Η αύρα γαμώτου που εκπέμπει κάποιος και οι αντίστοιχες καταστάσεις που έλκει ή και προκαλεί. Όπου ως γαμώτο εδώ εκλαμβάνεται με την αρνητική του έννοια, όπως στη φράση "αυτός είναι σαν ανάποδο γαμώτο" (λες και το ίσιο γαμώτο είναι καλύτερο, λέω τώρα εγώ). Σημαίνει αυτή την ανισορροπία, ανικανότητα σε συνδυασμό με την περίσσεια γκαντεμιά που όλο αυτό κρατεί κάποιον γειωμένο, σφιγμένο, καημένο και αιωνίως κακομοίρη, τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους γύρω του που τυχαίνει να συναναστρέφεται και κινδυνεύουν να γίνουν δέκτες αυτής της αναποδιάρικης ενέργειάς του, έτσι και τυχόν βρεθούν στην ακτίνα του. Συνώνυμα: καημενίλα (πιο παθητικό καθώς δεν επικοινωνείται ως κολλητικό από αυτόν που φέρεται), κακομοιρίλα, κλαψομουνίλα, γκαντεμίλα, γρουσουζίλα.


- Είπα του Τάκη νά' ρθει απόψε...
- Ποιανού; Αυτού του πρήχτη; Θα μας τρελάνει πάλι με τη γαμωτίλα του, και θα μας τη βγάλει απ' τη μύτη τη βραδιά, τρελαμένε! Καλά, τα θες και τα κάνεις αυτά ή σου ξεφεύγουν;; Άμα έρθει αυτός, εγώ δεν έρχομαι, να ξέρεις...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η -ίλα αυτή προσιδιάζει στο ροζ χρώμα, τα κεριά, τα ηλιοβασιλέματα και τις βινταζ-ίλες, ουδεμία σχέση έχουσα με τον ρομαντισμό ως κίνημα, ίσως μόνο μια μακρυνή με τον ρομαντικό του ακά σεκς.
Γκόγια. Πώς λέμε ρομαντίλα; Καμία σχέση

  1. Δυστυχώς γι' αυτόν και τα παιδάκια που λατρεύουν το ρομαντίλα υπάρχει μια δυσώδης έκφραση αμερικάνικη, το «απ γιορς», τόσο βρομερή, που ο πιο ανώδυνος τρόπος να τη μεταφράσεις είναι με το «απάνω σου» της Γεωργίας Βασιλειάδου. (agelioforos)

  2. ο Κοφινιωτης, πιστός στις δουλειες του ποδαριού, άλλοτε υπάλληλος και κατά βάση στηριγμένος στις φιλιες του και στην ικανότητα να γράφει σύμφωνα με το μετιέ καθε συνθέτη ή τραγουδιάρη (σκληρό μελό για την Νινή Ζαχά, υπερτονισμένη ρομαντίλα γιά την επιβλητικη Μαίρη Λω σε συνθέσεις του ζαχαροπλάστη εμιγκρέ Νίκυ Γιακοβλεφ, παιγνιωδης όταν ο Ραπίτης τον καλούσε για καμια γλυκειά Μαράτα και ο Μουζάκης γιά τα πνευστά του κεφάτα, συνεργάτης ανθρώπων απο τον Αττίκ στον Τζουανάκο, ποτέ δεν τους πρόδωσε. (thegreekcloud)

  3. Στο old Manali, που αποπνέει μια ρομαντίλα χίπικης αξέχαστης εποχής, τα πάντα είναι κλειστά από το τέλος Οκτωβρίου γιατί αγριεύει ο καιρός και βρίσκω ένα guesthouse σ' ένα ήσυχο μέρος πίσω από το main bazaar. (εδώ)

    Απ' τον Τουίτη:

  4. Θα έγραφα καμιά ρομαντίλα αλλά φοβάμαι πως θα πάρει περισσότερα rt από τα κανονικά και θα ξενερώσω

  5. Συγκινητικό π βρίσκεστε μεσα στ ρομαντίλα & χαίρεστε με το χιόνι αλλά η μαμά υπενθυμίζει ότι υπάρχει κοσμος χωρις θέρμανση, άστεγοι κ αδέσποτα!

  6. παντως αυτο με τα ραβασακια με τους θεσμους εχει μια καποια ρομαντιλα

  7. -Ας φτάσει επιτέλους μια Κυριακή, που θα γράφουμε μόνο για θάλασσα, ουζάκι και έρωτες.
    -κυριακίλα ρομαντίλα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια από τις -ίλες νέας κοπής, που μπορεί να ετυμολογηθεί με δύο τρόπους.

Αφενός από την αγγλική λέξη mood (δες εδώ για ετυμολογία), οπότε μιλάμε για mood-ίλα, για ένα ειδικό mood που χαρακτηρίζεται από κατήφεια, νταούνιασμα, ελαφρά κατάθλιψη και απαισιοδοξία. Η μουντίλα ωστόσο δεν μπορεί να προσδιοριστεί τόσο εύκολα. Είναι ένα απροσδιόριστο ζενεσεκουά στη διάθεσή μας που μπορεί και να σημαίνει ότι κάποιος είναι μελαγχολικό αγόρι ή κορίτσι με ευαισθησίες, που νιώθει τη βροχή, που είναι

in the mood for love

και άλλα χιπστεροειδή παρόμοια.

Η κυρίως ετυμολογία, όμως, είναι από το μουντός (<αρχαίο μυνδός = βουβός), οπότε έχει και πάλι μια παραπλήσια σημασία, καταχνιάς, σκοτεινίλας, νταρκίλας και μελαγχολίας. Ασφάλουσλυ αυτή η δεύτερη ετυμολογία είναι η επικρατούσα, αλλά τελευταίως μπορεί να συσχετισθεί παρετυμολογικώς με το mood που λέγεται ολοένα και περισσότερο.

  1. Βαρεθήκατε την μουντίλα και την βροχή; Μην ανησυχείτε ο καιρός φτιάχνει!
  2. «Πολύ μουντίλα, κυρία Τρέμη μου!» Τι χρώμα είναι αυτό, πεθαμενί; Δεν ξεπενθήσατε ακόμη το μακαρίτη; (Από το Ιντερνέτι)
  3. Εναντια στη «μουντιλα» και «απαισιοδοξια» που κυριαρχει τις μερες μας, ξεκιναμε κατι νεο γεματο θετικη ενεργεια και αισιοδοξια με αποστολη μας να σας προσφερουμε μονο τα καλυτερα. (Από το Φέισμπουκ).

Υπάρχει εξάλλου και η ινσέψιο περίπτωση η μουντίλα/ moodίλα να οφείλεται στο ότι μόλις σε έχει υποβιβάσει η Moody's.

Πάσα: Σούλτω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι η κατάθλιψη της Κυριακής όταν οι προσδοκίες για κάτι ξεχωριστό ξεθωριάζουν εκεί στις 16.13 το απόγευμα, όπου και παρατηρείται και το peak της κυριακίλας.
Η -ίλα εδώ σε φάση πιο μπλου, αφού.

Κυριακή στην επαρχία, με βροχή απ’ το πρωί
φεύγει όλη η ζωή μας στο φαΐ και στη σιωπή

Γύρω στο νεκροταφείο, εργοστάσια σωρό
τα καλά τα κόμματά μας, θα φροντίσουν και γι’ αυτό

Μονιμότητα, θεά μας, άδυτο προσωρινό
έχεις γίνει της ζωής μας φάντασμα αλληγορικό

Υγιαίνουμε λιγάκι, το ίδιο ευχόμαστε για σας
κι όταν έχουμε επισκέψεις, είμαστε πλοίο της χαράς

Αν θα πάς στον Αϊ Γιάννη, πολυκατοικίες σωρό
οι νεοαριστοκράτες, πάνε τώρα στον Τοτό

Κι όταν δώδεκα σημαίνει, ραντεβού στο Κολιμπρί
ιδεολόγοι και αριβίστες, ευτυχία μαζική

Αργύρης Μπακιρτζής, Χειμερινοί Κολυμβητές, 1981

Billie Holiday - Gloomy Sunday
Στα αγγλικά λέγεται «Sunday night blues/syndrome». Έρευνες έχουν αποδείξει πως η Κυριακή είναι η λιγότερο ευτυχισμένη μέρα της εβδομάδας, πως 4 στους 10 νιώθουν άγχος και θλίψη, πως το 44% ζηλεύει τα Σαββατοκύριακα των συναδέλφων του όταν ακούει τα νέα τους τη Δευτέρα, το 75% δεν βγαίνει καν από το σπίτι, το 46% δεν θέλει να μιλάει σε άνθρωπο. Το λέει η επιστήμη.

Η Κυριακίλα θα σε βρει όπου και να 'σαι
Κάπως έτσι διώξαμε την "κυριακίλα"Από δω

  1. Στα φαγάδικα σήμερα κάνει Κυριακίλα. Οικογένειες με παιδάκια, μαμάδες νταντάδες, πατεράδες μουτρωμένοι

  2. Τι κι αν αύριο δεν δουλεύουμε, την Κυριακιλα δεν τη γλιτώνουμε

  3. Γιουνάιτεντ-Άρσεναλ, Ατλέτικο-Μπαρτσελόνα, Ολυμπιακός-Ρεαλ. Τα τουίτ για την κυριακίλα πιο αστεία από ποτέ.

  4. πόση κυριακίλα να αντέξει μια βδομάδα;

  5. Μέχρι και στο φέισμπουκ έγραψα στάτους σήμερα. Τόσο Κυριακίλα.

Θέμα προς διερεύνηση:

Η Σαββατίλα ειναι η νέα Κυριακίλα (εδώ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια βρωμερή -ίλα που μυρίζει κάπως όπως η βαρβατίλα, αλλά έχει κυρίως το χαρακτηριστικό ότι αυτός που την αποπνέει είναι κυρίως ετεροκανονιστικός/ σεξιστής/ μάτσο/ μπούλης/ νταής που μπουλίζει και τραμπουκίζει όσους δεν προσαρμόζονται στα ετεροκανονιστικά του πρότυπα για τη λεβεντιά.

  1. Ο βαγγέλης περιγράφεται ως γλυκό και ευαίσθητο παιδί. Ως παιδί που βασανίστηκε επειδή, κατά τα στοιχεία που διαρρέονται, απείχε από τα πρότυπα του λεβέντη άνδρα που είχαν κατά νου οι μικροί δήμιοί του. Αυτό το παιδί που ήταν τρυφερό, ευαίσθητο και φοβόταν μέχρι αυτοκτονίας -μάλλον- τους νταήδες, το έθαψαν χθες με μπαλωθιές. Βρήκαν ταιριαστό να του ταράξουν και τον θάνατο, όπως και τη ζωή, με αυτές τις εθιμοτυπικες ανδρικές λεβεντιές που βρωμάν «ετεροκανονικά κληρονομούμενη ματσίλα» (που λέει και ένας τοίχος στα νεάπολη). Στα πλάνα από την κηδεία του, την ώρα που ακούγονται οι πυροβολισμοί το συμπέρασμα είναι: τελικά τίποτα δεν κατάλαβε κανείς. (Από το Φέισμπουκ σχετικά με τον αδικοχαμένο Βαγγέλη Γιακουμάκη).

2. Ο Γιακουμάκης αυτοκτόνησε για να λυτρωθεί από την οπισθοδρομική ματσίλα της Κρήτης και τον αποχαιρετά το νησί με μαντινάδες και μπαλοθιές

3. Κράξε τη ματσίλα κι όχι τα τακούνια. Μια συζήτηση στο Περιστέρι για το σεξισμό και το χιπ χοπ. #Βράδυ Ιουλίου, σε μια ταράτσα στο Περιστέρι, με ένα κουτάκι μπύρας στο χέρι περιτριγυρισμένη από τα μέλη δύο αντίπαλων(;) κοινοτήτων (ΛΟΑΤ και χιπ χοπ). Άραγε αναμένεται σύρραξη; Πάνω από 100 άνθρωποι, mcs, ακροατές και ακροάτριες του χιπ χοπ, άτομα από την LGBTQ κοινότητα, αριστεροί και αριστερές, καθισμένοι σε σχηματισμό πετάλου ήρθαν για να συζητήσουν τα ανομολόγητα: στο στόχαστρο τα σεξιστικά …φάλτσα του χιπ χοπ.

4. Ο θύτης δρα μέσα σε ένα ολόκληρο κοινωνικό πλαίσιο που στηρίζει και αναπαράγει τα προνόμιά του. Η διάχυτη ματσίλα, τα στραβοκοιτάγματα όταν ένα ομόφυλο ζευγάρι φιλιέται δημόσια, τα σχολιάκια για το πώς επιλέγουμε να εκφραζόμαστε, να ντυνόμαστε, να μιλάμε και να κινούμαστε στο δημόσιο χώρο είναι μια πραγματικότητα που βρίθει από κανονιστικά πρότυπα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βήτα συστατικό της καθομιλουμένης και της αργκό, που σχηματίζει ουσιαστικά θηλυκού γένους.

Η κυριότερη σημασία που προκύπτει είναι η «μπόχα», η «(δυσάρεστη) μυρωδιά» που αναδίνει το πρώτο συστατικό, είτε στην κυριολεξία της (αρχιδίλα, μουνίλα) είτε και μεταφορικά (πιχί κορεκτίλα). Συνηθισμένη χρήση στην καθομιλουμένη είναι και η «απόχρωση» με βάση το πρώτο συστατικό (κοκκινίλα, κιτρινίλα), που και πάλι μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά (μαυρίλα για την «κακή διάθεση»). Οι μεταφορικές χρήσεις είναι τόσο συχνές, που ο Τριαντά πολύ σωστά απομονώνει ως κύρια σημασία και τη «δυσάρεστη κατάσταση» (στην αργκό πιχί τσατίλα, ψοφιμίλα), που εμένα τουλάχιστον μου φαίνεται να προέρχεται από τη σημασία της μπόχας.

Μ' αυτήν την έννοια η σημασία είναι κατά κανόνα μειωτική, καθώς οι συνδηλώσεις είναι συχνότατα μπόχας και βρομιάς, παρά απόχρωσης. Στο βαθμό δε που η βρομιά στην αργκό απενοχοποιείται*, μπορούμε φυσικά να μιλάμε και για θετικές χρήσεις (καφρίλα, σαπίλα), αυθεντικά αργκοτικές.

Άλλες χρήσεις, σε συνδυασμό ή και όχι με τα προηγούμενα, είναι η επίταση (αφαγία -> αφαγανίλα, τζάμπα -> τσαμπίλα, χέσιμο -> χεσίλα, δες και παράδειγμα 3), η περιληπτική (δες πιχί τη ρατσιστίλα εδώ), και είτε ο εξελληνισμός ξένων δανείων (εϊτίλα, τουματσίλα, χαρντκορίλα, δες και παράδειγμα 2) είτε γενικότερα η ουσιαστικοποίηση κατά τ' άλλα δυσουσιαστικοποίητων(!) άλφα συστατικών (θεΐλα, δες και παράδειγμα 5) –παράβαλε και την αντίστοιχη χρήση του -ιά (καμενίλα και καμενιά).

Παράγωγο: -ίλας, για πρόσωπο που χαρακτηρίζεται απο την αντίστοιχη -ίλα (κορεκτίλα -> κορεκτίλας, δες και παράδειγμα 6, όπου το βρομίλας, με έλξη βέβαια απο το βρομύλος, εδώ ωστόσο προέρχεται απο τη βρομίλα).

Λίγες πίπες για τα συστατικά στην αργκό

Με το -ίλα συμβαίνει αυτό που συμβαίνει κατακόρον με επιθήματα και άλλα συστατικά της αργκοτικής: τα ονόματα που σχηματίζονται είναι πολύ συχνά προσωρινά, χωρίς αξιώσεις παγίωσης στη γλώσσα, προορισμένα να υποστηρίξουν μόνο και μόνο τη διατύπωση της στιγμής.

Το φαινόμενο παρατηρείται ήδη στην καθομιλουμένη –βλέπε τη χρήση του ξε- στη σημασία IV του ορισμού εδώ– και στην αργκό ίσως περισσότερο· χαρακτηριστική η περίπτωση του ψιλο-, το οποίο είναι τόσο ισχυρό συστατικό ώστε να έχει αυτονομηθεί ως επιρρηματικό.

Θα το έθετα λοιπόν ως εξής: στην αργκό υπάρχει αυξημένη τάση, μορφολογικά συστατικά να αυτονομούνται συντακτικά. Την αυτονομία αυτή την καταλαβαίνει κανείς αν αναλογιστεί το μάταιο στο να λημματογραφηθεί σε ένα λεξικό κάθε (καταγραμμένη) χρήση τέτοιου συστατικού –το λεξικό του Τριανταφυλλίδη θα έπρεπε τότε να έχει περίπου άλλο μισό λημματολόγιο μόνο και μόνο λόγω του ξε-...

(Το θέμα σηκώνει παραπάνω και συστηματική κουβέντα, ντάξει. Σταϋπόψη...)


* Για την αλλαγή προσήμου της βρομιάς στην αργκό, λέω κάτι χαζά εδώ στα σχόλια.

  1. Παραδείγματα που ήδη υπάρχουν στο σάιτ: ανετίλα, ανιωθίλα, αντρίλα, ανωτερίλα, αριστερίλα, αρχιδίλα, αυνανίλα, αφαγανίλα, βαλκανίλα, βαρβατίλα, βουτυρίλα, διχρονίλα, δωματίλα, εϊτίλα, επικίλα, καινουργίλα, καμενίλα, κατρουλίλα, κλανίλα, κομμουνίλα, κορεκτίλα, κορίλα / χαρντκορίλα, κωλίλα, μαντσίλα, μαυρίλα, μεϊνστριμίλα, μεταχειρίλα, μουνίλα, μπακαλιαρίλα, μπεκρίλα, μπουρντίλα, μπριζολίλα, ξεραΐλα, ουρδίλα, παπαρίλα, πατίλα, περιπτερίλα, πιουρίλα, πουτσίλα, προποτζίλα, σαπίλα, σατανίλα, σκατίλα, σκοτεινίλα, σπαρίλα, τουματσίλα, τραγίλα, τρενιχίλα, χεσίλα, χορτασίλα, ψαρίλα, ψοφιμίλα

  2. Όπλα, επιχειρηματίες που διαπρέπουν στον “αθλητικό χώρο”, συνδεση με την αστυνομία, παράνομες ελληνοποιήσεις, πλαστογραφίες με παρανόμως κτηθείσες αστυνομικές σφραγίδες, ματσίλα και εμφανής σεξουαλική στέρηση: η διάσπαση του πυρήνα της Χρυσής Αυγής στην Κεφαλονιά μάς ανοίγει μια τρύπα για να θαυμάσουμε το στερέωμα του φασιστικού υπονόμου. (από εδώ)

  3. Βαρειά κουβέντα; Για να φανταστείς πόση ανοητίλα τους δέρνει σου λέω το εξής απλό: Εφήυραν και επέβαλλαν την λέξη ανταγωνισμός Αν το καλοεξετάτάσεις θα δείς ότι είπαν πως το μηδέν είναι το άπαν. Πως την πατήσαμε εμείς; Μα οι περισσότεροι θεωρώντας ότι ο καθένας κάνει την δουλειά του σκύβαμε το κεφάλι και δουλεύαμε. Αυτοί το λοιπόν εύρισκαν ευκαιρία και μας ….. Τώρα που άνοιξε ο μάτης να τους δώ τους ξυπνοπουλάκηδους. (εδώ)

  4. — Είχα πάει που λες στην Όταβα, την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα του Καναδά.
    — Τι μου λες!
    — Ναι παιδί μου, λούσα, ωραία πόλις, περιποιημένη. Πολλή αγγλίλα όμως βρε παιδί μου. Απαπα! Λες και ήμουν στο Λίντς ή στο Μάντσεστερ ή στο Μπέλφαστ.
    (εδώ)

  5. By the way λόγω τη φύσης του επεισοδίου αυτή ήταν η πρώτη φορά που μου έλειψε ο τρομερός Pierce...η χλαπατσίλα του στο πρώτο D&D ήταν η απόλυτη στιγμή του...στο 2ο D&D ο Dean ήταν απλά επικός...τρομερά δυνατό επεισόδιο (εδώ)

  6. Ο μικρούλης μου είπε 5 ετών και τελευταία παρατήρησα ότι μυρίζει η μασχάλη του!!! Δεν είναι σε φάση που μυρίζει ας πούμε όταν περνάει από δίπλα σου ,αλλά μία μέρα όπως τον πήρα αγκαλίτσα κάτι μου μύρισε και σκέφτομαι, μπα δεν είχαμε σήμερα κεφτεδάκια για φαγητό , τι μυρωδιά είναι αυτή... Και όπως κολλάω τη μύτη μου στη μασχαλίτσα του ...ωχ...μποχίτσα.. [...] Μίλησα με την παιδίατρο και με ρώτησε αν έχει τρίχες στο πουλάκι του ή κάτι τέτοιο , είπα ΟΧΙ.Ε μην ανυσηχείς είναι το δέρμα του τέτοιο , έτσι μου είπε. Εχετε παρατηρήσει κάτι τέτοιο στο μικρό σας; Πω πωωωωωωωω , λέτε να μου γίνει βρομίλας;;;; (αγωνιών γονιός, εδώ)

(από σφυρίζων, 06/10/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Κυριολεκτικά: Η κακοσμία που βγάζει ο βοσκός από πρόβατα, γίδια, τράγους, αγελάδες, σκυλιά και λοιπά ζωάδια του.

  2. Μεταφορικά: Εκ του rap άσματος «Τραγίλα» του Constantine Cullen. Ότι εκπέμπει ο χωριάταρος που βγαίνει στις πλατείες και στον καφενέ με την μπιστόλα καταμεσής ζωσμένη ή το δίκαννο. Έχει τον τσιφτέ στο Χάιλουξ με τρακτέρ ζαντολάστιχο και κάγκελα οπίσω, σαρίκι στον «καρφίχτη» και γλάκα στις στράτες. Συνήθως τρομοκρατεί κι απειλεί όσους είναι από άλλα χωριά αλλά κυρίως τους ξένους.

  1. Ρε μπάρμπα, έναν καφέ ήρθαμε να πιούμε. Πρέπει να μυρίζουμε και την τραγίλα; Μια στροφή απ' το σπίτι για μπανάκι δεν έβλαψε.

  2. Βγαίνω απ΄το μητάτο με Αγιο-Κωσταντινάτο και τα ρούχα μου βρωμούνε τραγίλα οχου αναθεμάντο με έκαμε ανω κατω για πάρτυτζι εγίνικα σε ένα χωριό ξεφτίλα.

Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα, γαζώνω πινακίδες οξω από τον άγιο Συλλα
Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα το Chivas δεν με πιάνει πίνω κούπες με βενζίνα

Κείνη αρχικά μου λέγε μαγαπα μα δυο μήνες μετά μουβγάλε μαγλατά, δεν ήθελε ποτέτζι να τάχει με βοσκό που να λαλεί Τουοτα διπλοκαμπινο ΓΑΜΩΩ!!
Θαρρεί πως είναι Βιόλα την έχει δει μουνάρα δεν θέλει τα στιβάνια απ΄την Αγιά Βαρβάρα.
Θα πάω τσι παναγίας να κάμω αρτοπλασία στο καφενείο αμα με δει να δώσει σημασία.

Οοοοοοοοο οοοο αγαπημένη τω πολλώ
Οοοοοοοο οοοο αγαπημένη τω ψολώ

Βγαίνω απ΄το μητάτο με αγιοκωσταντινάτο και τα ρούχα μου βρωμούνε τραγίλα
οχου αναθεμαντο με έκαμε ανωκατω για πάρτυτζι εγίνικα σε ένα χωριό ξεφτίλα

Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα γαζώνω πινακίδες οξω από τον Άγιο Συλλα
Τρρρρρ τρα τρα τραγιλα το Chivas δεν με πιάνει πίνω κούπες με βενζίνα

Ήμουνα μερακλής βοσκός και άντρας τσι παρέας κι είχα το καταψύκτητζι πάντα γεμάτο κρέας με είχε κάθε βράδυ μες τη δικήτζι αγκάλη και εδά μονάχος στο Υoutube την βγάνω με Κουναλη.
Αν κάτεχε ο Κύρης σου ότι η κόρη του γαμπρίζει θαναχε πέσει μπρούμυτα στο πάτωμα ναφρίζει.
Για δες πως με κατάντησες σαν το ερημοκλήσι που δεν εβρεθηκέ ποτέ παπάς να λειτουργήσει.

(από HardcoreGR, 20/08/14)(από HardcoreGR, 20/08/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατάσταση πείνας, ασιτίας. Λέγεται στην Πελοπόννησο.

Έχεις τίποτα για φαγητό; Κόλλησε το στομάχι μου από την αφαγανίλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

H πλέον βρωμερή και δυσώδης μπόχα για πολλούς συμπολίτες μας, όπως αλτέρνια, ψαγμένους, λατέρνατιβ, indie, χιπστέρια, άτομα με υπερκουλτουρίαση, μεταλάδες, χιπ χοπάδες, ποικίλες εξωτικές φυλές και λοιπές εναλλακτικές δυνάμεις.

Πρόκειται για την αποφορά που προκαλεί ο,τιδήποτε ανήκει σε ένα κυρίαρχο παράδειγμα, λόγο, συμπεριφορά κ.ά. Λ.χ. χολυγουντιάνικες αμερικλανιές στο σινεμά, απόψεις που εκπορεύονται από πρετεντέρηδες και άλλους τηλεντελάληδες του καθεστώτος, λαϊκοπόπ ακούσματα στη μουσική για όσους θεωρούν ότι το «ανήκομεν εις την Βίσσην» αποτελεί μουνόδρομο, εκτός κι αν ανήκει κανείς στην Βανδή, απόψεις που διατυπώνονται από δάπαρους με επίπεδο-ΔΑΠεδο, ναμαγαπάδικα εντεχνιάρηδων, το δίπολο Μύκονος- Αράχωβα, ατάκες ελληνικής μικροαστικής μιζέριας, κ.τ.ό., τέσπα ξέρουμε όλοι λίγο πολύ τι σημαίνει μέινστριμ.

1. Ολοι αμαρτωλοι ειμαστε, ολοι παμε στο τωρα καπα, στο καλυτερο μο, στη μπουζα βρε αδερφε. Ολοι εχουμε μια καποια σχεση με το σκειτ, ειτε αγαπη, ειτε μισους, ειτε αποστροφης.Παντως να το παιζεις αλτερνατιβ και να πηγαινεις κρυφα στο βιλα να λικνιζεις το κορμι σου σε μεινστριμιλα, δε σε τιμα.

2. Παρολ' αυτα μου κανει φοβερη νεκροφιλια να παραμενουμε (με βολικη εμμονη καμμια φορα) στα κατορθωματα των γενιων που εχουν σχεδον αποσυρθει. Νομιζω μαλιστα πως τη δεκαετια του 90 οι περισσοτεροι ξανα«διαβαστηκαν» απο κοινο και επαιοντες χωρις ταμπου, αγκυλωσεις και παρασιτα του χρονου που εδρασαν και λιγο ως πολυ εχουν παρει τη θεση που τους αξιζει.
Στα 00ς ειχαν αρχισει πια οι αναποφευκτες ζυμωσεις γινανε πραγματα, ξεπηδησαν ατομα και ομαδες, γλιτωσαμε εν πολλοις απο την ακαμπτη μεινστριμιλα και τις διαφορες σεβασμιες μανιες και εχουμε αρχισει να διαπραγματευομαστε καπως διαφορετικα τα τεχνοζητουμενα.

3. Δεν ξέρω πόσο μεϊνστριμίλα βρωμάω αλλά με τον Φασμπίντερ δεν έκανα παρέα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μια μυρωδιά όπως η αριστερίλα, αλλά πιο δυνατή.

  1. Πήγα να ανοίξω το άρθρο του, αλλά απέπνεε κομμουνίλα και το ξανάκλεισα.

  2. Όλη η κομμουνίλα του 1980 έχει μετακομίσει στον ΣΥΡΙΖΑ τώρα.

  3. Άσε να μπει και κανάς πατριώτης στη Βουλή, γιατί έχουμε πήξει στην κομμουνίλα.

Κομ-μουνίλα (από Khan, 30/10/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified