Λεξιπλασία αποτελούμενη από τις λέξεις Χαϊλάντερ και ντίρλα.

Περιγράφει άτομο το οποίο βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση μέθης και που παρ' όλα αυτά συνεχίζει να πίνει χωρίς να χαλιέται ποτέ. Επιπλέον δεν υπάρχουν μαρτυρίες ή ντοκουμέντα ότι έχει γίνει λιώμα στο παρελθόν, σε βαθμό που τίθεται θέμα μυθοποίησής του.

Με άλλα λόγια, είναι ο ντούρασελ κρασοπατέρας, απρόσβλητος από το αλκοόλ (όπως κι ο μυθικός Σκωτσέζος από τα δεινά εν γένει), ο «άνθρωπος σφουγγάρι» που απορροφά τα ποτά χωρίς φόβο και πάθος.

- Πάμε να πιούμε κανα κρασνιάκ;
- Κανα τι;;;
- Κρασνιάκ... κρασί με κονιάκ... δεν έχεις πιει ποτέ;
- Κοίτα... εσύ μπορεί να είσαι ο Χαϊντιρλάντερ ο ίδιος, αλλά εγώ δεν έχω καμία όρεξη να τρέχω για πλύσεις στομάχου μετά...

Heidi - lander (από Vrastaman, 26/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προκύπτει από την παράφραση της λέξης πυρασφάλεια και εκφράζει :

1. Tη διαθεσιμότητα και επάρκεια μπύρας σε φιλικά τσιμπούσια κλπ προκειμένου οι συνδαιτυμόνες να οδηγηθούν σε ολοκληρωμένες εμπυρίες και να μην κρεμάσει το σύστημα κατά την ανοδική πορεία προς το τσακίρ κέφι τη χαλάρωση, το ρισετάρισμα του μυαλού, την πλήρη φόρτιση των αλκοολικών μπαταριών, την κατάσταση κροκοκοδειλοποίησης, λιάρδαςκαι σταφίδας. Είναι άλλωστε άτοπο και κρίμα, το να αναρωτιέται κανείς: two beer or not to beer, όταν δεν υπάρχει απόθεμα.

Παρόλες όμως τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις που μπορεί να κάνουμε, μπορεί να ξεμείνουμε και μοιραία να φτάσουμε σε empty fuel κατάσταση, είτε λόγω αυξημένου αριθμού συνδαιτυμόνων, είτε γιατί θα μπορούσαν να 'ρθουν απρόβλεπτα και κάποιοι με αναπτυγμένους μπυροκοιλιακούς, είτε λόγω ότι κάποιοι συνδαιτυμόνες μπορεί να αποδειχθούν μπυρωινομανείς, είτε λόγω του ότι κάποιοι που πίνουν άλλα ποτά μπορεί να το γυρίσουν σε μπύρες, είτε λόγω απρόβλεπτης τάσης για υπερκατανάλωση που μπορεί να οφείλεται στο δέσιμο της ομάδας, στην ανεβαστική μουσική, στο ζέσταμα της ατμόσφαιρας και γενικότερα σε διάφορες συγκυρίες που μπορούν να δράσουν ως σουβλάκι ή ντόμινο ώστε να παρασύρουν τους άλλους και έτσι σε dt να ξεμείνουμε από μπύρες. Γι' αυτό προτείνεται να γίνει κάτι που συμβαίνει στο management των επιχειρήσεων. Μιλάμε για την έγκαιρη στιγμή ζήτησης παραγγελίας ανανέωσης του μπυροστόκ (στοκ από μπυρόνια), ώστε η παραλαβή του νέου στοκ, να μη γίνει αργότερα από την οριακή στιγμή κατάρρευσης του υπάρχοντος στοκ και έτσι να ξενερώσει η βραδιά, εκεί που καλά καλά έχουν αρχίσει να ζεσταίνονται οι κινητήρες. Οπότε ο beer administrator (διαχειριστής μπυροκατάνυξης) προτείνεται να ’ναι ορθολογιστής, να μπορεί να ελέγχει την κατάσταση (από θέμα εμπυριών τη βραδιά της μπεκροκατάνυξης) αλλά και να έχει εμπειρία από εμπυρίες και σχετικές κραιπάλες ώστε η εκτίμησή του να ‘ναι σωστή. Αν δεν πιάσει τον στόχο του (διαθεσιμότητα μπυρών), θα χαρακτηριστεί στόκος, αφού το νέο στοκ δεν κατέφθασε έγκαιρα.

2. Οποιοδήποτε μέτρο εξασφαλίζει τη διαφύλαξη της άρτιας κατάστασης του στοκ των διαθέσιμων μπυρών (Παράδειγμα 2) και αποτρέπει την κατανάλωση του περιεχομένου μεμονωμένων μπυρών ή στοκ αυτών, από μη εξουσιοδοτημένα άτομα (Παράδειγμα 3)

Σημείωση: θα μπορούσε να επισημανθεί πως, ενώ η πυρασφάλεια αφορά την καταστολή μιας εκδηλωθείσας φωτιάς, η μπυρασφάλεια αφορά όλες εκείνες τις ενέργειες που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί το άναμμα του υγρού πυρός. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνδυαστούν οι δυο αυτές καταστάσεις (βλ. παράδειγμα 4)

  1. Πρόκειται να γίνει τσιμπούσι με μπιρίτσουαλς στο σπίτι του Μήτσου.
    - Μήτσο πως πάμε από μπυρασφάλεια; Όλη η ομάδα έχει τα κέφια της απόψε και θέλουμε να το κάψουμε.
    - Μέινε ήσυχος. Είμαι εμπυροπόλεμο άτομο. Έχω κάνει τέτοιες προμήθειες που τόσοι κι άλλοι τόσοι να 'ρθουν θα περάσουμε μάχιμα και με το περίσσευμα θα μπουγελωθούμε, θα ποτίσουμε τα λουλούδια του κήπου και θα μεθύσουμε και τις κότες στο κοτέτσι.
    - Καλός είσαι ρε μαλάκα. Εσύ μέθυσες από τώρα.

  2. - Άκου να δεις τι διάβασα στο http://stilitis.blogspot.com/2008/09/blog-post.html Απίστευτη μπυρο-είδηση! Αυστραλός οδηγός έβαλε ζώνη σε κιβώτιο μπύρας στο πίσω κάθισμα και όχι σε 5-χρονο ενώ οδηγούσε! Συγκεκριμένα, στο αυτοκίνητο βρίσκονταν 4 ενήλικες, 2 μπροστά και 2 πίσω, και το 5-χρονο. Αντί όμως το μικρό να πάρει την τρίτη θέση στο πίσω κάθισμα, ανάμεσα σε αυτούς που ήταν πίσω ''καθόταν'' ένα κιβώτιο με μπύρες, ''ασφαλισμένο'' με τη ζώνη ασφαλείας σαν κανονικός συνεπιβάτης! Το 5-χρονο ήταν κάτω στον κεντρικό χώρο για τα πόδια... Οι αστυνομικοί οι οποίοι σταμάτησαν το όχημα για έλεγχο έμειναν με το στόμα ανοιχτό!
    - Αυτό θα πει μπυρασφάλεια

  3. Πάτα εδώ

  4. Και εκτός από όλα τα άλλα έκανα καλούς φίλους από την πυρασφάλεια. Η πυρασφάλεια ενίοτε τα βράδια μετατρέπεται και σε μπυρασφάλεια.

http://iliotropio.blogspot.com/2005/07/blog-post.html

(από GATZMAN, 04/11/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνοδεία του, καβάλα σε καναπέδες, έχουν γράψει ιστορία πολλές παρέες, συχνότατα μπροστά σε τηλεοπτικές οθόνες όπου λαμβάνουν χώρα ποδοσφαιρικά κι άλλα πρωταθλήματα, διαγωνισμοί της Eurovision, εκλογικά αποτελέσματα, εγκληματικά αποκτημένες ταινίες αλλά κι όποτε άλλοτε κάτι φέρνει πιο κοντά.

Βολικό· δεν χρειάζεται να πλυθεί σχεδόν τίποτε μετά, αφού «η κότα, η πίτσα κι η γυναίκα θέλουν χέρι», συχνά ρεφενέ, με χρόνο προετοιμασίας ένα τηλέφωνο κι ένα μισάωρο, έχει μεν σχεδόν αντικαταστήσει πλήρως τον κοντινότερο στην παράδοση συνδυασμό ούζου – μεζέ, αλλά δίνει δουλειά σε πολλούς πιτσαδόρους που νιώθουν κάτω από παντελόνι και ..σκελέα πως το δίπλωμα δίτροχου είναι, φευ, αποδοτικότερο του μεταπτυχιακού.

Αν και δύναται να προσφέρει τεράστια γευστική ποικιλία ανάλογα με τα γούστα, σαφώς ο συνδυασμός χορτοφαγική με μοναστηριακή υπολείπεται τραγικά τού απ’ όλα με οποιαδήποτε ξανθιά.

Για την ώρα ελάχιστοι έχουν προβληματιστεί αν το περιεχόμενο λουκάνικο παλιά χλιμίντριζε.

Με μόνο σκοπό την πληρότητα ενός πικάντικου menu, να πληροφορήσω πως η αβέβαιη ετυμολογία της ιταλικής «pizza» από το ελληνικό «πίττα» έχει πολλά ερείσματα, ενώ η «μπύρα» μας ήρθε από το βενετσιάνικο «bira» κι αυτό απ’ το γερμανικό «Bier».

Σαφώς σπανιότερα σερβίρεται και το «πιτσόμπιρο».

1. Πώς σας αρέσει να παίρνετε μάτι τον Θρύλο; Άλλοι με πιτσόμπυρο, άλλοι με βουντού και μόνοι, άλλοι με παρέα γένους θηλυκού να τους σπάει τα παπάρια με το οφσάιντ, άλλοι να ασφαλίζουν το σπίτι κα να αυτοσυγκεντρώνονται...

2. Για να καταλάβεις μαντάμ ΑΚΡΙΒΩΣ τι πιστεύει για τη μόδα ο οπαδός, κάνε αυτό το πείραμα. Κουραστική μέρα στη δουλειά τέλος και γυρνάει το αρρωστάκι σπίτι το βράδυ. Παραγγέλνει τηλεφωνικά το πιτσόμπυρο, βάζει τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού και βλέπει με το στόμα ανοιχτό το παιχνίδι μπάσκετ της ομαδάρας του. Εσύ περνάς μια, δυο, τρεις φορές μπροστά απ την τηλεόραση και στο τέλος κάθεσαι μπροστά της (κόβοντας τον Μπατίστ στο κάρφωμα) και του λες:
“Κοίτα αγάπη, αγόρασα αυτό το τζιν σήμερα στις εκπτώσεις. Απ τη «γραμμή» του μπορείς να καταλάβεις ότι είναι ARMANI;”
Σου κόβω στοίχημα μαντάμ, ότι θα στο σκίσει το ΑRΜΑΝΙ ο ΠΑΝΑΘΑΣ

3. Pro evolution πρωταθληματάκια με πιτσόμπιρο από 8 βράδυ μέχρι 8 το πρωί!! α, και το Ninja Gaiden στο χρονόμετρο του παιχνιδιού έχει γράψει 62 ώρες αλλά για να βγάλεις τα bosses σου έβγαινε η ψυχή . οπότε υπολογίζω να μου έχει φάει περίπου 90-100 ώρες καθαρού gaming.

(Όλα απ’ το δίχτυ)

(από sstteffannoss, 23/03/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όρος προερχόμενος από τη σύζευξη των λέξεων λιώμα (σε κατάσταση βαριάς μέθης) και του Λουμίδη, γνωστής εταιρείας παραγωγής καφέ.

Αποδίδεται σε άτομα που κατανάλωσαν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και για τα οποία καθίσταται απαραίτητη η άμεση κατάποση του.

  1. - Τι έγινε ρε χθες πόσο ήπιατε πια;
    - Άστα ρε γύρισα σπίτι λιωμίδης, δεν έβλεπα μπροστά μου πάλι. Ευτυχως μού' φτιαξε η Μαρία φραπέ και συνήλθα.

  2. Στο τηλέφωνο:
    - Έλα Νίκο το' χεις ένα πότο στο στέκι;.
    - Ναι μέσα, άλλα μη γίνουμε λιωμίδηδηδες παλι όμως ε;
    - Ναι ρε μην ανησυχείς, σήμερα λευκό και ποίηση.

  3. - Χθες μού' δωσε ο Αλέξης από το ποτό του και έγινα λιομίδης ρε με δυο γουλιές.
    - Ε ναι ο Αλέξης τον έχει χτίσει το Λουμίδη

Βλ. και λιουμίδης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μπύριασμα, τα μπυρίτσουαλς, το χτίσιμο των κοιλιακών.

- Ανδρέα γιατί μυρίζει μπύρα η ανάσα σου;
- Να σου εξηγήσω μωράκι μου, πήγαμε με τον Παναγιώτη μετά τη δουλειά για μία παγωμένη.
- Ποια μία ρε μωρό μου; Εσύ μυρίζεις σαν την Αθηναϊκή Ζυθοποιία! Δε βλέπεις που έφτασε η μπυροκοιλιά;;;
- Άει παράτα μας κι εσύ. Φεύγω.
- Που πας τώρα;
- Συγχύστηκα και πάω να χτίσω κοιλιακούς...

(από Galadriel, 08/03/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

(ουσ.)
[πορδή + σαμπάνια]

Ένα είδος αφόδευσης κατά την οποία τα κόπρανα αποβάλλονται σε υγρή μορφή και με έντονη ορμή συνοδευόμενα από μεγάλες δόσεις αερίων. Έχει σαν αποτέλεσμα τα κόπρανα να διασκορπίζονται σε όλη την περιφέρεια της λεκάνης.

Ήπια γάλα και καφέ το πρωί και μόλις κάπνισα έτρεξα στην τουαλέτα οπου ακολούθησε τρελλή πορδοσαμπάνια

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφορά με σεβασμό και ταπεινοφροσύνη στην μοντέλο-παρουσιάστρια-τιβιπερσόνα-τραγουδίστρια-απόλυτη ελληνάδα σταρ-προσφάτως και πορνόσταρ-με πονάει η μήτρα μου Τζούλια Αλεξανδράτου, που όλοι ανεξαιρέτως απολαύσαμε στη νέα παραγωγή της υπερμεγεθοτεράστιας τιτανομέγιστης sirinaς «Το απαγορευμένο»! Όπου η -πιο δυνατά ρε μαλάκα- Τζούλια χρησιμοποιεί ως μέσο ηδονής το άδειο μπουκάλι μιας σαμπάνιας.

Ο ορισμός είναι προσβλητικός και χρησιμοποιείται για μείωση!!!

Ουδέν...

(από Khan, 13/11/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μυθικό πλάσμα της αρχαιότητας (λατινικά Onomus Tsintobis).

Διασώζονται μαρτυρίες και περγαμηνές από τον αρχαίο πολιτισμό των Αιγυπτίων, που περιγράφουν επιθέσεις ενός περίεργου άγριου πλάσματος με πορφυρά μάτια επιτίθετο στα χωριά στα οποία παράγονταν ζεστό ποτό με βύνη και λυκίσκο (ανάλογο της μπίρας). Ζούσε κυρίως στις κορυφές των βουνών, αλλά η μυρωδιά της μπίρας το έλκυε από χιλιόμετρα μακρυά.

Αναφορές παρόμοιων επιθέσεων υπάρχουν και στη σύγχρονη ιστορία για παρόμοιο πλάσμα το οποίο αδειάζει οικιακά ψυγεία με οινοπνευματώδη ποτά. Σημαντικότερη η γνωστή ιστορία δύο νέων οι οποίοι προσπάθησαν μάταια να παγιδεύσουν το τσίντοβα ποτίζοντας το με κόκκινο κρασί και μετά ταΐζοντας το καυτό τραχανά (τον οποίο απέβαλλε) για να το αφήσουν αναίσθητο.

Ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε την έκφραση «όνομα τσίντοβα» για να τρομάξουμε και να συμμορφώσουμε άτακτα παιδιά ή κατοικίδια ζώα. Η τεχνική αυτή πραγματοποιείται κρύβοντας το χέρι μέσα στο μανίκι μας, δημιουργώντας έτσι μια αυτοσχέδια μαριονέτα και τσιρίζοντας τσίντοβα.

  1. Αἰγύπτιοι δὲ οἰκηιοῦνται Καμβύσεα, φάμενοί μιν ἐκ ταύτης δὴ τῆς βύνης, Όνομαν Τσίντοβον γίγνέσθαι.
    (Ηρόδοτος)

  2. - Έχουμε καμιά μπίρα στο ψυγείο.
    - Όχι τις πήρε όλες το τσίντοβα.

(από chrismegas, 28/02/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, που σερβίρει ιδιαίτερα αμφισβητούμενης ποιότητας αλκοόλ. Την επόμενη μέρα δεν προλαβαίνεις να δεις το χάρο με τα μάτια σου, γιατί ξυπνάς τυφλός.

Μη μιλάς δυνατά... Πήγαμε χθες σ'ένα χαροστάσιο... και τώρα είμαι χάλια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χιουμοριστική λεξιπλασία, η οποία προκύπτει από τις λέξεις Ιλιάδα και λιάρδα.

Αναφέρεται σε φάση επικών διαστάσεων κατανάλωσης αλκοόλ και μέθης (και των συνεπειών αυτής), αναλόγων δηλαδή με τη βαρύτητα και σπουδαιότητα του πασίγνωστου ομηρικού έπους.

- Έαε, τι γίνεται;
- Χάλια... βγήκαμε χτες με τον Ιεροκλή και τα ήπιαμε... τι τα ήπιαμε δηλαδή, Ιλιάρδα, κανονικά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified