Further tags

Αυτός που χάνει συνέχεια στο τάβλι και απ' όλους.

- Έλα ρε πελάτη να σε παίξω άλλη μια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το άτομο που συχνάζει τακτικά και παίζει πολλά λεφτά στον ιππόδρομο. Ξέρει τα ονόματα των αλόγων πιο καλά και απο των παιδιών του.

Ρε τον Βαγγέλη! Εχω να τον δω 2 μήνες τώρα. Πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις, πάλι στον ιππόδρομο θα είναι! Μεγάλος αλογομούρης!

(από gaidouragathos, 15/04/12)(από jesus, 02/07/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όνομα - παρατσούκλι κατά τους αλογομούρηδες, για το αργό άλογο, που δεν έχει καμιά ελπίδα να κερδίσει. Χρησιμοποιείται και απο τους οδηγούς αυτοκινήτων όταν πρόκειται για αργό - δυσκίνητο ή παλαιό αμάξι.

- Έκανα κόντρα με ένα φτιαγμένο Punto αλλά έφαγα τη σκόνη του. - Εμ τι πας και συ να συναγωνιστείς με τον Αστραχάν!

Βλ. και γαϊδούρι, μουλάρι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην γλωσσα των αλογομούρηδων, όπως και το γαϊδούρι, σημαίνει το αουτσάϊντερ άλογο, το αργό, με τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει.

- Κοίτα τον κωλόφαρδο! Πόνταρε σε μουλάρι και κέρδισε!

έχω άσχημα γούστα εγώ αγόρι μου!!! (από Fotis Nitsiopoulos, 15/07/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην γλώσσα των αλογομούρηδων, το αουτσάιντερ άλογο, το αργό, με τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει.

-Καλά πόνταρες το νούμερο 6;
-Ναι έχει καλή απόδοση.
-Επειδή είναι γαϊδούρι γι΄αυτό!

Βλ. και μουλάρι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος έκανε κάτι και τώρα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση.

- Φίλε τράβηξες βαλέ από 17. Η Μαρία το έμαθε ότι βγήκες με την πρώην!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Ο ανίκανος, ο άχρηστος.
  2. Το χειρότερο φύλλο της τράπουλας (ανάλογα με το παιχνίδι).
  1. - Σήμερα στη δουλειά ήρθε ένας καινούργιος μεγάλο λιμό. Του έλεγες να κάνει κάτι, και στην κοσμάρα του.

  2. - Άντε ρε, θα μου έρθει κανένας άσσος ή όλα τα λιμά;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άλλος ένας χαρακτηρισμός για τα ζάρια. Θα συναντήσουμε αυτόν τον όρο σε καφενειακούς χώρους και στα υπόγεια κρατητήρια της ΓΑΔΑ

Πήγα στο καζίνο κι έχασα 50.000 ευρώ στα κόκαλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο υπερβολικά εθισμένος με online (συχνά MMORPG) παιχνίδια (Lineage, WoW, Second Life...), σε βαθμό απομόνωσής του από το περιβάλλον. Συναντάται επίσης και ως καμένος, καψίδι, καΐλα. Μπορεί να είναι από 12 έως και 35 ετών, και συχνά δέχεται λοιδορίες από τους συνομηλίκους του.

- Τι έγινε, ρε, θα παίξουμε καμία μπάλα;
- Άστα, ρε, τους μίλησα, αλλά μου 'λεγαν κάτι για ένα κουέστ που έιχαν να κάνουν, δεν πολυκατάλαβα...
- Όχι, ρε! Πάλι στα ίντερνετ καφέ πάνε και καίγονται τα καψίδια; Ανάθεμα τη μέρα που τους έμαθε το Λαϊνέιτζ ο καΐλας ο Δημήτρης!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάθε μικρή μπάρα απο ραβδόγραμμα που πληροφορεί για στατιστικά όπως «ενέργεια χαρακτήρα», «χρόνος που απομένει για να τελειώσει η πίστα» κ.λπ. σε (βιντάζ) ηλεκτρονικό παιχνίδι.

- Πού κρύφτηκες ρε μαλάκα πίσω απ'το βαρέλι γαμώ το κέρατό σου! Έλα ρε που πλάκωσαν κι'οι χοντροί!
- Έχω μείνει με δυό πουτσίτσες ρε μαλάκα, μιά φάπα και χάνω ζωή...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified