Selected tags

Further tags

Η μεγάλη ερωτική έλξη και γκελ που προκαλείται. Λέγεται κυρίως για πολύ ερωτικές γυναίκες και θηλυκότητες.

Γιατί; Μα, επειδή τελικά το πρώτιστο που απασχολεί τις «Άλφα» γυναίκες είναι

να παντρευτούν «Άλφα» άνδρες και να γίνουν «Άλφα» μητέρες. Και, κάπου, ανάμεσα

στον ρόλο της «Άλφα» συζύγου και μητρός, οι γυναίκες αφήνουν το περιθώριο

στους «Άλφα» – και «Βήτα», και «Γάμμα» – άνδρες συναδέλφους τους να ενωθούν

σε… ανίερες συμμαχίες, προκειμένου να τις υποβαθμίσουν. Να τις ταπεινώσουν.

Και να τις εξαφανίσουν. Ώστε να μπορούν οι ίδιοι, απερίσπαστοι, να διοικούν

τις τύχες του κόσμου. Και να κερατώνουν τις «Άλφα» συζύγους τους με κορίτσια «Βαβαβούμ»… (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Παιδαρωγιός: Σύμπτυξη των όρων παιδαγωγός + αρωγός + υιός (αναφέρεται σε άνδρες). Επιφωνηματικό ουσιαστικό. Παράλληλη συνύπαρξη στερεοτυπικά αντίθετων χαρακτηριστικών προσωπικότητας, άντρας ιδιαίτερα ποθητός στον γυναικείο πληθυσμό. Συνδυασμός βασικών χαρακτηριστικών στοιχείων αντρίλας, βαρβατίλας, σεξουαλικότητας, πνευματικότητας, δημιουργικότητας, στοργικότητας και ευαισθησίας.

"Μου μιλούσε χθες το ντερέκι ο Μπόκης για την 2χρονη κόρη του, τα ξενύχτια και την αγάπη που της έχει και μου ξέφυγε, Αχ τι άντρας είσαι εσύ! Σωστός παιδαρωγιός! Έγινα χώμα στα μάτια του"

Got a better definition? Add it!

Published

Ο Έλλην ανηρ, επειδή είναι ανηρ και επιβάλεται να είναι ανηρ (αν ενθυμούστε την φράση...!) ενίοτε εφορμα στα θηλυκά που θα δει άλλοτε με θάρρος και τρόπο (δεσποινίς μου, θα ήτο τιμή μου να σας @#$$#$$), άλλοτε με παροχή υλικών αγαθών (κέρασμα σφηνακίων σε μπαρ, τα οποία σφηνάκια φτάνουν σε δυσθεώρατο αριθμό) και άλλοτε με ακόμα χειρότερους και αναποτελεσματικούς τρόπους (έχω και κότερο, πάμε μία βόλτα;). Εν πάσει περιπτώσει όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι προσέγγισης απαντόνται στον τύπο άνδρα που λέγεται "πέφτουλας" ή, όπως είναι πλέον της μοδός, "γύπας".

Ο γυψ, ή αλλιώς όρνιο ή σκάρα κ.α., εφορμά αργάαααα και σταθεράαααα νομίζοντας ότι εφορμά γρήγορα, παρατηρεί τι διαθέσιμο υπάρχει δια ώρες και το μόνο που ημπορεί ή ηξεύρει να πιάσει, είναι πτώματα. Έτσι και ο άνδρας-γύπας: παρουσιάζει την εμφάνιση του γυπός (κούκλος, κούκλός!), παρατηρεί, εφορμά και είναι τόσο αργόοοοος και προβλέψιμος που αποτυγχάνει πάντα και πανταχόθεν. Έπειτα ξαναπροσπαθεί, ξαναπροσπαθεί και ξανά προς την δόξα τραβα.

Απαντάται η λέξη αυτή και σε υπερθετικό βαθμό, ως "γυπαετός", ήτοι μέγιστος γύπας. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται...!

Φαίδων: "Κατοπιν εκτενούς παρατηρήσεως φίλτατε Αγαθοκλή, επαρατήρησα ούτη υπέροχη νεαρά δεσπόσύνη. λαμβάνω σφηνάκια και... εφορμώ ως JU-52!" Αγαθοκλής: "μα είναι η πέμπτη φορά σήμερον, η πέμπτη άκαρπη φορά! Ηρέμησε πλέον! Έχεις μεταβληθεί εις μέγα γύπαν!"

λεζάντα εικόνας

Got a better definition? Add it!

Published

Λεμονής (ο)(κυρ. ονομα): ο τύπος/η τύπισσα που λειτουργεί σαν μαξιλαράκι, παρηγοριά ή/και πρόθυμος σεξουαλικός σύντροφος μετά από χωρισμό. Το ερωτικό αποκούμπι.

- Πώς και πήρες τηλέφωνο Μαράκι; Χώρισες και σκέφτηκες το Λεμονή;

Got a better definition? Add it!

Published

«Εμπαινα». Μια λέξη που χρησιμοποιείται ευρέως τελευταία και σχεδόν πάντα θεωρείται σεξιστική και καφρικη. Τι πραγματικά σημαίνει «εμπαινα»; Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια συντόμευση του: *»Σκέφτομαι με ιδιαίτερα θετικό τόνο το ενδεχόμενο να συνευρεθώ σεξουαλικά μαζί σου παρά τα όποια ελαττώματά σου.»

Παράδειγμα εδώ

-Πάλι μου έπρηξε τα αρχιδια στη δουλειά η Σοφία.

-Ναι αλλά έμπαινες.

-Φυσικά και έμπαινα.

Στο παραπάνω παράδειγμα βλέπουμε ότι ο φίλος μας, παρά την προβληματική συμπεριφορά της Σοφίας που τον εκνευρίζει,τη συγχωρεί και επιπροσθέτως τη δέχεται ως πιθανή ερωτική σύντροφο. Και ερωτώ : ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΟ ΑΥΤΟ ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ;! Η λέξη «εμπαινα» διακατέχεται από έναν άκρατο ρομαντισμό που αν υπήρχε παλαιότερα θα επηρέαζε την ποπ κουλτουρ. Θα ήταν σε τίτλους ρομαντικών και φυσιολατρικων ταινιών οπως:» Σε όσα μπαίνει ο ανεμος», «Μπαίνοντας με τους λύκους». Ο Βιτσέντζος Κορνάρος ίσως να έβγαζε το έργο του»Εμπαινόκριτος».

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται για να δηλωθεί απελπισία,δυσφορία,απόγνωση κ.λπ.

-Αντώνη πάλι έχασε η Άρσεναλ. -Τεεεε

Got a better definition? Add it!

Published

Ο επιρρεπής στο λάθος τερματοφύλακας, σύμφωνα με την ποδοσφαιροσλάνγκ του Γιώργου Γεωργίου. Επίσης, αυτός που πηγαίνει με άσχημες γυναίκες, πατσαβούρες.

  1. Ο Πατσαβουράκιας, ο Σαλτιμπάγκος και οι σαΐτες - Ούτε ο Μέσι τέτοια μπάλα στα 16 του! (Εδώ).
  2. Συνεπώς είναι και αυτός εραστής του μπάζου (κοινώς πατσαβουράκιας) εκ πεποιθήσεως όμως και ουχί εκ περιστάσεων (όπως είμαι εγώ). (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Νεολογισμός- μεταφραστικό αντιδάνειο. Σημαίνει το να συνάπτεις ερωτική σχέση με κάποιον οικονομικά και κοινωνικά ισχυρότερο, ώστε να ανεβείς άμεσα κοινωνική βαθμίδα. Συνέβαινε ανέκαθεν, αγγλιστί λέγεται marrying up, αλλά πλέον υπηρετείται από συγκεκριμένα διαδικτυακά σάιτ που αποσκοπούν όχι μόνο σε εφήμερη σχέση με ζαχαρομπαμπάδες, αλλά σε κάτι μονιμότερο.

Από την Carrie Bradshaw και τον Big μέχρι σχεδόν όλες στις Real Housewives, η έννοια του γάμου από συμφέρον δεν είναι κάτι καινούργιο στη μυθοπλασία- κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα από εκείνα τα θέματα που δεν φαίνεται να βγαίνουν ποτέ από τη μόδα. Πάρτε, για παράδειγμα, την πιο πρόσφατη ιστορία του Bridgerton. Πίσω από όλο το σεξ στη σειρά, η πλοκή έχει να κάνει με οικογένειες που αναρριχώνται στις βαθμίδες της κοινωνίας, φλερτάροντας με άτομα «υψηλότερης» κοινωνικής θέσης. Ο όρος για αυτό το φαινόμενο είναι “hypergamy” («υπεργαμία») και σύμφωνα με την Damona Hoffman, coach γνωριμιών και οικοδέσποινα του podcast Dates & Mates, είναι τόσο παλιός όσο και ο χρόνος. «Η ιδέα του γάμου με βάση την αγάπη είναι στην πραγματικότητα μια πολύ σύγχρονη πρακτική», λέει. «Ο γάμος παραδοσιακά γινόταν για την εξασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας της οικογένειας μιας γυναίκας». (Πρώτο Αίμα).

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που έχει χάρισμα στο φλερτ, τη γοητεία και τη σαγήνη. Αντιδάνειο από το rizz, που προκύπτει από το charisma.

Είναι ρίζλερ, αλλά είναι τελείως επιφανειακό άτομο.

Got a better definition? Add it!

Published

Η γκομενίτσα εκ του αγγλικού chick (<chicken = κοτόπουλο).

Τόνι, πώς μπορώ να γίνω το τσικάκι σου; (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published