγα. Ούτε το όνομά του δεν ρώτησα!
Σχετικό: ταχυπηδήκουλας
Got a better definition? Add it!
Ως γνωστόν, ως εισπράκτωρ ορίζονταν ο εργαζόμενος εις τα λεωφορεία, ο οποίος ήτο καθήμενος εν τω μέσω του οχήματος και εισέπραττε χρηματικό αντίτιμο του εισιτηρίου, ήτοι ναύλα.
Ο εισπρώκτορ (εκ των λέξεων: εισπράκτορας + πρωκτός) δεν εισπράττει χρήματα αλλά πέη παρά τον πρωκτό, ήτοι καυλ(ι)ά.
Ενίοτε η λέξη χρησιμοποιείται αναλλοίωτη μετά της σχετικής κινήσεως (σχηματισμός κύκλου αυξομειούμενης διαμέτρου με τον αντίχειρα και τον δείκτη, δηλωτικού της κινήσεως της πρωκτικής οπής του ομοφυλόφιλου κατά την... πρωκτοδιεύρυνση!).
Ευτέρπη: «Α, κοίταξον! Ο Νικόλας! Οποίος ανδρας!»
Χαρίκλεια: «Ματαιοπονείς φιλτάτη! Ούτως ανήρ, εστί... τοιούτος ανήρ! Ήτοι εισπρώκτωρας!»
Ευτέρπη: «Οϊμέ!»
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για να στιγματίσουμε την σεξουαλική ζωή κάποιου (μόνο για πούστηδες).
- Ρε Μήτσο τον βλέπεις αυτόν που χορεύει περίεργα ;
- Ναι ρε φίλε, μεγάλη αδερφάρα!
- Μόνο αδερφάρα; Αυτός είναι για τον πουστοστρατό!
Got a better definition? Add it!
Η λέξη, ως κλητική προσφώνηση, έχει πολλαπλές έννοιες ανάλογα με το ποιος, για ποιον και σε ποια περίπτωση την λέει.
Προηγούμενος ορισμός έχει καλύψει την περίπτωση να την λέει άντρας.
Εδώ συμπληρώνουμε τις εξής περιπτώσεις (η παράθεση δεν είναι εξαντλητική, υπάρχουν άπειρες παραλλαγές αλλά οκ, τα βασικά τουλάχιστον):
Υποπεριπτώσεις:
Τελευταίο και κυριότερο:
4#Πασπαρτού: Εκτός των προαναφερθέντων, ας σημειωθεί ότι ο όρος «μωρό μου» μπορεί να χρησιμοποιείται οπουδήποτε, για οποιονδήποτε κ.λπ. στο σπίτι, στο γραφείο, στην εκδρομή, στο πάρτυ κ.ο.κ. Το τί σημαίνει σε κάθε περίπτωση ξεκαθαρίζεται μόνο από το ύφος και τα συμφραζόμενα.
Μανούλα: Νάνι, νάνι το μωρό μου, Νάνι, νάνι το χρυσό μου, Νάνι του να κοιμηθεί, Και καλά να σηκωθεί λαλαλα (χρρρ ύπνος το βρέφος)
Μανούλα: Έλα βρε μωρό μου, σήκω Θανάση να πας στο γραφείο, θα σε διώξουνε πάλι ρε ρεμάλι, αχαΐρευτε που όλη νύχτα γυρνάς στα κωλάδικα και δεν σταυρώνεις δουλειά, ξύπνα ρε Θανάσηηη ανάθεμα την μάνα σου.
Γκόμενα: Έλα βρε μωρό μου, σήκω Θανάση να πας στο γραφείο, θα σε διώξουνε πάλι ρε ρεμάλι, αχαΐρευτε που όλη νύχτα γυρνάς στα κωλάδικα και δεν σταυρώνεις δουλειά, ξύπνα ρε Θανάσηηη ανάθεμα την μάνα σου.
4.-Τασία μου είπε ο Μήτσος ότι σε είδε χτες στον Γονίδη και δεν ήσουνα με τις κοπέλες Τασίαααα με ένα μουστακαλή ήσουνα και σου πέταγε γαρδένιες Τασίαααα
-Έλα ρε μωρό μου ακούς τον Μήτσο, αφού αυτός μου την πέφτει, ψέματα λέει!
(μουσικό background: Madison Avenue - Dont' call me baby, You got some nerve, and baby that'll never do... It's time you knew I'm not your baby)
-ΜΗ ΜΕ ΛΕΣ ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΤΑΣΙΑΑΑΑΑΑΑ
(μουσικό background: ήχοι από μπατσίδια)
5. Barbie: Μωρό μουυυυυ... Γλυκουλίνι και τζιβιντζουλίνι μουυυυυ... Περνούσα σήμερα από τον Καίσαρη και δεν θα το πιστέψεις! Ένα περιδέραιο φώναξε το όνομά μου! Μωράκι πάμε να το δούμε παρεΐτσαααα;;;
Σωστός διάλογος:
-Ναι μωρό μου, έτσι μωρό μου, μμμμ εκεί, εκεί, ναι, ναι, εκεί, τελειώνω μωρό μουυυυ
(Έτς!)
- ...και μετά, το μωρό μου, με πήγε στο Queen's για βάφλα!
- Ποιο Queen's, εκεί πηγαίνανε οι γέροι μου ρε, δεν ήξερα ότι λειτουργεί ακόμα... Να πάμε καμια μέρα όλοι μαζί.
-Δεν θα σαι καλά ρε, εκεί πλέον θα πηγαίνω μόνο με το μωρό μου, θα είναι το μέρος μας.
- Έτσι που λες Γιάννα μου, να δεις μπράτσα, να δεις κοιλιακούς, να δεις αντοχή, τρεις φορές σε μισή ώρα ρε, απίθανο σου λέω το μωρό
-Ου μωρή πιπινατζού γυναίκα, ό,τι κορόιδευες...
-Αχ Γιάννα μου, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο μπαλέτο.
Got a better definition? Add it!
Με την κλασσική έννοια, αγιασμός είναι η λειτουργία που γίνεται στην εκκλησία, κατά την οποία ο ιερέας αγιάζει το νερό(αγιασμό επίσης) που μ΄ αυτό θα ραντίσει και θα ευλογήσει τους πιστούς.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η λειτουργία του αγιασμού αφορά τη λειτουργία της πεολειχίας στο γήπεδο από τον μπαργαλάτσο επιβήτορος.Εκεί παρέχεται ο αγιασμός που δεν έιναι άλλος από τη λάβα που εξέρχεται εκ του μπαργαλάτσου.
Αν το άτομο που θα λάβει την ευλογία είναι εξπέρ στα πνευστά, θα ευλογηθεί καλύτερα αφού δια των αριστοτεχνικών στοματικών κινήσεων του, θα επιτευχθεί μεγαλύτερη παραγωγή αγιασμού, η οποία θα αξιοποιηθεί καταλλήλως αφού δε θα χαθεί ούτε σταγόνα.
Ωστόσο και δια της διασπερματέυσεωςθα μπορούσε να επέλθει ο αγιασμός δια ραντίσματος του ατόμου που θα λάβει την ευλογία σε συγκεκριμένο μέρος του σώματος του.
Αν και ο κλασσικός αγιασμός μπορεί να δοθεί και εκτός εκκλησίας καθώς και σε διάφορες χρονικές στιγμές της ημέρας, εντούτοις ο συγκεκριμένος αγιασμός έχει μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας.Παρέχεται οποτεδήποτε και οπουδήποτε συμφωνηθεί κοινά από τον επιβήτορα και από το άτομο που θα λάβει την ευλογία, έχει δεν έχει απεργία η ΕΥΔΑΠ.
Σημείωση:
1.O αγιασμός μπορεί να δοθεί είτε prive, είτε όχι, π.χ
2.Σε αντίθεση με την κλασσική περίπτωση όπου οι αναμένοντες την ευλογία δε συμμετέχουν στην παραγωγή αγιασμού, εδώ απαιτείται ο επιζητών την ευλογία να συμμετάσχει μετά του επιβήτορος (ποιμένος) δια την παραγωγή του αγιασμένου υγρού.
Αναφέρεται περιστατικό που συνέβη την 31/1
Παπα Γιώργης:Λάουρα να σε βλέπουμε και λίγο στην εκκλησία.Σε βλέπω κάποιες Κυριακές που περνάς αξημέρωτα την ώρα που πάω να ανοίξω την εκκλησία για τη λειτουργία αλλά μάλλον από ακολασίες γυρίζεις.Ελα αύριο ευλογημένη να πάρεις αγιασμό.
Η Λάουρα όμως ξεχάστηκε.Το βράδυ το είπε στον Μένιο.Ο Μένιος κοιτώντας την πονηρά της λέει:
-Μην ανησυχείς μανάριμου.Για σένα τώρα τις απόκριες και παπά Μένιος ντύνομαι.Γιαυτό σγούψε ευλογημένη και έλα να πάρεις αγιασμό.
-Και που είναι η εκκλησία σου παπά Μένιο μου;
-Εκει που είναι το καμπαναριό μου.Αντε, τι περιμένεις;
Λέξεις για το σπέρμα: αγιασμός, γιαούρτια, κατάθεση, λάβα, μαλακία, ματσαφλόκια, μυτζήθρα, παπαροζούμι, παχιά, πέο τζους, πηχτή, σκάγια, σως, το άσπρο που κολλάει, του πουλιού το γάλα, τσουτσού σορόπ, τσουτσουνόζουμο, τυρί, φλόκια, χοντράδια, χυσαμόλι, χύσια, ψωλόχυμα.
Got a better definition? Add it!
Μετά την κατάποση βιάγκρα, κατά το «η κλήση σας προωθείται» των κινητών.
Σαφές.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Η κωλοσχισμή, επειδή χωρίζει στα δύο τους γλουτούς, όπως η χωρίστρα την κόμμωση.
-Μάνα μου η χωρίστρα σου!
Βλ. και κωλοχαράδρα, κωλοσχισμή, χαράδρα
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Από το «τρώω-φας» πούτσα. Λένε και «φασπούτσι απ' τον τόπο σου».
Έτσι όπως συμπεριφέρεσαι πας ολοταχώς για φασπούτσι!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified