Παλιά αργκό για το ρέψιμο. Από την ομοιότητα με ήχους της αποχέτευσης.

Ο Πάκης είναι στ' αρχίδια του όλα ρε σύ, πολύ ζώον. Να φανταστείς, ήμασταν προχθές στο τσέχικο με κάτι γκόμενες που γνωρίσαμε 'πιτόπου και πίναμε μπίρες. Και τί κάνει ο ανεκδιήγητος; Κατεβάζει ένα κρίκερ απνευστί και πατάει έναν βόθρο που το ποτήρι ράγισε... 'Ντάξει ρε φίλε, είπαμε, χέζε και στο δάσος άμα λάχει να 'ούμε, κάνα πρόβλημα. Στην π ό λ η ομως τί ζητάς;...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η ερώτηση είναι ρητορική (αν είναι δυνατόν!). Απευθύνεται στον πλησίον μας που προβαίνει σε εξαιρετικά σιχαμερές ενέργειες, πράξεις, εμφανέστατα, εντονότατα, απροκάλυπτα, δίπλα μας, χωρίς προσχήματα, προκλητικότατα, φωνακλάδικα, όπως:
ρέψιμο, κλάσιμο, φτέρνισμα, βήξιμο, φύσημα μύτης, εξόρυξη κακαδιών μύτης, ξεφλούδισμα πληγών, ρίψη ροχάλας σε μέγεθος ταλίρου κ.λπ. κ.λπ.

Στο συμμαθητή που αμολά τη πράσινη ροχάλα στο προαύλιο του σχολείου, λίγο πριν την πρωινή προσευχή:
-Καλά ρε πούστη μου, εδώ ήρθες να ψοφήσεις;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το γάργαρο ρέψιμο.

Νίνος: Με κόλα ρε μαλάκες, στάνταρ...
Λίνος: Παπαριές λές, σεβενάπ δαγκωτό.
Ντίνος: Καί οι δύο είστε λάθος –κοακόλες και γκαζόζες και σαχλαμάρες... Ά' δε πιείς τη σουρωτή σου να στανιάρεις, πώς θα βγεί η καθαρεύουσα ρε μάγκες; Καθάρια πράματα. Να φανταστείτε, πρίν, απο εκπομπή, ο Ζουράρεις –ή μήπως Ζουράρυς;... χμμ...– τελοσπάντων, πάντα κατεβάζει μία σόδα. Μή μιλήσω για τον παπά της ενορίας πρίν το κήρυγμα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι το ρήμα που χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε την σπάνια περίπτωση, όπου κατά την διάρκεια ενός κουρέματος ρευόμασταν (ή αντίστροφα κατά την διάρκεια ενός ρεψίματος κουρευτήκαμε).

Αυτά.

- Ω με γεια, με γεια...
- Ναι ναι ξέρω. Κρεύτηκα...( ΓΚΚΚΚΑΑΑΟΟΟΥΥΥΡΡΡ )

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εξελληνισμός της αγγλικής λέξης lion. Χρησιμοποιείται από το άτομο για να δείξει ότι ρεύτηκε.

- Λάιον.
- Τι ρέψιμο είναι αυτό ρε μας κούφανες!

Δες και Μέτρο-Γκόλντουιν-Μάγερ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελαφρώς σινεφίλ ορισμός του ρεψίματος. Όπου ο παραγωγός του ρεψίματος, αμέσως μετά το ρέψιμο που εκτελείται με κίνηση της κεφαλής δίκην βρυχηθμού λέοντος, αναφωνεί: ΜΕΤΡΟ-ΓΚΟΛΝΤΟΥΙΝ-ΜΑΓΕΡ!, το οποίον παραπέμπει και στις γνωστές εισαγωγές ταινιών της περί ου ο λόγος εταιρείας με σήμα το λιοντάρι που βρυχάται δις.

Ο ΡΕΨΑΣ: «Κρρρρρρρρ! Ξέρω και τις άλλες τρεις λέξεις! ΜΕΤΡΟ-ΓΚΟΛΝΤΟΥΙΝ-ΜΑΓΕΡ»
Και η ομήγυρις ανταπαντά: «Σκάστε ρε! αρχινάει ο ΡΑΪΑΝ!»

(για τον γερμανό μεταφραστή) (από Galadriel, 28/05/12)

Δες και λάιον.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφώνημα, όταν ρεύεται κάποιος. Δεν βγαίνει από το «μοσχάρι», αλλά από το άρωμα του «μόσχου», όπως στα «μοσχοβολώ», «μοσχομυρίζω» κτλ. Υπάρχει και ζώο που λέγεται μόσχος και δεν έχει σχέση με το μοσχάρι, αλλά είναι σαν ελάφι.

- Μπουρουά, ουουγκρ (δυνατό ρέψιμο).
- Μόσχος!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφώνημα. Χρησιμοποιείται μετά από παρατεταμένη, ακούσια και, τρόπον τινά, αιφνιδιαστική διάχυση σπαραξικάρδιου ήχου ερυγής, γουργουρίσματος ή βεβιασμένης εισπνοής που οφείλεται σε απότομη σύσπαση του διαφράγματος (λόξιγκας).

Συνοδεύεται από παιγνιώδες βλέμμα, που υπονοεί τη σύλληψη του «εν τω πράττεσθαι εγκλήματος» (in flagrante delicto) και χαμόγελο συνωμοτικής κατανόησης για το μάταιο της ύπαρξης.

Ρίκα: γκράου, χικ, μπρρρ...
Ρίκος: μότσκοτς!1

Λογοπαίγνιο με το μόσχος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιορισμένης διάδοσης ευφυές λογοπαίγνιο, που συμπεριλαμβάνει όλα τα ηχητικά εφέ που συνοδεύουν καταληκτικές και καταλυτικές απαντήσεις εντός μιας αντρικής συζήτησης όπως το κλάσιμο και το ρέψιμο.

- Τί θα γίνει ρε παπάρα;; Θα σηκωθείς ποτέ να φύγουμε;; Αργήσαμε!!
- Δε γαμιέσαι ν' ασπρίσεις; Από τις 10 η ώρα θα πάμε μπουζούκια, με τις γιαγιάδες;;
- Τελείωνε!!!
- Πρρρρρρρρρρρρρρρρρτσσσσσσσςςςςςς!!!!! Τσίμπα και τη μουσική απόκρουση και παράτα με στην ησυχία μου, να καυλαντίσω με κανά μουνάκι στο φέης!!

Butthole Surfers φορέβα! (από MXΣ, 13/01/10)(από Jonas, 13/01/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προτροπή που εκφέρεται απαραιτήτως σε εντόνως ειρωνικούς τόνους στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

  1. Όταν κάποιος χρονοτριβεί να αποφανθεί επί τινός ζητήματος και κωλυσιεργεί, κοινώς μας έχει γκαστρώσει. Επί παραδείγματι, είμεθα σε καφετέρια, η σερβιτόρα έχει ρωτήσει τι θα πάρουμε και περιμένει απάντηση, ενώ ο δικός μας περί άλλα τυρβάζει, κοινώς το χαβά του. Η σερβιτόρα, που εξακολουθεί να στέκεται από πάνω μας σα χριστουγεννιάτικο δέντρο χωρίς τις μπάλες (ή και με μπάλες, ο νοών νοείτω, χε χε) αρχίζει να τα παίρνει. Τότε ακριβώς σκάει η ατάκα: πες τα ρε νταλάρα! Σε πιο λάιτ εκδοχή παίζει και το «πέστα χρυσόστομε». Στόχος να εξέλθει ο αποδέκτης της εν λόγω ατάκας εκ της νιρβάνας του και να τσουλήσει το θέμα.

  2. Μετά απο μεγαλοπρεπές ρέψιμο (μπερπ) το «πες τα ρε νταλάρα!» έρχεται εν είδει επιβράβευσης από την παρέα στο περήφανο μοσχαράκι, που καμαρώνει για την παλιμπαιδιστική συμπεριφορά του. Σε πιο εξτρίμ καταστάσεις, ενδεχομένως να παίζει και μετά από ηχηρό κλανίδι (δε μου έχει τύχει).

Εις αμφότερες τις περιπτώσεις, κοινό υπόβαθρο και προϋπόθεση για την ατάκα είναι η παγκοίνως εμπεδωμένη στη συνείδηση του λαού μας ότι ο νταλάρας πάντα «βγαίνει και τα λέει». Δε θα επεκταθώ σχετικά, και σας παραπέμπω στα επίλοιπα νταλαροειδή λήμματα.

Κι άλλο;

Ο διευθύνων το Ινστιτούτο Διεθνούς Χρηματοοικονομικής (IIF) Charles Dallara. (από Khan, 25/07/11)(από earendil_ath, 12/08/12)

Δες λοιπόν και νταλάρας, δε(ν) μας χέζεις ρε Νταλάρα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified