Το λέμε για άτομα που «ξύνονται» (λουφάρουν στη δουλειά), κυρίως για δημοσίους υπαλλήλους.

- Καλά, τελευταία φορά που πήγα στο Υπ. Παιδείας όλοι οι υπάλληλοι εκεί άραζαν, έπαιζαν sudoku και έβλεπαν βίντεο στο youtube! Μιλάμε για πολύ ξυνόπουλος κατάσταση!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ως γνωστόν, η συνωμοσιολογία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο στην πολιτική κουλτούρα αρκετών χωρών, της Ελλάδος μη εξαιρουμένης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η άκρατη συνωμοσιολογία συνοδεύεται και από λυσσαλέο αντισημιτισμό. Το πάντρεμα Εβραίων και Μασόνων, σε έντυπα αλλά και σε ηλεκτρονικά Μέσα, αποτελεί ιδανικό σενάριο για πολλούς επαγγελματίες συνωμοσιολόγους:

  1. Ο Εβραϊσμός και η Μασονία αποτελούν έννοιες άγνωστες στο ευρύ κοινό, κάτι που επιτρέπει την ερμηνεία τους κατά το δοκούν.

  2. Η δραστηριότητά τους είναι λίγο ως πολύ κλειστή, κάτι που ενισχύει την καχυποψία και το φόβο, αναφορικά με το τι επιδιώκουν.

  3. Το γεγονός ότι τα μέλη τους είναι μειοψηφίες εντός πλειοψηφίας, ενισχύει τη διαφοροποίησή - διαφορετικότητά τους.

Χρησιμοποιώντας τον εν λόγω όρο, περιγράφεται το σύνολο των εχθρών, των επικίνδυνων και μυστικοπαθών «Άλλων», που στοχεύουν να υπονομεύσουν και να διαλύσουν θεσμούς οι οποίοι ενέχουν τη θέση Ιερών Αγελάδων: έθνος, κράτος, πατρίδα, θρησκεία.

Οι Εβραιομασόνοι βρίσκονται παντού ανά την υφήλιο, μισούν τους Έλληνες και τον Ελληνισμό και κρύβονται πίσω από τις μελανότερες σελίδες της ιστορίας μας. Απώτερος στόχος τους είναι ο αφανισμός τους. Αν και η σχέση Εβραϊσμού - Μασονίας δεν αποδεικνύεται έμπρακτα, ούτε και ξεκαθαρίζεται πως αναπτύσσεται, θεωρείται ωστόσο δεδομένη πέραν πάσης αμφιβολίας.

Συχνάκις, ο «Εβραιομασόνος» είναι πλούσιος και ομοφυλόφιλος, δηλ. έχει άλλες δύο μισητές ταυτότητες μειοψηφίας.

  1. Απόσπασμα σχολίου από διαδικτυακό forum:

«Μόνο ο Πανούσης είναι;
Όλοι οι αναρχοαριστεροκουλτουριάρηδες »προοδευτικάριοι« καλλιτέχνες, οι μισοί βουλευτές και οι μισοί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα, είναι φυγόστρατοι. Οι ανθέλληνες όλοι αυτοί εβραιομασώνοι σατανιστές, μυημένοι στα σχέδια της Νέας τάξης πραγμάτων, προβάλλουν τα ναρκωτικά ως πρότυπο στην νεολαία, και προωθούν την πλήρη διάλυση του στρατεύματος και υποσκάπτουν την Εθνική συνείδηση των Ελλήνων, μέσω των »αντιρρησιών συνείδησης« και του αναρχοκομμουνισμού.
Εδώ ο Ανδρέας Παπανδρέου, υπηρέτησε στο Αμερικάνικο Πολεμικό Ναυτικό, γιατί όπως έλεγε, είχε εκδιωχθεί απ' το καθεστώς του Μεταξά, και όταν ξέσπασε ο πόλεμος δεν βρηκε τρόπο να έρθει εδώ να πολεμήσει. Χιλιάδες όμως άλλοι Έλληνες ανά τον πλανήτη βρήκαν τον τρόπο να έρθουν στην πατρίδα. Και μεις τον κάναμε ... πρωθυπουργό!!!
Λοιπόν, ο Πανούσης μας πείραξε...;»

  1. Απόσπασμα από διαδικτυακό blog:

«Τη δεκαετία του '70, πίσω από όλα ήταν η επάρατος Δεξιά και οι Αμερικάνοι. Χωρίς περαιτέρω σχόλιο, πια.
Τη δεκαετία του '80 και τις αρχές αυτής του '90, πίσω από όλα βρίσκονταν οι εβραιομασώνοι και οι σιωνιστές. Θυμάμαι καθαρά την εφημερίδα 'Στόχος' (την αγόραζα κάθε Πέμπτη με τον πατέρα μου για να γελάμε), ακραία έκφραση αυτών των θέσεων που συγκεφαλαίωνε την πεποίθηση ότι οι Εβραίοι, το Ισραήλ και οι Μασώνοι βρίσκονται πίσω από τους εχθρούς του Ελληνισμού. Μια φορά δημοσίευσαν και λίστα με τους εχθρούς της Ελλάδας, με την αιτιολόγηση δίπλα σε κάθε εχθρική χώρα: λ.χ.
Ρουμανία: εγείρει θέμα βλάχικης μειονότητας
Πακιστάν: φίλος και σύμμαχος της Τουρκίας»

Δες και μασόνος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη τουρκικής προελεύσεως [τουρκ. devlet, το κράτος] που χρησιμοποιούνταν συχνά από ρεμπέτες, περιγράφοντας το κράτος, τη συντεταγμένη πολιτεία. Συναντάται συχνότερα στη βόρεια Ελλάδα ή στη μάγκικη αργκώ.

Απόσπασμα από βιβλίο με θέμα τον Μάρκο Βαμβακάρη:
– Πώς περάσατε στη Θεσσαλονίκη Μάρκο;
– Όμορφα, άλλο ντοβλέτι εκεί πάνω, ελευθερία πραγματική...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αρχικά, χαρακτηρισμός ανθρώπου εξακριβωμένα φαύλου και διαβόητου για την ανηθικότητα του.

Στην πράξη, χρησιμοποιείται με μεγάλη δόση υπερβολής και με διάθεση πειραχτική για κάποιον που υπέπεσε σ' ένα αμελητέο παράπτωμα και είτε έχει ψαρώσει είτε έχει κορδωθεί από καμάρι.

Συναντάται συνηθέστατα στη φράση «καλό κουμάσι είναι και του λόγου του».

Η ετυμολογία της λέξης είναι προβληματική. Και ο Μπαμπινιώτης και το Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη αλλά και ο φίλος krepsinis λένε ότι προέρχεται από την τούρκικη λέξη kumaş που σημαίνει κομμάτι υφάσματος, ρετάλι. Το ρετάλι, και το παρτάλι, χρησιμοποιούνται έτσι κι αλλιώς στα Ελληνικά για να δηλώσουν άτομο χαμηλής υποστάθμης.

Μια θεωρία λέει ότι η σύνδεση ανάμεσα στη λέξη kumaş με τον απατεώνα προέκυψε όταν δυο καζικτσήδες έμποροι από την Πόλη έκαναν εισαγωγή ρετάλια τελευταίας διαλογής από την Αγγλία και τα φούσκωσαν πανάκριβα για μέγκλα πράμα. 'Οταν η απάτη αποκαλύφθηκε αυτοί την είχαν κάνει αλλά τους έμεινε ο χαρακτηρισμός «καλά κουμάσια».

Ίσως, όμως, η εκδοχή αυτή να είναι τραβηγμένη. Κουμάσι είναι βέβαια, όπως έχει σημειώσει και ο panos2, και το κοτέτσι, ο ορνιθώνας —από το τούρκικο kümes που σημαίνει το ίδιο— και, όπως και το κοτέτσι, έτσι και τον διεφθαρμένο άνθρωπο τον χαρακτηρίζει η βρώμα και η δυσωδία. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το κουμάσι από το kümes είναι αντιδανεισμός διότι οι Τούρκοι πήραν αυτή τη λέξη από το βυζαντινό κουμάσιον που ήδη απαντάται στον 5ο μ.Χ αιώνα —δες σχετικά και εδώ.

  1. Η διαφθορά δεν είναι η μοναδική κατηγορία που προσάπτεται στον πρώην πρωθυπουργό. Η κυβέρνησή του (2001-2006) κατηγορήθηκε συχνά πυκνά και για εθνική προδοσία, δημαγωγία, διαπλοκή, παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυταρχισμό, καταστρατήγηση των θεσμών και της ελευθεροτυπίας, ξεπούλημα περιουσίας της χώρας στους ξένους. Καλό κουμάσι του λόγου του... (άρθρο για τον πρώην πρωθυπουργό της Ταϊλάνδης Τακσίν Σιναβάτρα, Ελευθεροτυπία, 23/06/07)

  2. – Κατά τη γνώμη μου, ο Περικλής κακώς κάνει και ασχολείται με αυτή τη Λίλιαν... Παντρεμένος άνθρωπος τώρα, δεν επιτρέπεται...
    Άσε, ρε Βασιλάκη... Όταν εσύ έτρεχες με τη γλώσσα έξω πίσω από κείνο το παστάκι τη Λάουρα, καλά ήτανε... Καλό κουμάσι είσαι και του λόγου σου κι έρχεσαι τώρα να κάνεις και κήρυγμα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο νταβατζής, ο μαστροπός. Τούρκικη λέξη. Κατ' επέκταση, όποιος συμπεριφέρεται σαν νταβατζής, τσάτσος κ.ο.κ.

Είναι κι ο πεζεβέγκης που θέλει το νταβατζιλίκι του, βλέπεις...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαστροπός. Τουρκική λέξη για τον «δικηγόρο». Μεταφορικά, όποιος εμφανίζεται ως προστάτης ενός χώρου με το αζημίωτο.

Οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε νταβατζή του πλανήτη.

Έχουν γίνει νταβατζήδες του συνδικαλιστικού κινήματος.

(από vikar, 02/07/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είναι και ένα μαγειρικό σκεύος, αλλά έτσι λέμε συχνά τον νταβατζή στην κυριολεκτική και μεταφορική έννοια.

Η Παγκόσμια Τράπεζα συχνά λειτουργεί ως νταβάς των αναπτυσσόμενων χωρών.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λένε κι έτσι τον «ναργιλέ». Ο «ναργιλές» είναι τούρκικη λέξη με ρίζες σε Περσία- Ινδία. Ο ναργιλές είναι όλη η συσκευή, ενώ ο λουλάς είναι μόνο το δοχείο, όπου καίγεται ο καπνός τουμπεκί.

Άκου πώς παίζει ο μπαγλαμάς,
και πάτα αργιλέ για μας.

Got a better definition? Add it!

Published

Η τρισάθλια και βρωμερή γκόμενα. Ο υπέρτατος συνδυασμός μπάζουκαι μπίχλας ως μία μοναδική ανθρώπινη ύπαρξη που αδυνατείς να πιστέψεις ότι μπορεί να υπάρξει τέτοια, και συνήθως παρουσιάζεται σε εμάς μέσω της εκπομπής «How clean is your house;».

Στη πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι πλήρως μη συνειδητοποιημένη για το πόσο βρώμικη και πόσο άσχημη είναι.

Επίσης μπορεί να είναι αργόσχολη, αλκοολική και οικονομικά εξαρτημένη από τους γονείς της στα 40 της.

στα γυρίσματα της εκπομπής
Ξανθιά γριά που καθαρίζει: -Πόσο καιρό έχεις να καθαρίσεις αυτή τη τουαλέτα;
Μπάχλα: -Ερρ... δε θυμάμαι... 4 χρόνια...;
ΞΓΠΚ: -Και τη χρησιμοποιείς ακόμα;
Μπάχλα: -Ε... ναι...
ΞΓΠΚ: -:facepalm:

και ο καμεραμαν σκέφτεται από μέσα του
«Άλλη μία μπάχλα που και το σπίτι να τις καθαρίσουμε, αν δε πάει και στην άλλη εκπομπή να την κάνουν όμορφη δε πρόκειται να δει άσπρη μέρα...».

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ιδιοφυές μαγειρικό παρασκεύασμα για τις δύσκολες οικονομικά ώρες.

Η θρεπτικότητά του, καθώς και η νοστιμάδα του, αλλά και η φιλοσοφία «δεν πετιέται τίποτα» το έχουν καταστήσει δημοφιλές σε νοικοκυριά, από φοιτητές που δεν βγάζουν το μήνα, ως τη μάνα που ταΐζει λόχο.

Πρόκειται, φυσικά, για την τροποποιημένη φασολάδα που έμεινε από χθες, ξαναβρασμένη με μια χούφτα ρύζι.

- Πω ρε πούστη μου, μας βλέπω να τη βγάζουμε με βουτυρόμελο σήμερα. Αύριο θα 'χω λεφτά... και αν! - Τη φασολάδα από χθες την πέταξες; - Όχι, αφού η κουζίνα είναι σαν το Περλ Χάρμπορ μετά την επιδρομή από τα Τζαπόνια. Δεν μπαίνω εκεί μέσα. - Τέλεια, θα σου φτιάξω ένα φασουλόρυζο να στανιάρεις, και θα τη βγάλουμε Ζαγοράκης.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified